Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά Ομιλία επί του Ευαγγελίου του Χριστού περί της Σαμαρείτιδος



Όλη αυτή την περίοδο που διανύουμε τώρα, επεκτεινόμενη σε πενήντα μέρες, εορτάζομε την από τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, δεικνύοντας με αυτή την παράταση την υπεροχή της απέναντι στις άλλες εορτές.
Πραγματικά όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς, αναστήθηκαν από άλλους και, αφού πέθαναν πάλι, επέστρεψαν στη γη. Ο δε Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν κυριεύεται πλέον καθόλου από το θάνατο, γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας, που είχε λάβει ομόθρονο με το Πατέρα, ως ομόθεο.
Είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής αναστάσεως όλων και πρωτότοκος από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος αιώνος.
Και όπως όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, πεθαίνουν στον Αδάμ, έτσι στοn Χριστό θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο καθένας στην τάξη του. Όταν καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη, και θέσει όλους τους εχθρούς του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά την κοινή ανάσταση.
Ο Κύριος, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς, στην σημερινή περικοπή του ευαγγελίου.

Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ, που ήταν η ακρόπολή της, και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας, ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντελήφθη από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος, και θαύμασε πώς ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιει νερό, εσύ θα του ζητούσες, και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε, θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων, οι οποίοι έμαθαν σαφώς, εσταύρωσαν έπειτα ωστόσο τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους, ακόμα και τους μισητούς από τους Ιουδαίους εθνικούς, και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί πού θα βρει νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από τον τόπο, και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το νερό που θα σου δώσω θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί, και οδηγείται προς την πίστη, και ζήτησε να το λάβει για να μην ξαναδιψάσει. Ο Κύριος, θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε, και ότι αυτός που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε υψηλά ζητήματα.

Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά πού πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ’ αυτόν τον τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει την απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα, που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν τον Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο, και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι’ αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατά Πνεύμα και αλήθεια. Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το παν. Παντού είναι ο Θεός, όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.

Η Σαμαρείτιδα, καθώς άκουσε από τον Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό, που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πώς ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από πού θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή, της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας την υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες προς τον Χριστό, και αργότερα, με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή), σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον
σελίς 71 και εξής
Επιμέλεια κειμένου Δημήτρης Δημουλάς
Πηγή Διαδικτύου Ορθόδοξη Πορεία

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς (Ἰωάν. ζ΄ 37-52, η΄12) Ὁμιλία εἰς τὴν κατὰ τὴν Πεντηκοστὴν τελεσθείσαν φανέρωσιν καὶ διανομὴν τοῦ Θείου Πνεύματος Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς




Ἐθεασάμεθα πρὸ μικροῦ τοῖς  μεγάλοις τῆς πίστεως ὀφθαλμοῖς ἀναληφθέντα Χριστὸν, καὶ τῶν αὐτοψίᾳ κατηξιωμένων ἰδεῖν οὐχ ἧττον, καὶ τῆς κατ’ ἐκείνους διὰ τοῦτο μακαριότητος οὐδὲν ἀπελείφθημεν· «Μακάριοι γὰρ οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», ὁ Κύριος εἶπεν· οὗτοι δὲ εἰσιν οἱ δι’ ἀκοῆς πληροφορηθέντες καὶ διὰ πίστεως βλέποντες. Ἐθεασάμεθα οὖν πρώην Χριστὸν ἀπὸ γῆς αἰρόμενον μετὰ σώματος, νῦν δὲ ὁρῶμεν διὰ τοῦ παρ’ αὐτοῦ τοῖς μαθηταῖς πεμφθέντος ἁγίου Πνεύματος, μέχρι τίνος ὁ Χριστὸς ἀναληφθεὶς ἔφθασε, καὶ εἰς ποίαν ἀξίαν ἀνεβίβασε τὴν ἡμῶν ἥν ἀνέλαβε φύσιν· ἐκεῖσε γὰρ πάντως ἀνῆλθεν, ὅθεν τὸ Πνεῦμα παρ’ αὐτοῦ πεμφθὲν καταλήλυθε. Πόθεν δὲ τὸ Πνεῦμα κατῆλθε, δείκνυσιν ὁ διὰ τοῦ προφήτου λέγων Ἰωήλ·  «Ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα»·  καὶ πρὸς ὅν φησιν ὀ Δαβίδ· «Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμα σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς». Πρὸς τὸν ἀνωτάτω τοιγαροῦν ὁ Χριστὸς ἀναληφθεὶς ἀνελήλυθε Πατέρα, καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφθασε τὸν πατρικὸν κόλπον, ὅθεν καὶ τὸ Πνεῦμα· καὶ κοινωνὸς καὶ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον τῆς κατ’ αὐτὸν ἀξίας ἀνεδείχθη τὸ ἐξ οὐρανοῦ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐρχόμενον τε καὶ στελλόμενον Πνεῦμα καὶ αὐτὸς ἀρτίως ἀποστείλας. Ἀλλὰ μηδεὶς νομίσῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τῆς ἀξίας ταύτης ἀμοιροῦν, παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἀποστελλόμενον ἀκούων· οὐ γὰρ τῶν ἀποστελλομένων ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀποστελλόντων καὶ συνευδοκούντων ἐστί.
Δείκνυσι δὲ καὶ τοῦτο σαφῶς ὁ διὰ τοῦ προφήτου λέγων· «Ἐγὼ ταῖς χερσὶ μου ἐθεμελίωσα τὴν γῆν, καὶ τὸν οὐρανὸν ἐξέτεινα, καὶ νῦν Κύριος ἀπέσταλκέ με καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ».  Καὶ ὁ Χριστὸς διὰ τοῦ αὐτοῦ προφήτου πάλιν ἀλλαχοῦ λέγων·  «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ ἕνενεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με» Τοιχαροῦν οὐκ ἀποστέλλεται μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλὰ καὶ ἀποστέλλει τὸν παρὰ Πατρὸς ἀποστελλόμενον Υἱόν , παρ’  οὗ δείκνυται Πατρί τε καὶ Υἱῷ συμφυὲς καὶ ὁμοσθενὲς καὶ συνεργὸν καὶ ὁμότιμον. Εὐδοκίᾳ τοίνυν τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργείᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος δι’ ἄφατον φιλανθρωπίας πέλαγος κλίνας οὐρανοὺς, καὶ καταβὰς ἄνωθεν ὁ τοῦ Θεοῦ Μονογενής, καὶ καθ’ ἡμᾶς ἐπὶ τῆς γῆς ὀφθείς, καὶ συναναστραφεὶς ἡμίν, καὶ ἔπραξε καὶ ἐδίδαξε θαυμαστὰ καὶ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ὄντως θεοπρεπῆ, καὶ τοὶς αὐτῷ πειθαρχοῦσιν θεουργὰ καὶ σωτήρια. Εἶπα καὶ παθὼν ἐθελουσίως ὑπὲρ τῆς ἡμῶν σωτηρίας, καὶ ταφείς καὶ ἀναστὰς τριήμερος, ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς, καὶ συνήργησεν ἐκεῖθεν τῇ πρὸς τοὺς οἰκείους μαθητὰς καθόδῳ τοῦ θείου Πνεύματος,  συναποστείλας μετὰ τοῦ Πατρὸς, καθάπερ καὶ συνεπηγγείλετο τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν·  αὐτὸς δὲ καθήμενος ἐν ὑψηλοῖς ἐκεῖ, ὥπσπερ βοᾷ πρὸς ἡμας ἐκεῖθεν. Εἴ τις ἐθέλει παρατῆναι τῇ δόξῃ ταύτῃ, καὶ μέτοχος γενέσθαι τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας, καὶ υἱὸς κληροθῆναι Θεοῦ, καὶ ζωὴ εὑρεῖν ἀθάνατον καὶ δόξα ἄρρητον, καὶ τρυφὴν ἀκήρατον, καὶ πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀκουέτω τῶν ἐμῶν προσταγμάτων, καὶ μιμείσθω πρὸς δύναμιν τὴν ἐμὴν πολιτείαν, καὶ πολιτευέσθω καθάπερ ἐπὶ τῆς γῆς ἐγὼ διὰ σαρκὸς ἐλθὼν καὶ ἐποίησα καὶ ἐδίδαξα, σωτηρίους θεὶς νόμους, καὶ ὑπόδειγμα προθεὶς ἑμαυτὸν·  τὴν γὰρ εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν ἐπιστώσατο μὲν ὁ Σωτὴρ δι’ οἰκείων ἔργων τε καὶ θαυμάτων, ἐτελείωσε δὲ διὰ τῶν αὐτοῦ παθημάτων· παρέστησε δὲ αὐτῆς τὸ μεγαλωφελὲς καὶ σωτήριον διὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, διὰ τῆς οὐρανοὺς ἀναλήψεως, διὰ τῆς ἐκ τῶν οὐρανῶν πρὸς τοὺς οἰκείους μαθητὰς νῦν τελεσθείσης τοῦ θείου Πνεύματος ἐπελεύσεως ἥν ἑορτάζομεν σήμερον. Μετὰ γὰρ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν φανέρωσιν πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπεν ἀναλαμβανόμενος· «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς, ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους· λήψεσθε γὰρ δύναμιν, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς· καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἕν τε Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ, καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». Συμπληρουμένης δὲ μετὰ τὴν ἀνάστασιν πεντηκοστῆς ἡμέρας, ἧς νῦν ἐφέστηκεν ἡ μνήμη, τῶν μαθητῶν ἁπάντων συνηγμένων ἐπὶ τὸ αὐτό, καὶ ὁμοθυμαδὸν ὄντων ἐν τῷ ὑπερώῳ, τῷ οἰκείῳ νῷ τούτων ἑκάστου συνηγμένου· ἦσαν γὰρ σχολάζοντες καὶ προσέχοντες τῇ δεήσει καὶ τοῖς ὕμνοις τοῖς πρὸς τὸν Θεόν·  «Ἐγένετο, φησὶν ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐκπλήρωσε τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθημένοι, «Οὗτός ἐστι ὁ ἦχος; περὶ οὗ προεῖπεν Ἄννα ἡ προφήτις, ὅτε τὴν περὶ τὸν Σαμουήλ ἐπαγγελίαν ἐδέθατο, ὅτι «Κύριος ἀνέβη εἰς οὐρανοὺς καὶ ἐβρόντησεν, Αὐτὸ δώσει ἰσχὺν, καὶ ὑψώσει κέρας χριστῶν αὐτοῦ». Τοῦτον τὸν ἦχον  καὶ ἡ τοῦ Ἡλιοῦ θεωρία προανεκήρυξεν·«Ἰδοὺ γάρ, φησί, φωνὴ αὔρας λεπτῆς, καὶ ἐν αὐτῇ Κύριος»·  ἡ γὰρ φωνὴ τῆς αὔρας ἦχός ἐστι πνοῆς. Τούτου τοῦ ἤχου καὶ τῆς πνοῆς εὕροις ἄν τὸ πρόγραμμα καὶ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ. Τῇ γὰρ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς, ἥτις ἐστιν ἡ Πεντηκοστή, εἰστήκει ὁ Ἰησοῦς κατὰ τὸν Θεολόγον καὶ Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ ἔκραξε, λέγων· «Εἴ τις διψᾷ ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω». Τοῦτο δὲ ἔλεγε, φησί, περὶ τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτὸν· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἐνεφύσησε τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε, «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». Ἡ οὖν κραυγὴ ἐκείνη τοῦτον προεσήμαινε τὸν ἦχον, καὶ τὸ ἐκφύσημα ταύτην τὴν πνοήν, ἥτις νῦν ἄνωθεν χυθεῖσα δαψιλής, καὶ μέγα καὶ ἐξάκουστον οὐρανόθεν ἐξηχήσασα, πᾶσαν ἐκκαλεῖται τὴν ὑπ’ οὐρανὸν, καὶ πᾶσι τοῖς πιστῶς προσιοῦσι τὴν χάριν ἐπαντλεῖ καὶ ἐνιήσι. Βιαία δὲ ἐστιν, ὡς πάντα νικῶσα, καὶ ὑπερβαίνουσα μὲ τὰ τείχη τοῦ πονηροῦ, καθαιροῦσα δὲ τὰς πόλεις, καὶ πᾶν ὀχύρωμα τοῦ ἐχθροῦ· καὶ ταπεινοῦσα μὲν τοὺς ὑπερηφάνους ἀνυψοῦσα δὲ τοὺς ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ·  καὶ συνδοῦσα μὲν τὰ κακῶς λελυμένα, διασπῶσα δὲ τοὺς τῶν ἁμαρτημάτων συνδέσμους, καὶ διαλύουσα τὰ κρατούμενα.  Ἐπλήρωσε δὲ τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτὸν ἀπεργαζομένη πνευματικὴν, καὶ πληροῦσα τὴν τοῦ Σωτῆρως ἐπαγγελίαν, ἥν καὶ αὐτὴν ἀναλαμβανόμενος πρὸς αὐτοὺς ἔλεγεν· «Ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. Ἀλλὰ καὶ τὴν κλῆσιν, ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε.  Διὰ γὰρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου ὄντως υἱοὶ βροντῆς γεγόνασιν, οἱ ἀπόστολοι·  «Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς, φησί, διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρὸς ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καὶ ἐλάλουν ἑτέρας γλώσσας, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».  Τὰ μὲν γὰρ διὰ τοῦ δεσποτικοῦ σώματος θαυματουργηθέντα, καὶ Υἱὸν εἶναι μονογενῆ τοῦ Θεοῦ παραστήκοντα, κατ’ ἰδίαν ὑπόστασιν, τὸν ἐπ’ ἐσχάτων ἡμῖν συναφθέντα τῶν ἡμερῶν, πέρας ἔλαβεν· ἄρχεται δὲ τελεῖσθαι καὶ τὰ φανεροῦντα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κατ’ ἰδίαν ὑπόστασιν ὑπάρχον· ἵν’ ἡμεῖς ἐπιγνῶμέν τε καὶ σκεφθῶμεν τὸ μέγα καὶ προσκυνητὸν τῆς ἁγίας Τριάδος μυστήριον· ἐνήργει μὲν γὰρ καὶ πρότερον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον·  τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ  διὰ τῶν μαθητῶν ἔπειτα, δαίμονες ἐλαῦνον γεῖλαν τὰ μέλλοντα, ἐνήργει καὶ διὰ τὼν μαθητῶν ἔῃται, δαίμονες ἐλαύνον καὶ νόσους ἰώμενον, ἐφανερώθη δὲ καὶ νῦν ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει τοῖς πᾶσι διὰ τῶν πυρίνων γλωσσῶν· καὶ τοῖς τοῦ Χριστοῦ μαθηταῖς ἐπικαθίσαν δεσποτικῶς, καὶ οἷον ἐνθρονισθέν, ὄργανα τούτους πεποίηκε τῆς οἰκείας δυνάμεως.

Ἀλλὰ τίνος ἕνεκεν ὤφθη διὰ τοῦ σχήματος τῶν γλωσσῶν; Ἵνα τὴν πρὸς τὸν τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐπιδείξηται συμφυΐαν· γλώσσης γὰρ πρὸς λόγον οὐδὲν συγγενέστερον. Ἅμα δὲ καὶ διὰ τὴν χάρην τῆς διδασκαλίας· γλώσσης γὰρ κεχαριτωμένης ὁ κατὰ Χριστὸν διδάσκαλος δεῖται. Διατὶ δὲ πυρίναις γλώσσαις; Οὐ μόνον διὰ τὸ τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον·  πῦρ γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ πῦρ καταναλίσκον τὴν μοχθηρίαν· ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ διττὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ τῶν ἀποστόλων κηρύγματος·  εὐεργετεῖν γὰρ ἅμα καὶ κολάζειν δύναται· καὶ καθάπερ τὸ πῦρ καὶ φωτίζειν καὶ φλογίζειν πέφυκεν, οὕτω καὶ ὁ τῆς κατὰ Χριστὸν διδασκαλίας λόγος τοὺς μὲν ὑπακούοντας φωτίζει, τοὺς δὲ ἀπειθοῦντας εἰς τέλος πυρὶ καὶ κολάσει παραδίδωσιν αἰωνίῳ.  Γλῶσσαι δέ, οὐχὶ πυρὸς εἶπεν, ἀλλ’ ὡσεὶ πυρός, ἵνα μὴ τις αἰσθητὸν καὶ ὑλικὸν εἶναι λογίσηται τὸ πῦρ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ὡς ἀπὸ παραδείγματος ἕν περινοίᾳ γενώμεθα τῆς ἐπιφανείας τοῦ Πνεύματος. Τίνος δὲ χάριν αἱ γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὤφθησαν αὐτοῖς; ἐπεὶ μόνῳ τῷ καὶ αὐτῷ ἄνωθεν ἐλθόντι Χριστῷ οὐκ ἐκ μέτρου δίδοται τὸ Πνεῦμα παρὰ τοῦ Πατρός·  ὁλόκληρον  γὰρ ἐκεῖνος καὶ κατὰ σάρκα τὴν θείαν δύναμιν εἶχε καὶ τὴν ἐνέργειαν, τῶν δ’ ἄλλων οὐδενὶ πᾶσα ζωρητὴ καθέστηκεν ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, ἀλλ’ ἐκ μέρους ἕκαστος μή τις φύσιν εἶναι τὴν παρὰ τοῦ Πνεύματος τοῖς ἁγίοις δεδομένην χάριν νομίσῃ. Τὸ δὲ , «ἐκάθισεν», οὐ τὴν δεσποτικὴν ἀξίαν ὑπεμφαίνει μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑνιαῖον τοῦ θείου Πνεύματος. «Ἐκάθισε δέ, φησίν, ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου»· καὶ μεριζόμενον γὰρ κατὰ τὰς διαφόρους αὐτοῦ δυνάμεις τε κεὶ ἐνεργείας, δι’ ἑκάστης τῶν ἐνεργειῶν ὅλον πάρεστι καὶ ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀμερίστως μεριζόμενον, καὶ ὁλοσχερῶς μετεχόμενον, κατὰ τὴν εἰκονα τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος. Ἐλάλουν δὲ ἑτέραις γλώσσαις, τοὐτέστι διαλέκτοις, πρὸς τοὺς ἐκ παντὸς ἔθνους συνελθόντας, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι· ὄργανα γὰρ ἐγένετο τοῦ θείου Πνεύματος, ἐνεργοῦντά τε καὶ κινούμενα κατὰ θέλησιν ἐκείνου καὶ δύναμιν· ὄργανον δὲ ἅπαν ἔξωθεν προσλαβανόμενον, οὐ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ τῆς ἐνεργείας, τοῦ ἐνεργοῦντος δι’ αὐτοῦ μετέχον, οὕτως ὄργανον ἐκείνου τελεῖ, ὡς καὶ ὁ θείῳ Πνεύματι  φθεγγόμενος φησι Δαβίδ· «Ἡ γλῶσσα μου κάλαμος γραμματέως ἀξυγράφου». Ὁ οὖν γραφικὸς κάλαμος ὄργανον ἐστι, γραφέως, τῆς ἐνεργείας πάντως, ἀλλ’ οὐ τῆς οὐσίας μετέχων τοῦ γράφοντος, κἀκεῖνα χαράττων, ἅπερ ὁ γραφεύς ἐθέλει καὶ δύναται.
 Ἀλλὰ πῶς ἐπαγγελία τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον; Ἐπειδὴ διὰ τῶν αὐτοῦ προφητῶν προεπηγγείλατο τοῦτο, διὰ μὲν τοῦ Ἰεζεκιὴλ λέγων· «Δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν, καὶ Πνεῦμα καινόν, καὶ τὸ Πνεῦμά μου δώσω ἕν ὑμῖν»· διὰ δὲ τοῦ Ἰωήλ·  «Καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα».  Τοῦτο καὶ ὁ Μωυσῆς ἐπιποθῶν, προανεφώνησε λέγων·  «Τίς δώσει πάντα τὸν λαὸν Κυρίου προφήτας, ὅταν δῷ Κύριος τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ ἐπ’ αὐτούς;» Ἐπὶ δὲ μία ἐστὶν ἡ εὐδοκία καὶ ἡ ἐπαγγελία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, διὰ τοῦτο τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν εἰπών· «Ὁ πιὼν ἐκ τοῦ ὕδατος, ὅ ἐγὼ δώσω αὐτῷ γίνεται πηγὴ ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωὴ αἰώνιον»·  καὶ, «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος»· ὅ ἑρμηνεύων ὁ Εὐαγγελιστής, «Τοῦτο δέ, φησίν, ἔλεγε περὶ τοῦ Πνεύματος ὅ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν». Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸ σωτήριον ἐρχόμενον πάθος πρὸς τοὺ οἰκείους μαθητὰς ἔλεγεν·  «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμάς τηρήσατε καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα, καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας».  Καὶ πάλιν·  «Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, παρ’ ὑμῖν μένων· ὅ πέμψει ὁ Πατήρ, ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα».  Καὶ πάλιν· «Ὅταν ἔλθῃ ὀ Παράκλητος, ὅν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνο μαρτυρύσε περὶ ἐμοῦ, καὶ ὀδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Νῦν οὖν ἐπληρώθη ἡ ἐπαγγελία, καὶ κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, παρὰ Πατρὸς τε καὶ Υἱοῦ πεμφθέν τε καὶ δοθέν, καὶ τοὺς ἁγίους μαθητὰς περιλάμψαν, καὶ ὅλως λαμπάδας ἀνάψαν θείως, μᾶλλον δὲ φωστῆρος· ἀναδεῖξαν ὑπερκοσμίους καὶ παγκοσμίους, αἰωνίου ζωῆς ἐπέχοντας λόγον, δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐφώτισε. Καθάπερ δὲ εἴ τις ἀπὸ τῆς φωτοφόρου λαμπάδος ἑτέραν ἀνάψει, καὶ ἀπ’ ἐκείνης ἄλλην, καὶ ἐφεξῆς τῇ διαδοχῇ παρακατέχων, ἀεὶ παραμένον ἔχει τὸ φῶς· οὕτω καὶ διὰ τῆς τῶν ἀποστόλων χειροτονίας ἐπὶ τοὺς αὐτῶν διαδόχους, καὶ ἀπὸ τούτων ἐφ’ ἑτέρους πάλιν, καὶ ἐφεξῆς,  ἡ τοῦ θείου Πνεύματος διαδιδομένη χάρις διὰ πάσης διήκει γενεᾶς, καὶ φωτίζει πάντας τοὺς πειθομένους τοῖς πνευματικοῖς ποιμέσι καὶ διδασκάλοις.
Ταύτην οὖν τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου φωτισμὸν τοῦ θείου Πνεύματος, ἔρχεται κομίσων τῇ πόλει τῶν κατὰ καιροὺς ἀρχιερέων ἕκαστος· οἱ δὲ τινα τούτων ἀπωθούμενοι, τὸ εἰς αὐτοὺς ἦκον, διακόπτουσι τοῦ Θεοῦ τὴν χάριν, καὶ διασπῶσι τὴν θείαν διδαχήν, καὶ διιστῶσιν ἑαυτοὺς τοῦ Θεοῦ, καὶ στάσεσιν ἀλιτηριώδεσι, καὶ συμφοραῖς παντοδαπαῖς παραδίδονται· ὅ καὶ ὑμεῖς ἐπέγνωτε πρὸ μικροῦ πάντως διὰ τῆς πείρας. Ἀλλὰ νῦν ἐπιστρέψαντες ἐπὶ τὸν παρὰ Θεοῦ ποιμένα τῶν ὑμετέρων ψυχῶν, εἴ γέ μοι πείθεσθε συμβουλεύοντι τὰ σωτήρια, καλῶν ὄντων πανηγυρίσατε τὴν ἐπέτειον μνήμην τῆς ἐπιδημίας τοῦ θείου Πνεύματος, ὅ κατῆλθεν ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας σωτηρίας δι’ ἀνείκαστον φιλανθρωπίαν, ὑπὲρ ἧς καὶ δι’ ἥν καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενῆς Υἱὸς κλίνος οὐρανοὺς κατῆλθε, καὶ σάρκα παρ’ ἡμῶν ἔλαβεν. Ἐπειδὴ γὰρ αὐτὸς πρὸς οὐρανοὺς μετὰ σώματος ἀνῆλθεν, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔπεμψεν, ἵνα συνῇ καὶ ἐνισχύῃ τοὺς αὐτοῦ μαθητάς, καὶ τοὺς ἀπ’ ἐκείνων κατὰ γενεὰς διαδόχους καὶ διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος, οὐκ ἄν ἐκηρύχθη πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, οὐδ’ ἄν μέχρις ἡμῶν ἔφθασε καταβαῖνον τὸ κήρυγμα τῆ ἀληθείας. Διὰ τοῦτο ὁ φιλανθρωπότατος Δεσπότης μετόχους τε καὶ πατέρας καὶ ὑπηρέτας φωτός τε καὶ ζωῆς ἀϊδίου νῦν ἀνέδειξε τοὺς αὐτοῦ μαθητάς, εἰς ζωὴν αἰώνιον ἀναγεννῶντας, καὶ τέκνα φωτὸς καὶ πατέρας φωτισμοῦ τοὺς ἀξίους ἐργαζομένους· ἵν’ οὕτω μεθ’ ἡμῶν αὐτός, ἧ μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, καθάπερ ἀπηγγείλατο διὰ τοῦ Πνεύματος εἰς γὰρ ἐστιν αὐτὸς μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ Πνεύματος οὐχ ὑποστάσει, ἀλλὰ θεότητι·  καὶ εἰς ἐν τρισί Θεό, ἐν μιᾷ τρισυποστάτῳ καὶ παντοδυνάμῳ θεότις· τὸ γὰρ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἧ ἀεί, καὶ συνῆν τῷ Υἱῷ ἐν τῷ Πατρί. Πῶς γὰρ ἄν ἦν Πατὴρ καὶ νοῦς ἄναρχος χωρὶς Υἱοῦ καὶ Λόγου συνανάρχου; Πῶς δ’  ἄν ἦν Λόγος ἀϊδιος χωρὶς συναϊδίου Πνεύματος; Ἦν οὖν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, συνδημιουργοῦν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ κατὰ καιρὸν τὰ δημιουργηθέντα, καὶ συνανεκαινίζον τὰ παραφθαρέντα, καὶ συνέχον τὰ διαμένοντα·  πανταχοῦ παρόν, καὶ τὰ πάντα πληροῦν, καὶ τὰ πάντα διέπον καὶ ἐφορῶν· «Ποῦ γάρ, φησὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὁ Ψαλμωδός, πορευθῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός σου, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ ποῦ φύγω;»
 Οὐ πανταχοῦ δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν. Οὐδ’ ἐν παντὶ αἰῶνί τε καὶ χρόνῳ, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς αἰῶνός τε καὶ χρόνου· καὶ οὐ μέχρι μόνον συντελείας αἰῶνος μεθ’ ἡμῶν ἔσται κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τοῖς ἀξίοις συμπαραμενεῖ, κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀποθανατίζον τούτων καὶ πληροῦν ἀϊδίου δόξης καὶ τὰ σώματα ὅ καὶ ὁ Κύριος δηλῶν ἔλεγε τοῖς μαθηταῖς· «Ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα, καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μείνῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα»·  σπείρεται γάρ, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, τοὐτέστιν ἐθάπτεται καὶ κατορύττεται τῇ γῇ θανὸν σῶμα ψυχικὸν, ταὐτὸ δι’ εἰπεῖν φυσικὸν, καὶ ψυχῇ καὶ σώματι κτιστὸν, τὸ συνεστάναι καὶ κινεῖσθαι σχόν· ἐγείρεται, τοὐτέστιν ἀναζῇ, σῶμα πνευματικὸν, ταὐτὸ δ’ εἰπεῖν ὑπερφυές, ὡς ὑπὸ τοῦ θείου Πνεύματος συνεστὼς καὶ διοικούμενον, καὶ τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος ἀθανασίαν καὶ δόξαν καὶ ἀφθαρσίαν ἠμφιεσμένον· «Ἐγένετο γάρ, φησίν, ὁ πρῶτος Ἀδάμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν, ὁ δὲ ἔσχατος Ἀδάμ εἰς Πνεῦμα ζωοποιοῦν· καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δὲ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ· οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι». Τίνες οὗτοι; Οἱ ἐδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι τῇ πίστει, καὶ περισσεύοντες ἐν τῶ ἔργῳ τοῦ Κυρίου πάντοτε, καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου διὰ τὴς πρὸς αὐτὸν εὐπειθείας φορέσαντες· «Ὁ γὰρ ἀπειθῶν τῷ Υἱῷ, διὰ τοῦ αὐτοῦ πάλιν Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννης φησὶν ὁ τοῦ Κυρίου πρόδρομος, οὐκ ὄψεται τὴν ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μενεῖ ἐπ’ αὐτόν»·  ὀργὴν δὲ Θεοῦ τίς ὑπομενεί; Φοβερὸν, ἀδελφοί, τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος· εἰ γὰρ χεῖρας πολεμίων δεδοίκαμεν, καὶ ταῦτα τοῦ Κυρίου λέγοντος, «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτευόντων τὸ σῶμα·  τίς νοῦν ἔχων οὐ φοβηθήσεται Θεοῦ χεῖρας, ἐν ὀργῇ κατὰ τῶν ἀπειθούντων ἐπαιρομένας; Ὀργὴ γὰρ Θεοῦ ἀποκαλυφθήσεται ἐπὶ πᾶσαν ψυχήν, τῶν ἐν ἀσελγείας καὶ ἀδικαίας ἀνεπιστρόφως πορευομένων, καὶ τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων.
Φύγωμεν οὖν τὴν ὀργήν, καὶ σπεύσωμεν ἐπιτυχεῖν τῆς χρηστότητος καὶ συμπαθείας τοῦ παναγίου Πνεύματος διὰ τῆς μετανοίας. Ὁ μῖσος ἔχων πρὸς τινα καταλλαγήσω, καὶ πρὸς τὴν ἀγάπην ἐπανίτω, ἵνα μὴ τὸ μῖσος καὶ ἡ πρὸς τὸν πλησίον μάχη καταμαρτυρήσωσιν αὐτοῦ, ὡς μὴ τὸν Θεὸν ἀγαπῶντος· εἰ γὰρ τὸν ἀδελφόν σου ὅν ἑώρακας οὐκ ἀγαπᾷς, τὸν Θεὸν ὅν οὐ ἑώρακας, πῶς ἀγαπήσεις; Ἀγάπην δὲ ἔχοντες πρὸς ἀλλήλους, τὴν ἀγάπην ἔχομεν τὴν ἀληθῆ, τὴν ἀνυπόκριτον, καὶ δι’ ἔργων ταύτην ἐπιδεικνύμεθα, μηδὲν λέγειν τε καὶ πράττειν, μᾶλλον δὲ μηδὲ ἀκούειν ὑπομένοντες ὕβριν ἤ βλάβην φέρον τοῖς ἡμετέροις ἀδελφοῖς, ὡς καὶ ὁ ἠγαπημένος τῷ Χριστῷ Θεολόγος ἐδίδαξεν ἡμᾶς· «Ἀδελφοί, λέγων, μὴ ἀγαπᾶτε λόγῳ καὶ γλώσσῃ, ἀλλ’ ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ». Ὁ πορνεῖα, ἤ μηχείᾳ, ἤ παραπλησίᾳ τινί τοῦ σώματος ἀκαθαρσίᾶ περιπεσών, ἀποσχέσθω τοῦ μυσαροῦ τούτου βορβόρου, καὶ καθαρισάτω ἑαυτὸν δι’ ἐξομολογήσεως, διὰ δακρύων, διὰ νηστείας καὶ τῶν παραπλησίων· πόρνους γὰρ καὶ μοιχοὺς τοὺς μὴ μετανοήσαντας κρινεῖ ὁ Θεὸς καὶ κατακρινεῖ καὶ ἀποπέμψεται καὶ παραδώσει τῇ γεένῃ καὶ τῷ ἀσβέστῳ πυρί, καὶ ταῖς ἄλλαις κολάσεσι ταῖς διαιωνιζούσαις,  λέγων· Ἀρθήτω ὁ βέβηλος καὶ ἐναγής, οὐ μὴ ἴδοι καὶ ἁπολαύσῃ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου. Ὁ κλέπτων, ἤ καὶ φανερῶς ἁρπάζων καὶ πλεονεκτῶν, μηκέτι κλεπτέτω,  μηδὲ πλεονεκτήσω, μηδὲ ἁρπαζέτω τα ἀλλότρια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν οἰκείων μεταδιδότω τοῖς μὴ ἔχουσι. Καὶ ἵνα συνελὼν εἴπω, εἰ θέλετε ζωήν, ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθὰς, καὶ ρυσθῆναι τῶν τε ὀρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, τῶν τε νῦν καὶ ἐπικειμένων βαρβάρων, καὶ τῶν ἀποκειμένων τῷ ἀρχεκάκῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ κολαστηρίων ἐκείνων, ἐκκλίνατε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, καὶ ποιεῖτε τὰ ἀγαθὰ·  «Μὴ πλανᾶσθε γαρ, πρὸς Κορινθίους φησίν ὁ Ἀπόστολος· οὔτε πόρνον, οὔτε μοιχόν, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσιν». Ὁ οὖν πληρονομίαν μὴ ἔχων μετὰ Θεοῦ οὐδὲ Θεοῦ ἐστιν, οὐδὲ Πατέρα ἔχει τὸν Θεόν.
Ἀλλ’ ἐμεῖς ἀποστῶμεν, ἀδελφοί, παρακαλῶ τῶν τῷ Θεῷ, μεμισημένων ἔργων τε καὶ λόγων, ἵνα μετὰ παρρησίας ἐπικαλώμεθα Πατέρα τὸν Θεόν. Ἐπιστρέφωμεν πρὸς αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ, ἵνα καὶ οὗτος ἐπιστρέψῃ πρὸς ἡμᾶς, καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, καὶ ἀξίους ποιήσῃ τῆς αὐτοῦ θείας χάριτος. Οὕτω γὰρ καὶ νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας ἑορτάσομεν, καὶ πανηγυρίσομεν ἐνθέως καὶ πνευματικῶς τὴν τῆς θείας ἐπαγγελίας τελείωσιν·  τὴν τοῦ παναγίου Πνεύματος εἰς ἀνθρώπους ἔλευσιν καὶ ἀνάπαυσιν· τὴν τῆς μακρίας ἐλπίδος ἔκβασιν καὶ συμπλήρωσιν, ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν·  ὅτι αὐτῷ πρέπει δόξα τιμὴ καὶ προσκύνησις σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
  
Εἴδαμε πρὶν ἀπὸ λίγο μὲ τὰ μεγάλα μάτια τῆς πίστης τὸ Χριστὸ νὰ ἐχη ἀναληφθὴ, ὄχι κατώτερα κι ἀπὸ κείνους ποὺ ἀξώθηκαν νὰ δοῦν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια καὶ καθόλου δὲν καριότητα γιὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα·  «Μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶδαν κι ὅμως πίστεψαν» εἶπε ὁ Κύριος. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπληροὑστερήσαμε ἀπὸ κείνους στὴν μαφορήθηκαν μὲ τὴν ἀκοὴ καὶ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης. Εἴδαμε πρῶτα τὸ Χριστὸ νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ μὲ τὸ σῶμα καὶ τώρα βλέπομε μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔστειλε στοὺς μαθητάς του, ὡς ποιὸ σημεῖο ὁ Χριστὸς ἔφτασε μὲ τὴν ἀνάληψή του καὶ σὲ ποιὰ ἀξια ἀνέβασε τὴν ἀνθρωπίνη φύση μας ποὺ ἔλαβε ὁ ἴδιος: ὁπωσδήποτε ἀνέβηκε, ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου τὸ Πνεῦμα κατέβηκε σταλμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο. Ἀπὸ ποῦ κατέβηκε τὸ Πνεῦμα δείχνει ἐκεῖνος ποὺ λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἰωὴλ·  «Θὰ ἁπλώσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο»καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο λέει ὁ Δαυΐδ «Θὰ στείλης τὸ Πνεῦμα σου καὶ θὰ οἰκοδομηθοῦν καὶ θὰ ἀνανεώσης τὴν ὄψη τῆς γῆς». Μετὰ τὴν ἀνάληψή του λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀνέβηκε πρὸς τὸν Πατέρα του ποὺ βρίσκεται στὰ ἀνώτατα καὶ ἔφτασε μέσα στὸν ἴδιο τὸν κόλπο τοῦ Πατέρα του, ἀπ’ ὅπου προέρχεται καὶ τὸ Πνεῦμα.  Καὶ παρουσιάσθηκε μέτοχος ἀκόμα καὶ σὰν ἄνθρωπος τῆς ἀξίας ποὺ εἶχε ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔστειλε κι ὁ ἴδιος πρὶν ἀπὸ λίγο τὸ Πνεῦμα ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό σταλμένο ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἀλλὰ ἄς μὴ νομίση κανένας ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἄμοιρο αὐτῆς τῆς ἀξίας, ἐπειδὴ ἀκούει ὅτι τὸ στέλνει ὁ Πατέρας καὶ ὁ Γιός. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπὸ κεῖνα ποὺ ἀποστέλλονται ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κείνους ποὺ ἀποστέλλουν καὶ συγκατατίθενται.
Τὸ δείχνει κι αὐτὸ μὲ σαφήνεια αὐτὸς ποὺ μιλᾶ μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη «Ἐγὼ μὲ τὰ χέρια μου θεμέλιωσα τὴ γῆ καὶ τέντωσα τὸν οὐρανὸ καὶ τώρα ὁ Κύριος ἔστελε ἐμένα καὶ τὸ Πνεῦμα του». Τὸ δείχνει καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ ἴδιου προφήτη πάλι σ’ ἄλλο σημεῖο λέγοντας «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἦρθε ἐπάνω μου καὶ κατ’ ἐντολὴ του μ’ ἔχρισε καὶ μὲ ἔστειλε νὰ εὐαγγελιστῶ στοὺς φτωχούς».  Δὲν ἀποστέλλεται λοιπὸν μονάχα τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀποστέλλει καὶ τὸ Γιὸ ποὺ ἀποστέλλει ὁ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποδεικνύεται σύμφυτο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ καὶ ὁμοδύναμο καὶ συνεργὸ καὶ ὁμότιμο.  Μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατέρα καὶ τὴν συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ ἀνείπωτη ἔκταση φιλανθρωπίας, ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀπὸ ψηλὰ κατέβηκε ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ  καὶ φανερώθηκε μεταξὺ μας πάνω στὴ γῆ καὶ μαζί μας, ἀφοῦ ἔζησε, ἔπραξε κι ὁ ἴδιος δίδαξε θαυμαστὰ καὶ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἀληθινὰ θεϊκὰ καὶ ποὺ θεοποιοῦν καὶ σώζουν ὅσους πειθαρχοῦν σ’ αὐτόν. Ἔπειτα ἀφοῦ ἔπαθε θεληματικὰ γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας κι ἀφοῦ ἐτάφη κι ἀναστήθηκε σὲ τρεῖς ἡμέρες ἔγινε ἡ ἀνάληψή του στὸν οὐρανό·  κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα καὶ ἀπὸ κεῖ βοήθησε γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρὸς τοὺς μαθητάς του, ἀφοῦ ἔστειλε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα, ὅπως καὶ μαζὶ του εἶχε ὑποσχεθῆ τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Κι ὁ ἴδιος καθισμένος ἐκεῖ ψηλὰ φωνάζει σ’ ἐμᾶς. Ἄν θέλη κάποιος νὰ παρασταθῆ σ’ αὐτὴ τὴ δόξα καὶ νὰ γίνη μέτοχος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ὀνομασθῆ γιὸς τοῦ Θεοῦ νὰ βρῆ ζωὴ ἀθάνατη καὶ ἀνείπωτη δόξα, ἀπόλαυση καθάρια καὶ πλοῦτο ἀνεξάντλητο, ἄς ἀκούη τὶς προσταγὲς μου καὶ ἄς μιμηθῆ τὴ ζωὴ μου, γιὰ ν’ ἀποκτήση δύναμη κι ἄς ζήση ὅπως κι ἐγὼ ἐπάνω στὴ γῆ, ὅταν εἶχα λάβει σάρκα καὶ θαυματούργησα καὶ δίδαξα, θέτοντας νόμους σωστικοὺς καὶ προβάλλοντας ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτό μου. Γιατὶ τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία τὴν ἐπιβεβαίωσε ὁ Σωτήρας μὲ τὰ ἔργα καὶ τὰ θαύματά του καὶ τὴν ἐπισφράγισε μὲ τὰ παθήματά του. Τὴ μεγάλη ὠφέλεια της καὶ σωστικὴ χάρη της παρουσίασε μὲ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ μὲ τὴν ἀνάληψή του στὸν οὐρανό, μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὸν οὐρανό, στοὺς μαθητὰς του, ποὺ ἑορτάζομε σήμερα.  Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ τὴ φανέρωσή του στοὺς μαθητὰς καὶ κατὰ τὴν ἀνάληψή του εἶπε· «Ἐγὼ θὰ σας στείλω, ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ Πατέρας μου σ’ ἐσᾶς κι ἐσεῖς καθίσετε στὴν Ἱερουσαλὴμ, ὥσπου νὰ λάβατε δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐσᾶς. Ἔτσι θὰ γίνετε μάρτυρες δικοί μου στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ στα πέρατα τῆς γῆς». Κι ἐνῶ συμπληρωνόταν ἡ πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν ἀνάσταση, ποὺ ἔχομε τώρα τὴ μνήμη της καὶ οἱ μαθηταὶ ἦσαν μαζεμένοι ὅλοι στὸ ἴδιο μέρος κι ἔμειναν ὅλοι μαζὶ στὸ ὑπερῶο, καθένας μὲ τὴν ἀντίληψή του, περίμεναν κι εἶχαν στραμμένη τὴν προσοχή τους στὴν προσευχὴ καὶ στοὺς ὕμνους πρὸς τὸ Θεό· Ἀκούστηκε, λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ξάφνου ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦχος, σὰν νὰ φυσοῦσε ἄνεμος ὁρμητικὸς, καὶ γέμισε τὸ σπίτι ὅπου καθόταν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἦχος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε μιλήσει ἡ προφήτισσα Ἄννα, ὅταν δέχτηκε τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὸ Σαμουὴλ ὅτι ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ καὶ ἐβρόντησε. Αὐτὸ «θὰ δώση δύναμη καὶ θὰ ὑψώση τὸ φρόνημα τῶν δικῶν του» Αὐτὸν τὸν ἦχο, νιώθοντάς τον, ἔκανε καὶ τὸ δικό του κήρυγμα ὁ Ἠλίας· «Ἄκου τὸν ψίυρο ἁπαλῆς αὔρας καὶ σ’ αὐτὸν μέσα εἶναι ὁ Κύριος», ὁ ψίθυρος τῆς αὔρας εἶναι ἦχος ἀνέμου. Αὐτοῦ τοῦ ἤχου καὶ τοῦ ψιθύρου τὴν προδιαγραφὴ μπορεῖ νὰ τὴ βρῆς καὶ μέσα στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Τὴν τελευταῖα μέρα τὴ μεγάλη, τῆς ἑορτῆς ποὺ εἶναι ἡ Πεντηκοστή, εἶχε σταθῆ ὁ Ἰησοῦς σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ φώναζε λέγοντας· Ἄν κάποιος διψᾶ, ἄς ἔρχεται σὲ μένα κι ἄς πίνη. Κι αὐτὸ τὸ ἔλεγε γιὰ τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἔμελλε νὰ λάβουν ὅσοι πίστευαν σ’ αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀνάσταση ἐμφύσησε τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς εἶπε· «Πάρετε ἅγιο Πνεῦμα». Ἡ κραυγὴ ἐκείνη προμηνοῦσε αὐτὸ τὸν ἦχο καὶ τὸ φύσημα (τοῦ στόματος) αὐτὴν τὴν πνοὴ, ποὺ τώρα σκορπισμένη πλούσια ἀπὸ πάνω κι ἀφοῦ ἀντήχησε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ δύναμη, ὥστε ν’ ἀκουστῆ παντοῦ, προσκαλεῖ ὁλόκληρη τὴν ὑφήλιο καὶ ὅλους ποὺ προσέρχονται μὲ πίστη τοὺς πλημμυρᾶ μὲ τὴ χάρη. Εἶναι ὁρμητικὴ γιατὶ τὰ πάντα νικᾶ καὶ ἀνεβαίνει τὰ τείχη τοῦ πονηροῦ, κατασκάπτει τὶς πόλεις καὶ κάθε ὀχύρωμα τοῦ ἐχθροῦ. Ταπεινώνει τοὺς ὑπερηφάνους καὶ ἀνυψώνει τοὺς ταπεινούς. Συνδέει ὄσα ἔχουν διαλυθῆ κακά, διασπᾶ τοὺς συνδέσμους τῶν ἁμαρτημάτων καὶ διαλύει ὅσων συγκρατοῦνται.  Γέμισε τὸ σπίτι ὅπου ἦσαν καθισμένοι, μεταβάλλοντάς το σὲ καλυμβήθρα πνευματικὴ καὶ ἐκπληρώνοντας τὴν ὑπόσχεση τοῦ Σωτῆρα ποὺ τὴν διετύπωσε σ’ αὐτοὺς, ὅταν γινόταν ἡ ἀνάληψη. «Ὅτι ὁ Ἰωάννης σᾶς βάφτισε μὲ νερό, ἐνῶ σεῖς θὰ βαφτιστῆτε μὲ πνεῦμα ἅγιο ὕστερ’  ἀπὸ ὄχι πολλὲς ἡμέρες». Ἀλλὰ καὶ τὴν ὀνομασία ποὺ τοὺς ἔδωσε, ἔδειξε πὼς εἶναι ἀληθινή. Γιατὶ μὲ τὸν οὐράνιο αὐτὸν ἦχο πραγματικὰ γιοὶ τῆς Βροντῆς ἔγιναν οἱ ἀπόστολοι. «Καὶ τοὺς παρουσιάστηκαν σὰν γλῶσσες φωτιᾶς ποὺ διαμοιράζονταν καὶ κάθισαν στὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ γέμισαν ὅλοι ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ μιλοῦσαν σὲ διαφορετικὲς γλῶσσες, καθὼς τὸ Πνεῦμα τοὺ ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ μιλοῦν».  Γιατὶ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μὲ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου καὶ ἔδειξαν ὅτι εἶναι Γιὸς τοῦ Θεοῦ Μονογενής, μὲ χωριστὴν ὑπόσταση, αὐτὸς ποὺ τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἡμέρες ἑνώθηκε μαζί μας, ἐτελείωσαν. Ἀρχίζουν τώρα κι ἐκεῖνα ποὺ φανερώνουν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὑπάρχει μὲ χωριστὴν ὑπόσταση. Γιὰ νὰ κατανοήσωμε καὶ νὰ σκεφτοῦμε τὸ μέγα καὶ προσκυνητὸ μυστήριο τῆς Ἁγ. Τριάδος. Δροῦσε καὶ προηγουμένως τὸ ἅγιο Πνεῦμα·  αὐτὸ εἶναι ποὺ μίλησε μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν καὶ ἀνήγγειλε ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὰ μέλλοντα. Κινοῦσε ἔπειτα καὶ τὴ δράση τῶν μαθητῶν, διώχνοντας δαίμονες καὶ θεραπεύοντας ἀσθένεις. Φανερώθηκε καὶ τώρα μὲ χωριστὴν ὑπόσταση σ’ ὅλους μὲ τὴ μορφὴ τῶν πύρινων γλωσσῶν. Καὶ καθίζοντας πάνω στοὺς μαθητὰς κυριαρχικά, σὰν νὰ τοὺς ἔκανε θρόνο του, τοὺς μετάτρεψε σὲ ὄργανα τῆς δύναμής του.
Ἀλλὰ γιὰ ποιό λόγο φανερώθηκε μὲ τὴ μορφὴ τῶν γλωσσῶν;  Γιὰ νὰ δείξει τὴ συγγένειά του μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ.  Γιατὶ τίποτα δὲν εἶναι πιὸ συγγενικὰ ἀπὸ ὅτι ἡ γλῶσσα καὶ ὁ Λόγος. Συνάμα καὶ γιὰ νὰ δείξη τὴ χάρη τῆς διδασκαλίας· γιατὶ ὁ διδάσκαλος σύμφωνα μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ χρειάζεται γλῶσσα ὄχι ἄμοιρη ἀπὸ χάρη. Καὶ γιατὶ μὲ πύρινες  γλῶσσες; Ὄχι βέβαια μόνο ἐπειδὴ τὸ Πνεῦμα ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μὲ  τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιό. Φωτιὰ εἶναι ὁ Θεός μας καὶ μάλιστα φωτιὰ ποὺ κατατρώγει τὴ μοχθηρία. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διπλῆ δύναμη τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος· μπορεῖ συνάμα νὰ εὐεργετήση καὶ νὰ τιμωρήση. Κι ὅπως ἡ φωτιὰ μπορεῖ ἀπὸ τὴ φύση της καὶ νὰ φωτίση καὶ νὰ κάψη ἔτσι κι ὁ λόγος τῆς διδασκαλίας, ποὺ γίνεται κατὰ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὺς ποὺ ὑπακούουν φωτίζει, ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ δὲν πείθονται τοὺα παραδίδει στὸ τέλος στὴ φωτιὰ καὶ στὸν αἰώνιο βασανισμό. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶπε γλῶσσες φωτιᾶς, ἀλλὰ σὰν φωτιά, γιὰ νὰ μὴ στοχαστῆ κανένας ὅτι ἡ φωτιὰ ἐκείνη ἦταν αἰσθητὴ καὶ ὑλική, ἀλλὰ σὰν ἀπὸ παράδειγμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν κατὰ προσέγγιση ἰδέα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Πνεύματος.  Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτοὺς οἱ γλῶσσες νὰ μοιράζωνται; γιατὶ μόνο στὸ Χριστὸ ποὺ κι αὐτὸς ἦλθε ἀπὸ ψηλὰ δίνει ὁ Πατέρας ἀμέριστο τὸ Πνεῦμα. Γιατὶ ἐκεῖνος καὶ ὅταν ἦταν ντυμένος τὴ σάρκα εἶχε ἀκέραια τὴ θεία δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια. Ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅμως σὲ κανένα δὲ δωρήθηκε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος ὁλόκληρη, ἀλλὰ ἀπὸ λίγη σὲ καθέναν, γιὰ νὰ μὴ νομιστῆ ὅτι ἀποτελεῖ φύση τῶν ἁγίων αὐτὸ ποὺ εἶναι χάρισμα καὶ δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.  Ἡ λέξη «κάθισε» δὲν ὑποδηλώνει τὴ δεσποτικὴ ἀξία μόνο ἀλλὰ καὶ τὸ ἀδιαίρετο τοῦ Θείου Πνεύματος.  «Καὶ κάθισε στὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἐγέμισαν ὅλοι ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα». Κι ὅταν δηλαδὴ μοιράζεται στὶς διάφορες δυνάμεις κι ἐνέργειές του, σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες εἶναι παρὸν κι εὐεργετεῖ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα, μοιράζεται κι ἀμοίραστο μένει καὶ ἡ μετοχὴ σ’ αὐτὸ εἶναι ὁλοσχερὴς κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἡλιαχτίδας. Καὶ μιλοῦσαν σὲ διαφορετικὲς γλῶσσες καὶ διαλέκτους πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν μαζευτῆ ἀπὸ κάθε ἔθνος, ὅπως τὸ ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ μιλοῦν·  ἔγιναν ὄργανα τοῦ θείου Πνεύματος κι ἐνεργοῦσαν καὶ κινοῦνταν σύμφωνα μὲ τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμη ἐκείνου. Ὄργανο εἶναι κάθε τι ποὺ προσλαμβάνει ἐξωτερικά, ποὺ μετέχει ὄχι στὴν οὐσία ἀλλὰ στὴν ἐνέργεια ἐκείνου ποῦ ἐνεργεῖ μέσα του, ἔτσι γίνεται ἐκείνου ὄργανο, ἁπλῶς λέει καὶ ὁ Δαυΐδ ὁ θεόπνευστος· «Ἡ γλῶσσα μου εἶναι γραφίδα ἑνὸς γραμματικοῦ ταχυγράφου».  Η γραφίδα λοιπὸν εἶναι ὄργανο κάποιου γραμματικοῦ ποὺ μετέχει στὴν ἐνέργαια ὁπωσδήποτε ὄχι ὅμως καὶ στὴν οὐσία ἐκείνου ποὺ γράφει, καὶ χαρίζει ἐκεῖνα ποὺ ὁ γραμματικὸς θέλει καὶ μπορεῖ.
Ἀλλὰ πῶς τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα; Ἐπειδὴ τὸ ὑποσχέθηκε ἀπὸ παλαιὰ μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν του. Μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἰεζεκιὴλ λέει· «Θὰ σᾶς δώσω νέα καρδιὰ καὶ νέο πνεῦμα· θὰ σᾶς δώσω ἀκόμα τὸ Πνεῦμα μου». Μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἰωήλ «Τὶς ἡμέρες τοῦ τέλους θ’ ἀφήσω νὰ ξεχυθῆ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο». Αὐτὸ ποθῶντας κι ὁ Μωυςῆς ξέσπασε λέγοντας. «Ποιὸς θὰ μεταβάλη σὲ προφῆτες τὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Κύριος δώση σ’ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα του;». Κι ἐπειδὴ ἡ χαρὰ καὶ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Γιοῦ εἶναι μία γι’ αὐτὸ εἶπε σ’ ὅσους πιστεύουν σ’ αὐτόν. «Αὐτὸς ποὺ θὰ πιῆ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω θὰ γίνη πηγή νεροῦ ποὺ ἀναβλήζει γιὰ παντοτινή ζωή». Κι ἀκόμα·  «Ὅποιος πιστεύει σ’  ἐμένα, ὅπως εἶπε ἡ Γραφή, ποταμοὶ ζωντανοῦ νεροῦ θὰ ξεχυθοῦν ἀπὸ τὰ σπλάχνα του». Ἑρμηνεύοντάς το αὐτὸ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει «Μ’ αὐτὸ ἀναφερόταν στὸ Πνεῦμα, ποὺ θὰ ἔπαιρναν ὅσοι πίστευαν σ’ αὐτόν». Ἀλλὰ κι ὅταν ἐβάδιζε πρὸς τὸ σωστικὸ πάθος ἔλεγε στοὺς μαθητὰς του «Ἄν μ’ ἀγαπᾶτε, φυλάξετε τὶς ἐντολὲς μου καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα καὶ θὰ σᾶς δώση ἄλλο Παράκλητο, γιὰ νὰ μείνη μαζί σας παντοτινά, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Καὶ πάλι «Αὐτὰ σᾶς εἶπα, ὅσο ἤμουν μαζί σας. Κι ὁ Παράκλητος, τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ στείλει ὁ Πατέρας στὸ ὄνομά μου αὐτὸς θὰ σᾶς τὰ διδάξη ὅλα». Καὶ πάλι «Ὅταν ἔρθη ὁ Παράκλητος, ποὺ ἐγὼ θὰ στείλω ἀπὸ μέρους τοῦ Πατέρα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ποὺ ἀπὸ τὸν Πατέρα προέρχεται, ἐκεῖνος θὰ γίνη μάρτυράς μου καὶ θὰ σᾶς ὁδηγήση σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια». Τώρα λοιπὸν ἡ ὑπόσχεση πραγματοποιήθηκε, κατέβηκε τὸ ἅγιο Πνεῦμα, σταλμένο καὶ δωρημένο ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ καὶ ἀφοῦ μὲ τὴ λάμψη του καταύγασε τοὺς ἅγιους μαθητὰς κι ἄναψε θεϊκὲς λαμπάδες ἤ καλύτερα, ἀφοῦ παρουσίασε φωστῆρες ὑπερκόσμιους καὶ παγκοσμίους, ποὺ κρατοῦν τὸ λόγο τῆς αἰωνίας ζωῆς μὲ αὐτοὺς ἐφώτισε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Κι ὅπως, ἄν ἀπὸ μιὰ ἀναμένη λαμπάδα ἀνάψη κάποιος δεύτερη κι ἀπ’ αὐτὴν ἄλλος καὶ συνέχεια μὲ τὸ διαδοχικὸ ἄναμμα διατηρῆ τὸ φῶς, τὸ ἔχει στὴ διάθεσή του παντοτινὰ ἔτσι καὶ μὲ τὴ χειροτονία ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους τῶν διαδόχων τους κι ἀπ’ αὐτοὺς ἄλλων πάλι, συνέχεια ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος διαδίδεται καὶ περνῶντας ἀπὸ κάθε γενεὰ φωτίζει ὅσους ἔχουν ὑπακοὴ στοὺς πνευματικοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους.
Αὐτὴ λοιπὸν τὴ χάρη καὶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Θείου Πνεύματος διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου ἔρχεται, γιὰ νὰ φέρη στὴν πόλη κάθε τόσο καθένας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς.  Κι ὅποιοι ἐμποδίζουν κάποιον ἀπ’ αὐτοὺς, κάνουν διακοπὴ -ὅσο μποροῦν- στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ διασποῦν τὴ θεϊκὴ συνέχεια, καὶ φέρνουν τὸν ἑαυτὸ τους σὲ διάσταση ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ παραδίδονται σὲ ἁμαρτωλὲς ἀποστασίες καὶ λογῆς συμφορές. Αὐτὸ καὶ οἱ ἴδιοι πρὶν ἀπὸ λίγο τὸ ζήσατε καὶ τὸ διαπιστώσατε. Ἀλλὰ τώρα ἀφοῦ γυρίσετε κοντὰ στὸν ποιμένα τῶν ψυχῶν σας ποὺ σᾶς ἔστειλε ὁ Θεός, ἄν μ’ ἀκούσετε βέβαια ποὺ σᾶς δίνω συμβουλὲς γιὰ τὴ σωτηρία σας, μὲ γνήσια λαμπρότητα πανηγυρίσετε τὴν ἐπέτειο τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ ἀσύλληπτη φιλανθρωπία κατέβηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ποὺ γι’ αὐτὴν καὶ ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε καὶ πῆρε τὴ σάρκα τὴ δική μας. Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μὲ τὸ σῶμα, ἄν δὲν εἶχε στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύη καθὼς καὶ τοὺ διαδόχους τους στὶς διάφορες γενεὲς καὶ τοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος δὲ θὰ εἶχε κηρυχθῆ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, κι οὔτε θὰ ἔφτανε ὡς ἐμᾶς τὸ κήρυγμα τῆς ἀλήθειας καὶ τοὺς δασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος δὲ θὰ εἶχε κηρυχθῆ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, κι οὔτε θὰ ἔφτανε ὡς ἐμᾶς τὸ κήρυγμα τῆς ἀλήθειας. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ὁ γεμᾶτος φιλανθρωπία ἔκαμε τοὺς μαθητὰς του μέτοχους καὶ πατέρας καὶ ὑπηρέτες φωτὸς καὶ παντοτινῆς ζωῆς μὲ τὴ δύναμη νὰ ἀναγεννοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴν παντοτινὴ ζωὴ καὶ νὰ κάμουν τοὺς ἄξιους παιδιὰ φωτὸς τοὺς ἴδιους καὶ πατέρας φωτισμοῦ ἄλλων. Ἔτσι θὰ εἶναι ὁ ἴδιος μαζί μας ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, ὅπως ὑποσχέθηκε μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα . Γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἕνα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ὄχι κατὰ  τὴ ὑπόσταση ἀλλὰ κατὰ τὴ Θεότητα. Κι ἕνας Θεὸς σὲ τρία πρόσωπα, σὲ μιὰ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη Θεότητα. Γιατὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν πάντοτε καὶ συνυπῆρχε μὲ τὸ Γιὸ καὶ τὸν Πατέρα. Πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχη Πατέρας καὶ νοῦς ἄναρχος, χωρίς Γιὸ καὶ συνάναρχο Λόγο;  Καὶ πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρχη Λόγος ἀἵδιος χωρὶς συναϊδιο Πνεῦμα; Ὑπῆρχε παντοτινὰ καὶ ὑπάρχη καὶ θὰ ὑπάχη τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνδημιουργῶντας κάθε φορὰ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιὸ ὅσα ἔχουν δημιουργηθῆ καὶ ἀνακαινίζοντας μαζὶ μ’ ἐκείνους ὅσα παραμορφώθηκαν καὶ συγκρατῶντας ὅσα παραμένουν ἴδια. Παντοῦ εἶναι παρὸν καὶ ὅλα τὰ γεμίζει καὶ ὅλα τὰ κυβερνᾶ καὶ τὰ ἐποπτεύει. «Ποῦ», λέει ὁ ψαλμωδός, «νὰ πάω μακρυὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα σου, καὶ ποῦ νὰ διαφύγω τὰ βλέμματά σου;»
Κι ὄχι μόνο παντοῦ ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ σύμπαν· οὔτε σὲ κάθε χρόνο καὶ καιρὸ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε χρόνο καὶ καιρό. Καὶ δὲ θὰ εἶναι μαζί μας ὡς τὴ συντέλεια μονάχα τοῦ κόσμου σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ἀλλὰ πολὺ περισσότερο θὰ μείνη τὸ ἅγιο Πνεῦμα μαζὶ μὲ τοὺς ἅγιουςστὴ μέλλουσα ζωή, ἀθανατίζοντας καὶ τὰ σώματά τους καὶ γεμιζοντάς τα μὲ παντοτινὴ δόξα. Αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸ φανέρωσε στοὺς μαθητές του λέγοντάς τους «Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου καὶ θὰ σᾶς δώση κι ἄλλο Παράκλητο γιὰ νὰ μείνη μαζί σας γιὰ πάντα». Σπείρεται, λέει ὁ Ἀπόστολος, θάβεται δηλ. καὶ κρύβεται στὴ γῆ σῶμα ψυχικό ποὺ πέθανε, δηλ. φυσικὸ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα ποὺ ἔχει λάβει τὴ σύσταση καὶ τὴν κίνηση. Σηκώνεται, δηλ. ξαναζῆ, σῶμα πνευματικὸ, παναπῆ ὑπερφυσικό, ἐπειδὴ ἔχει συγκροτηθῆ καὶ διοικεῖται ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα κι ἔχει περιβληθῆ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀθανασία, τὴ δόξα, τὴν ἀφθαρσία. Ἔγινε λέει, ὁ πρῶτος Ἀδάμ ψυχὴ μὲ ζωή, ἐνῶ ὁ τελευταῖος Ἀδὰμ ἔγινε πνεῦμα ποὺ ζωοποιεῖ. Κι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν γήϊνος ἀπὸ χῶμα, ἐνῶ ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἦταν ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅπως ἦταν ὁ πρῶτος γήϊνος ἔτσι ἦσαν καὶ οἱ ἄλλοι γήϊνοι κι ὅπως ἦταν οὐράνιος, ἔτσι ἦσαν καὶ οἱ ἄλλοι οὐράνιοι. Κι αὐτοὶ εἶναι οἱ σταθεροὶ στὴν πίστη κι ἐμετακίνητοι καὶ ποὺ περισσὰ ἐργάζονται πάντοτε τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ πῆραν τὴν εἰκόνα, τοῦ οὐρανοῦ γιὰ τὴν ὑπακοή τους σ’ αὐτόν. Γιατὶ ὅποιος δὲν ὑπακούει στὸ Γιό, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος στὸν ἴδι Εὐαγγελιστή, δὲ θὰ ζήση ἀλλὰ θὰ τὸν ἀκολουθῆ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποιός μπορεῖ νὰ τὴν ὑπομείνη; Εἶναι φοβερό, ἀδελφοί μου, νὰ πέσωμε στὰ χέρια τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἄν φοβώμαστε τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, μόλο ποὺ ὁ Κύριος λέει «μὴ φοβηθῆτε αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα», ποιός ποὺ ἔχει νοῦ δὲν θὰ φοβηθῆ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡ ὀργὴ τὰ ὑψώνει ἐπάνω σ’ ἐκείνους ποὺ ἀπειθοῦν; Γιατὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ θὰ ξεσπάση σὲ καθένα ποὺ ζῆ μὲ ἀνηθικότητες καὶ ἀδικίες ἀμετανόητα κι ἐνῶ κατέχει τὴν ἀλήθεια.
Ἄς ἀποφύγωμε τὴν ὀργὴ καὶ ἄς γίνωμε πρόθυμοι νὰ ἐπιτύχωμε μὲ τὴν μετάνοια τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴ συμπάθεια τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ὅποιος μισεῖ, ἄς συμφιλιωθῆ κι ἄς ἐπανέλθη στὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴν τοῦ γίνουν μάρτυρες κατηγορίας τὸ μῖσος κι ἡ ἐχθρότητα πρὸς τὸν πλησίον ὅτι τάχα δὲν ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Γιατὶ ἄν δὲν ἀγαπᾶς τὸν ἀδελφό σου ποὺ βλέπεις, πῶς θ’ ἀγαπήσης τὸ Θεὸ ποὺ δὲν βλέπεις; Κι ὅταν ἔχωμε μεταξύ μας ἀγάπη, ἔχομε τὴν ἀγάπη τὴν ἀληθινή, τὴν ἀπροσποίητη καὶ τὴ φανερώνουμε μὲ ἔργα, χωρὶς νὰ λέμε καὶ νὰ πράττωμε ἤ μᾶλλον μήτε ν’ ἀνεχώμαστε ν’ ἀκοῦμε μιὰ ὕβρη ἤ κάτι ποὺ προκαλεῖ βλάβη στοὺς ἀδελφοὺς μας, ὅπως μᾶς δίδαξε κι ὁ ἀγαπητὸς στὸ Χριστὸ Θεολόγος λέγοντας· «ἀδελφοί μου μὴν ἀγαπᾶτε μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα ἀληθινά». Ὅποιος ἔχει πέσει σὲ πορνεία, μοιχεία ἤ κάποια παραπλήσια σωματικὴ ἀκαθαρσία, ἄς ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὸν ἀκάθαρτον αὐτὸν βόρβορο κι ἄς καθαρίση τὸν ἑαυτό του μ’ ἐξομολόγηση καὶ δάκρυα καὶ νηστεία καὶ ὅσα ἄλλα. Γιατὶ τοὺς πόρνους καὶ τοὺς μοιχοὺς ποὺ δὲ μετανόησαν θὰ τοὺς δικάση καὶ θὰ τοὺς καταδικάση ὁ Θεός. Θὰ τοὺς ἀποδιώξη καὶ θὰ τοὺς παραδώση στὴ γέενα καὶ στὴν ἄσβηστη φλόγα καὶ στὰ ἄλλα παντοτινὰ βασανιστήρια, ὅπως λέει· Ἄς χαθῆ ὁ βέβηλος καὶ ὁ ἀκάθαρτος κι ἄς μὴ δῆ καὶ ἄς μὴν ἀπολαύση τὴ δόξα τοῦ Κυρίου.  Ὅποιος κλέβει ἤ κι ὅποιος φανερὰ ἁρπάζει ἀπὸ πλεονεξία, ἄς μὴν κλέβη πιὰ κι ἄς μὴν πλεονεκτῆ, οὔτε ν’ ἁρπάξη τὰ ξένα ἀλλὰ κι ἀπ’ τὰ δικά του ἄς μεταδίνη σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν. Καὶ γιὰ νὰ μιλήσω μὲ συντομία, ἄν θέλετε ζωή, καὶ νὰ ἰδῆτε καλὲς ἡμέρες καὶ ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ ὁρατούς καὶ ἀοράτους ἐχθρούς, κι ἀπὸ τοὺς βάρβαρους ποὺ τώρα μᾶς ἀπειλοῦν καὶ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἔχει ὁ ἀρχέκακος καὶ οἱ ἄγγελοί του, ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ κάθε κακό καὶ κάμετε τ’ ἀγαθά.  «Μὴ πλανᾶσθε, λέγει πρὸς τοὺς Κορινθίους ὁ Ἀπόστολος, οὔτε πόρνοι, οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοίται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὔχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσι». Ὅποιος λοιπὸν δὲν ἔχει δικαίωμα κληρονομίας ἀπὸ τὸ Θεό, οὔτε εἶναι τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἔχει πατέρα τὸ Θεό.
 Ἀλλὰ ἐμεῖς ἄς κρατηθοῦμε, ἀδελφοί, παρακαλῶ, ἀπὸ ἔργα καὶ λόγους ποὺ μισεῖ ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἐπικαλούμαστε μὲ θάρρος, σὰν πατέρα μας τὸ Θεό. Ἄς ἐπιστρέψωμε εἰλικρινὰ κοντά του, γιὰ νὰ γυρίση κι αὐτὸς σ’ ἐμᾶς, νὰ μὰς καθαρίση ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ νὰ μᾶς κάμη ἄξιους γιὰ τὴ θεία χάρη. Ἔτσι καὶ κατὰ τὸ παρὸν καὶ πάντα θὰ ἑορτάζωμε καὶ θὰ πανηγυρίζωμε θεάρεστα καὶ πνευματικὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς θείας ὑποσχέσεως. Τὸν ἐρχομὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν ἀνάπαυση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὴν πραγματοποίηση καὶ ὁλοκλήρωση τῆς ἐλπίδας γιὰ μακαριότητα μέσα στοὺς κόλπους τοῦ Χριστοῦ καὶ Κυρίου μας. Γιατὶ σ’ αὐτὸν ἁρμόζει δοξολογία, τιμὴ καὶ προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα καὶ τώρα καὶ πάντα. Ἀμήν.








Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.93-103

Άναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, δ΄τόμος


Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσίας. Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Μέρος Β' Τελευταίο



Επίσης την ημέρα αυτή θα συχνάζεις στο ναό του Θεού και θα παραμείνεις στις ιερές συνάξεις και θα κοινωνήσεις με ειλικρινή πίστη και ακατάκριτη συνείδηση το άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Και θα βάλεις αρχή μιας ζωής πιο αγίας και θα ανακαινίσεις τον εαυτό σου και θα τον ετοιμάσεις να υποδεχτεί τα μέλλοντα αγαθά.

Για χάρη αυτών των αγαθών, ούτε τις άλλες ημέρες θα κάνεις κατάχρηση των γηίνων· τη δε Κυριακή, θα απέχεις από όλα, επειδή θα κάθεσαι κοντά στο Θεό, εκτός από τα αναγκαιότατα, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να ζήσεις. Κι έτσι έχοντας το Θεό καταφύγιό σου, δε θα μετακινηθείς από τον τόπο σου και δε θ' ανάψεις τη φωτιά των παθών και δε θα σηκώσεις το φορτίο της αμαρτίας.

Έτσι την ημέρα των σαββάτων"(Εξ. 20, 8), δηλαδή την Κυριακή, θα την αφιερώσεις στο Θεό, σαββατίζοντας με την απραξία των κακών. Στις Κυριακές να συνάψεις και τις καθιερωμένες μεγάλες εορτές, κάνοντας τα ίδια και απέχοντας από τα ίδια.

Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου(Εξ. 20, 12), γιατί μέσω αυτών ο Θεός σε έφερε στη ζωή, και αυτοί —ύστερα από το Θεό— είναι οι αίτιοι της ζωής σου. Λοιπόν και συ, μετά το Θεό, αυτούς θα τιμήσεις και θα αγαπήσεις, αν η προς αυτούς αγάπη συντελεί στην αγάπη του Θεού. Αν όμως δε συντελεί, θα φύγεις από αυτούς αμέσως.

Αν επιπλέον σου είναι και εμπόδιο, και μάλιστα στην αληθινή και σωτήρια πίστη, επειδή έχουν διαφορετική πίστη, δε θα φύγεις μονάχα, αλλά και θα μισήσεις όχι μόνον αυτούς, αλλά και όλους, με όσους συνδέεσαι με συγγένεια ή με κάποια φιλία ή άλλη σχέση, και τα ίδια τα μέλη σου και τις ορέξεις τους και αυτό το σώμα σου ολόκληρο και την μέσω του σώματος σχέση με τα πάθη. «Όποιος δε μισεί τον πατέρα και την μητέρα του και τη γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς, ακόμη και τη ζωή του, και δε σηκώνει το σταυρό του και δε με ακολουθεί, δεν είναι άξιός μου»(Λουκ. 14, 26-27), είπε ο Χριστός.

Αυτά για τους κατά σάρκα γονείς και φίλους και αδελφούς. Εκείνους όμως που σου είναι οικείοι κατά την πίστη και δε σ' εμποδίζουν από τη σωτηρία, και θα τους τιμήσεις και θα τους αγαπήσεις. Αν πρέπει να τιμάς έτσι τους κατά σάρκα γονείς σου, πόσο περισσότερο θα τιμήσεις και θα αγαπήσεις τους πνευματικούς σου πατέρες;
 Αυτοί σε μετέφεραν από την απλή ζωή στη ζωή της αρετής, σου μετέδωσαν τον φωτισμό της γνώσεως, σου δίδαξαν την αλήθεια, σε αναγέννησαν με το λουτρό της παλιγγενεσίας, έβαλαν μέσα σου την ελπίδα της αναστάσεως και της αθανασίας και της αδιάδοχης βασιλείας και κληρονομίας, και από ανάξιο σ' έκαναν άξιο των αιωνίων αγαθών.

Σ' έκαναν ακόμη ουράνιο και αιώνιο, από επίγειος και πρόσκαιρος που ήσουν, και υιό και μαθητή όχι ανθρώπου, αλλά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού που σου χάρισε το Πνεύμα της υιοθεσίας(Ρωμ. 8, 15) και που είπε: «Μην ονομάσετε κανένα "πατέρα" ή "καθηγητή" σας στη γη, γιατί ένας είναι ο πατέρας και ο καθηγητής σας, ο Χριστός»(Ματθ. 23, 9-10).

Οφείλεις λοιπόν κάθε τιμή και αγάπη στους πνευματικούς σου πατέρες, γιατί η τιμή σ' αυτούς αναφέρεται στο Χριστό και στο Πανάγιο Πνεύμα, από το οποίο πήρες την υιοθεσία, και στον επουράνιο Πατέρα, από τον οποίο παίρνει το όνομά της κάθε πατρική ιδιότητα ουράνια ή επίγεια(Εφ. 3, 15). Θα φροντίσεις δε να έχεις σε όλη σου τη ζωή πνευματικό πατέρα, για να του εξομολογείσαι κάθε αμαρτία και κάθε λογισμό και να παίρνεις από αυτόν τη θεραπεία και την άφεση.

Γιατί στους πνευματικούς πατέρες έχει δοθεί η εξουσία να λύνουν και να δεσμεύουν τις ψυχές. Και όσα δέσουν στη γη θα είναι δεμένα και στον ουρανό, ενώ όσα λύσουν στη γη θα είναι λυμένα και στον ουρανό(Ματθ. 18, 18). Αυτή τη χάρη και τη δύναμη έλαβαν από το Χριστό.
 Γι' αυτό θα υπακούσεις σ' αυτούς χωρίς καμία αντιλογία, για να μη χαθεί η ψυχή σου. Αν εκείνος που αντιλέγει στους κατά σάρκα γονείς του, σε πράγματα που δεν απαγορεύει ο νόμος του Θεού, θανατώνεται σύμφωνα με το νόμο(Εξ. 21, 16· Ματθ. 15, 4), όποιος αντιλέγει στους πνευματικούς πατέρες, πώς είναι δυνατό να μη διώχνει το Πνεύμα του Θεού και να μη χάνει την ψυχή του; Γι' αυτό να συμβουλεύεσαι και να υπακούς μέχρι τέλους στους πνευματικούς σου πατέρες, για να σωθεί η ψυχή σου και να γίνεις κληρονόμος των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών.

Δε θα πορνεύσεις(Εξ. 20, 13), για να μη γίνεις αντί μέλος Χριστού πόρνης μέλος(Α΄ Κορ. 6, 15) και αποκοπείς από το θεϊκό σώμα και ξεπέσεις από τη θεϊκή κληρονομιά και ριχτείς στη γέεννα. Σύμφωνα με το νόμο(Λευϊτ. 21, 9), κόρη ιερέως που θα πιαστεί να πορνεύει, καίγεται, γιατί καταντρόπιασε τον πατέρα της· πολύ περισσότερο εκείνος που πάνω στο σώμα του Χριστού κόλλησε τέτοιο μόλυσμα, θα είναι υπόδικος για αιώνια κόλαση.

Αν μπορείς, άσκησε την παρθενία, για να μπορέσεις να γίνεις ολοκληρωτικά του Θεού και να προσκολληθείς σ' Αυτόν με τέλεια αγάπη, παραμένοντας πάντοτε κοντά Του σ' όλη σου τη ζωή και φροντίζοντας διαρκώς χωρίς περισπασμό τα του Κυρίου(Α΄ Κορ. 7, 34), προαπολαμβάνοντας τη μέλλουσα ζωή και ζώντας σαν άγγελος Θεού πάνω στη γή.

Γιατί η παρθενία είναι γνώρισμα των Αγγέλων και με αυτούς ομοιώνεται όσο είναι δυνατό, ενώ έχει σώμα, εκείνος που επιδιώκει την παρθενία. Ή μάλλον, πριν από αυτούς, εξομοιώνεται με τον Πατέρα που γέννησε με παρθενία τον Υιό προ πάντων των αιώνων, και με τον παρθένο Υιό που προήλθε στην αρχή με γέννηση από παρθένο Πατέρα και που γεννήθηκε σωματικά τον κατάλληλο καιρό από Παρθένο Μητέρα, και με το Άγιο Πνεύμα που προβάλλεται μόνο από τον Πατέρα, όχι με γέννηση, αλλά με εκπόρευση, με τρόπο ανείπωτο.

Με αυτόν το Θεό εξομοιώνεται και ενώνεται με άφθαρτο γάμο εκείνος που διάλεξε την αληθινή παρθενία και παρθενεύει στην ψυχή και στο σώμα και ομορφαίνει όλες τις αισθήσεις και το λόγο και τη διάνοια με τα κάλλη της παρθενίας. Αν πάλι δεν προτιμάς να παρθενεύεις κι ούτε το υποσχέθηκες αυτό στο Θεό, σου επιτρέπεται να πάρεις με γάμο μια γυναίκα σύμφωνα με τους νόμους του Κυρίου και μόνον με αυτήν να συγκατοικείς και να την έχεις δική σου με αγιασμό(Α΄ Θεσ. 4, 4). από άλλες γυναίκες να απέχεις με όλη σου τη δύναμη.

Και θα μπορέσεις να φυλαχτείς από αυτές, αν αποφύγεις τις άκαιρες συνομιλίες μαζί τους, αν δεν ευχαριστείσαι στα πορνικά λόγια και τραγούδια κι αν γυρίσεις αλλού τα μάτια της ψυχής και του σώματος από αυτές, όσο είναι δυνατό, και συνηθίσεις να μη βλέπεις με περιέργεια την ομορφιά των προσώπων.

Γιατί όποιος κοιτάξει μία γυναίκα και την επιθυμήσει, έχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μ' αυτήν(Ματθ. 5, 28), και γι' αυτό είναι ακάθαρτος ενώπιον του Χριστού που βλέπει μέσα στην καρδιά, και από αυτό καταντά και στη σωματική αισχρή πράξη ο άθλιος.
 Και γιατί λέω για πορνείες και μοιχείες και για όλα τα μολύσματα που συνδέονται με τη φυσική λειτουργία, αφού και στις παρά φύση ασέλγειες σέρνεται ακόλαστα ο άνθρωπος παρατηρώντας με περιέργεια τα κάλλη των σωμάτων. Αν λοιπόν εσύ κόψεις από τον εαυτό σου τις πικρές ρίζες, δε θα μαζέψεις θανατηφόρους καρπούς, αλλά θα καρπωθείς την αγνεία και τον αγιασμό που αυτή προσφέρει και που χωρίς αυτόν κανείς δε θ' αντικρύσει τον Κύριο(Εβρ. 12, 14).

Δε θα διαπράξεις φόνο(Εξ. 20, 15), για να μη χάσεις την υιοθεσία Εκείνου που και τους νεκρούς ζωοποιεί, και με τα έργα σου γίνεις γιος του διαβόλου, του εξαρχής ανθρωποκτόνου(Ιω. 8, 44). Επειδή τώρα ο φόνος προέρχεται από χτύπημα, το χτύπημα από κάποια προσβολή, η προσβολή από οργή, κι η οργή προξενείται σ' εμάς από ζημία ή χτύπημα ή προσβολή άλλου, γι' αυτό είπε ο Χριστός: «Εκείνον που θέλει να σου πάρει το πανωφόρι, μην τον εμποδίσεις να σου πάρει και το πουκάμισο»(Λουκ. 6, 29).

Επίσης εκείνον που σε χτυπά μην τον χτυπήσεις, κι εκείνον που σε υβρίζει, μην τον υβρίσεις. Έτσι, τόσο τον εαυτό σου, όσο κι εκείνον που σε κακοποιεί, θα ελευθερώσεις από το αμάρτημα του φόνου. Εσύ επιπλέον θα λάβεις από το Θεό και τη συγχώρηση των αμαρτιών σου, γιατί λέει: «Συγχωρείστε, και θα συγχωρηθείτε»(Ματθ. 6, 14). Εκείνος όμως που κακολογεί και κακοποιεί, θα καταδικαστεί στην αιώνια κόλαση. Γιατί ο Χριστός είπε: «Όποιος πει στον αδελφό του "μωρέ", είναι ένοχος για τη γέεννα του πυρός»(Ματθ. 5, 22).

Αν λοιπόν μπορέσεις να αποσπάσεις μαζί με τις ρίζες του το κακό, εξασφαλίζοντας στην ψυχή σου τη μακαριότητα της πραότητας, δόξασε το Χριστό, το διδάσκαλο και συνεργό στην κατόρθωση των αρετών, χωρίς τον οποίο, όπως έχεις μάθει, δεν μπορούμε να κάνομε κανένα καλό(Ιω. 15, 5).
Αν όμως δεν μπορέσεις να κρατηθείς χωρίς να οργιστείς, να μέμφεσαι τον εαυτό σου που οργίζεσαι και να ζητάς συγχώρηση από το Θεό και από εκείνον που κακολόγησες ή κακοποίησες. Εκείνος που μετανοεί στην αρχή της αμαρτίας, δε φτάνει στο τέλος της. Ενώ εκείνος που δεν αισθάνεται τα μικρά, θα πέσει και στα μεγάλα.

Δε θα κλέψεις(Εξ. 6, 14), για να μη σου ανταποδώσει ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα κρυφά, πολλαπλάσια τιμωρία. Ή μάλλον, να δώσεις κρυφά σ' εκείνους που έχουν ανάγκη και από τα υπάρχοντά σου, για να σου αποδώσει ο Θεός, που βλέπει τα κρυφά(Ματθ. 6, 4), εκατό φορές περισσότερα και ζωή αιώνια στον μέλλοντα αιώνα.

Δε θα συκοφαντήσεις, για να μην εξομοιωθείς με το διάβολο που συκοφάντησε το Θεό στην Εύα, και γίνεις καταραμένος σαν αυτόν(Γεν. 3, 14). Ή μάλλον —εκτός αν πρόκειται να προξενηθεί κάποια βλάβη στους πολλούς—, ακόμη και θα σκεπάσεις το σφάλμα του πλησίον, για να μην εξομοιωθείς με τον Χαμ, αλλά με τον Σημ και τον Ιάφεθ και να επιτύχεις την ευλογία, όπως αυτοί(Γεν. 9, 25).

Δε θα επιθυμήσεις τίποτε του πλησίον σου(Εξ. 20, 17)· ούτε κτήμα, ούτε χρήματα, ούτε δόξα, ούτε τίποτε γενικά από όσα ανήκουν στον πλησίον σου. Γιατί η επιθυμία, όταν συλληφθεί στην ψυχή, γεννά την αμαρτία· κι η αμαρτία, όταν ολοκληρωθεί, γεννά το θάνατο(Ιάκ. 1, 15). Αν λοιπόν εσύ δεν επιθυμείς τα ξένα, θα μείνεις μακριά, αν μπορείς, κι από τη λόγω πλεονεξίας αρπαγή των ξένων.
Ή μάλλον, να δώσεις και από τα δικά σου σ' εκείνον που σου ζητά και να ελεήσεις όσο μπορείς εκείνον που έχει ανάγκη. Να μην αρνηθείς να δανείσεις σ' εκείνον που σου το ζητά(Ματθ. 5, 42). Αν βρεις κάτι που έχει χαθεί, να το δώσεις στον ιδιοκτήτη του, ακόμη κι αν είναι εχθρός σου(Εξ. 23, 4). Έτσι και θα συμφιλιωθείς μαζί του, και θα νικήσεις με το καλό το κακό(Ρωμ. 12, 21), όπως σε διατάζει ο Χριστός.

Αν τηρείς με όλη σου τη δύναμη τα παραπάνω κι αν ζεις με αυτά, θ' αποθηκεύσεις στην ψυχή σου το θησαυρό της ευσέβειας και θα ευαρεστήσεις το Θεό και θα σου δώσει αγαθά και ο Θεός και οι άνθρωποι του Θεού και θα γίνεις κληρονόμος των αιωνίων αγαθών.
Τα οποία είθε να τα επιτύχομε όλοι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Σ' Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ


 Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων
Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38· ιθ΄ 27-30
 Ὁμιλία κε΄ ἐκφωνηθῆσα τὴν Κυριακὴν τῶν Ἁγ. Πάντων

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς



Θαυμαστὸς ὄντως ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. Ὅταν γάρ τις ἐνθυμηθῇ τοὺς ὑπερφυεῖς·  τῶν μαρτύρων ἀγῶνας, πῶς ἐν ἀσθενείᾳ σαρκὸς τὸν ἰσχυρὸν ἐν κακίᾳ κατήσχυναν, ὡς ἀνεπαισθήτως ἔχουσι τῶν ὀδυνῶν καὶ τῶν τραυμάτων ἀγωνιζόμενοι σώμασι, πρὸς πῦρ, πρὸς ξίφος, πρὸς ποικίλας καὶ θανατηφόρους βασάνων ἰδέας, διὰ τῆς καρτερίας ἀντιπαραττόμενοι, καὶ τὰς μὲν σάρκας τεμνόμενοι, καὶ τὰς ἁρμονίας διαλυόμενοι, καὶ τὰ ὀστᾶ συντριβόμενοι, τὴν δὲ ὁμολογίαν τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως σώαν διαφυλάττοντες καὶ ἄτμητον, καὶ ἀσινῆ, καὶ ἀκράδαντον· ὅθεν καὶ ἀναντίρρητος αὐτοῖς ἐχαρίσθη σοφία τοῦ Πνεύματος, καὶ τῶν τεραστίων ἡ δύναμις·  ὅταν τὴν ὑπομονὴν ἀναλογίσηται τῶν ὁσίων, πῶς ὡς ἀσώματοι τὰς πολυμέρους ἀσιτίας, τὰς ἀγρυπνίας, τὰς ἄλλας ποικίλας κακώσεις τοῦ σώματος ἐθελουσίως ὑπήνεγκαν, πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ ποικίλα τῆς ἁμαρτίας εἴδη, πρὸς τὸν ἔνδον καὶ ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ἀόρατον πόλεμον, πρὸς τὰν ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας εἰς τέλος ἀντιταξάμενοι, καὶ τὸν μὲν ἐκτὸν ἄνθρωπον τηκόμενοί τε καὶ ἀχρειούμενοι, τὸν δὲ ἐντὸς ἄνθρωπον ἀνανεούμενον καὶ θεούμενοι, παρ’ οὗ τούτους ἐχαρίσθη τὰ χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, τὰ ἐνεργήματα τῶν δυνάμεων; ὅταν τις ἐπὶ νοῦν λάβῃ ταῦτα, καὶ προσεννοήσῃ ὅτι τὴν φύσιν ὑπερβαίνει τὴν ἡμετέραν, θαυμάζει καὶ δοξάζει Θεὸν τὸν τούτοις παρασχόντα τὴν τοσαύτην χάριν καὶ δύναμιν· εἰ γὰρ καὶ τὴν προαίρεσιν ἀγαθὴν καὶ καλλίστην εἶχον, ἀλλὰ χωρὶς τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως οὐκ ἄν ἴσχυσαν ὑπὲρ τὴν φύσιν γενέσθαι, καὶ ἐν  σώματι ὄντες τὸν ἀσώματον καταπαλέσαι πόλεμον.

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ψαλμῳδὸς Προφήτης εἰπών· «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ», ἐπήγαγεν· «Αὐτὸς δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ».  Καὶ σκοπεῖτε μετὰ συνέσεως τῶν προφητικῶν ρημάτων τὴν δύναμιν·  παντὶ μὲν γάρ, φησί, τῷ λαῷ αὐτοῦ δίδωσιν ὁ Θεὸς δύναμιν καὶ κραταίωσιν· οὐ γὰρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ· θαυμάζεται δὲ ἐν μόνοις τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. Ὥσπερ γὰρ ὁ ἥλιος ἄνωθεν πλουσίως πᾶσαν ἐπίσης ἐπιχεῖ τὰς ἀκτῖνας, ὁρῶσι δὲ μόνοι ταύτας οἱ ὀφθαλμοὺς ἔχοντες, καὶ τούτους οὑ μεμυκότας καθαρᾶς δὲ ἀπολαύνουσι τῆς αὐγῆς οἱ διὰ καθαρότητα τῶν ὀμμάτων ὀξυωποῦντες, καὶ μὴ διὰ νόσον ἤ ἀχλὺν, ἤ τι τοιοῦτον ἐμπεσὸν τοῖς ὄμμασιν ἀμβλυωποῦντες· οὕτω καὶ ὁ Θεὸς ἄνωθεν πλουσίαν πᾶσι χορηγεῖ τὴν αὐτοῦ βοήθειαν· αὐτὸς γὰρ ἐστιν ἡ ἀεννάως βρύουσα τοῦ ἐλέους καὶ τῆς ἀγαθότητος σωστικὴ καὶ φωτιστικὴ πηγή. Ἀπολαύουσι δὲ τῆς ἐκεῖθεν χάριτος καὶ δυνάμεως πρὸς τὴν τῆς ἀρετῆς ἐνέργειαν καὶ τελείωσιν, ἤ καὶ τὴν τῶν θαυμάτων ἐπίδειξιν, οὐχ ἁπλῶς ἅπαντες, ἀλλ’ οἱ προαίρεσιν ἀγαθὴν κεκτημένοι, καὶ δι’ ἔργων τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην καὶ πίστιν ἐπιδεικνύμενοι· καὶ τὰ μὲν φαῦλα τελείως ἀποστρεφόμενοι, τῶν δὲ τοῦ Θεοῦ προσταγμάτων ἀσφαλῶς ἀντεχόμενοι, καὶ τὸ τῆς διανοίας ὄμμα πρὸς αὐτὸν ἀνατείνοντες τὸν τῆ δικαιοσύνης ἥλιον Χριστόν· ὅς οὐ μόνον ἀοράτως χεῖρα βοηθείας ἄνωθεν προτείνει τοῖς ἀγωνιζομένοις, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου προτρεπόμενος αἰσθητῶς ἡμῖν σήμερον· διαλέγεται·  «Πᾶς γάρ, φησίν, ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Ὁρᾶτε ὅτι οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθα παρρησιάσασθαι τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν καὶ τὴν ὁμολογίαν ἄνευ τῆς παρ’ αὐτοῦ δυνάμεως καὶ συνεργείας, οὔτε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς παρρησιάσεται ὑπὲρ ἡμῶν ἐν αἰῶνι τῷ μέλλοντι, καὶ συστήσει καὶ οἰκειώσει τῷ ἀνωτάτῳ Πατρί, ἄνευ λαβεῖν ἀφ’ ἡμῶν τὰς ἀφορμᾶς; Τοῦτο γὰρ δηλῶν οὐκ εἶπε·  Πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά, πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ  ἐμοί·  ὡς ἐν ἐκείνῳ, καὶ διὰ τῆς ἐκείνου βοηθείας δυνάμενος παρρησιάσασθαι τὴν εὐσέβειαν. Οὕτω πάλιν·  ὁμολογήσω κἀγώ, καὶ οὐκ εἶπεν, αὐτόν, ἀλλ’ ἐν αὐτῷ τοὐτέστι διὰ τῆς τοῦ ὁμολογοῦντος ἀγαθῆς ἐνστάσεως καὶ καρτερίας, ἥν ἐνεδείξατὸ ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας. Ὅρα γὰρ τί φησιν ἐφεξῆς ἐπὶ τῶν μαλακισθέντων καὶ προδόντων τὴν εὐσέβειαν·  «Ὅστις δ’  ἄν  ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγὼ αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Οὐκ εἶπεν, ἐνταῦθα, Ὅστις ἀρνήσεται ἐν ἐμοί· διατί; Ὅτι ἔρημος γενόμενος τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ βοηθείας ἀρνεῖται τὸν Θεὸν ὁ ἀρνούμενος.  Διατὶ δὲ ἐγκατελείφθη καὶ ἔρημος ἐγένετο τοῦ Θεοῦ; Ἐπειδὴ φθάσας αὐτὸς ἐγκατέλιπεν αὐτὸν ἀγαπήσας τὰ πρόσκαιρα καὶ γήϊνα πλέον τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀπηγγελμένων οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. Οὕτω πάλιν καὶ ὁ Χριστὸς ἀρνήσεται, οὐκ ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ αὐτόν, ὡς ἐν αὐτῷ μηδὲν εὑρών, ὧ χρήσασθαι ἦν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ ἔχων τὴν κατὰ Θεὸν ἀγάπην ἐν τῷ Θεῷ μένει, καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ· καθάπερ ὁ ἠγαπημένος τῷ Χριστῷ Θεολόγος φησίν, ὡς τοῦ Θεοῦ μένοντος ἐν τῷ ἀγαπῶντι αὐτόν, ποιεῖται τὴν ὁμολογίαν εἰκότως ἐν τῷ Θεῷ ὁ ἀγαπῶν ἐν ἀληθείᾳ τὸν Θεόν, ὡς δὲ καὶ αὐτοῦ μένοντος ἐν τῷ Θεῷ, ποιήσεται καὶ ὁ Θεὸς τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ὁμολογίαν ἐν αὐτῷ. Τὸ οὖν, «Πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ», τὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ὁμολογοῦντας ἀδιάσπαστον συνάφειαν δηλοῖ, ἧς ἀφέστηκε μακρὰν ὁ ἀρνούμενος. Οὕτως αἱ θεῖαι ἀντιδόσεις μεθ’ ἑαυτῶν ἔχουσι τὴν θείαν δικαιοσύνην, ἐξ ὁμοιώσεως καταλλήλως ἀντεπαγόμεναι.
Ἡ μὲν οὖν ὁμοιότης τῶν παρὰ Θεοῦ βραβείων πρὸς τὰ παρ’ ἡμῶν αὐτῷ προσφερόμενα τοιαύτη καὶ οὕτως ἔχουσα. Σκοπεῖτε δὲ καὶ τὴν καθ’ ὑπεροχὴν διαφορὰν τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀμοιβῆς ὅση πρὸς τοὺς ἐν αὐτῷ τοῦτον ὁμολογήσαντας. Ἕκαστος γὰρ τῶν ἁγίων, Θεοῦ δοῦλος ὤν, ἐπαρρησιάσατο τὴν ὁμολογίαν ἐν τῷ προσκαίρῳ τούτῳ βίῳ, καὶ ἐνώπιον θνητῶν ἀνθρώπων, μᾶλλον δὲ ἐπὶ καιροῦ βραχέος τοῦ αἰώνος τοῦτου, καὶ ἐπ’ ὀλίγων οἵων ἔφημεν ἀνθρώπων. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, Θεὸς ὤν καὶ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, παρρησιάσεται ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῷ ἀϊδίῳ καὶ ἀκαταλύτῳ ἐκείνῳ κόσμῳ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, περιεστηκότων τῶν ἀγγέλων, τῶν ἀρχαγγέλων, πασῶν τῶν οὐρανίων δυνάμεων, παρόντων τῶν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι συντελείας ἀνθρώπων πάντων· πάντες γὰρ ἀναστήσονται καὶ παραστήσονται τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τότε πάντων παρόντων, πάντων ὁρώντων, ἀνακηρύξει καὶ δοξάσει καὶ στεφανώσει τοὺς μέχρι τέλους τὴν εἰς αὐτὸν πίστι ἐπιδειξάμενος. Τί δεῖ πειρᾶσθαι δεικνύναι τοὺς ὑπερφυεῖς ἐκείνους στεφάνους, τὴν ὑπερβολὴν τῶν μελουσῶν ἐκείνων ἀμοιβῶν, ἄς οὔτε ὀφθαλμός, οἷος ὁ ἡμέτερος, ἰδεῖν δύναται, οὔτε οὗς ἀκοῦσαι, οὔτε καρδία διανοήσασθαι; Ἀλλὰ καὶ τὰ νῦν οἷα καὶ τὰ ὁρώμενα, τὶς λόγος ἀξίως ἐξείποι τὴν ἐν ταῖς σοροῖς τῶν ἁγίων καὶ τοῖς λειψάνοις τῶν ὀστῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ δόξαν, τῷ παντὶ χρόνῳ συμπαρατεινομένην, τὴν ἀνδιδομένην ἐκ τούτων ἰερὰν εὐωδίαν, τὰ πηγάζοντα μύρα, τὰ χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, τὰ ἐνεργήματα τῶν δυνάμεων, τὰς πολυειδεῖς καὶ σωτηρίους ἡμῖν ἐν τούτοις ἐπιφανείας; Εἴπω τι τῶν παρ’ ἡμῶν προσφερομένων αὐτοῖς;  Ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ καθάπερ ἔφην, ἡ παρρησία τῆς κατὰ Θεὸν ὁμολογίας ἐκάστου τῶν ἁγίων, καὶ ἐνώπιον τινῶν ἀρχόντων καὶ βασιλέων·  ἀνυμνοῦσι δὲ καὶ μεγαλύνουσι τιμῶντες καὶ δοξάζοντες καὶ προσκυνοῦντες, οὐκ αὐτοὺς μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς αὐτῶν εἰκόνας, ὡς δεσποτῶν, καὶ πλέον ἤ δεσποτῶν καὶ βασιλέων, βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, καὶ πᾶν τὸ ὑπήκοον, τοσοῦτον αὐταῖς ὑποπίπτοντες ἑκόντες καὶ χαίροντες, ὡς καὶ τοῖς παισὶν εὔχεσθαι τοῦτο πρὸς παντὸς ἄλλου καταλιμπάνειν οἷά τινα κλῆρον ὄλβιον, καὶ ποιητικὸν εὐδαιμονίας τῆς ἀνωτάτω.  Δεῖγμα δὲ τοῦτο καὶ παράστασις ἐστι καὶ οἷον προοίμιον τῆς μελλούσης ἐκείνης ἀπορρήτου δόξης, ἤν καὶ νῦν ἔχουσιν ἐν οὐρανοῖς τῶν δικαίων τὰ πνεύματα, καὶ ἧς ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι τεύξονται σὺν τούτοις τὰ συνδιανύσαντα τὸν κατὰ Θεὸν ἀγῶνα σώματα. Ταύτην δὴ τὴν ὑπερβολὴν τῆς δόξης καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ὀ Κύριος ἐνδεικνύμενος, πρὸς μὲν τοὺς ἁγίους αὐτοῦ μαθητὰς καὶ ἀποστόλους ἔλεγεν· «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὑμεῖς οἰ ἀκολουθήσαντές μοι ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ ὅταν καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τὰ δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ·  πρὸς δὲ πάντας ἁπλῶς τοὺς πιστεύοντας, «Πᾶς, φησίν, ὅστις ἀφῆκεν οἰκίαν, ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφάς, ἤ πατέρα, ἤ μητέρα, ἤ γυναῖκα, ἤ τέκνα, ἤ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται, καὶ ζωὴν αἰωνίον κληρονομήσει· ὁ δὲ φυλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν ἀγαπητὸν ἔδωκεν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς Υἱὸς ἔδωκεν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἡμᾶς δικαίως ἀπαιτεῖ πάντας τοὺς κατὰ γένος ἡμῖν προσήκοντας περιοράν, ὅταν ἐμπόδιον ὧσι πρὸς τὴν εὐσέβειαν, καὶ τὸν κατ’  αὐτήν, βίον.  Καὶ τί λέγω τοὺς κατὰ γένος προσήκοντας; αὐτὴν γὰρ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕκαστον παραιτήσασθαι, καιροῦ καλοῦντος, δίκαιόν τε ὁμοῦ καὶ ἀναγκαῖον, εἴπερ βούλεται ζωῆς αἰωνίου ἐπιτυχεῖν, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἔθηκεν ὑπὲρ ἡμῶν διὸ πάλιν αὐτὸς φησιν «Ὅς  οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Σταυρὸς μὲν οὖν ἐστι καὶ τὸ σταυρῶσαι τὴν σάρκα σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.
Ὅταν οὖν ἧ καιρὸς εἰρήνης τῆς κατ’ εὐσέβειαν, διὰ τῆς ἀρετῆς νεκρῶν ὁ ἄνθρωπος τὰ πονηρὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας, οὕτως αἵρων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ τῷ Κυρίῳ. Ὅταν δὲ καιρὸς ἧ διωγμοῦ, περιφρονῶν καὶ τὴν οἰκείαν ζωήν, καὶ προδιδοὺς τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὑπὲρ  τῆς εὐσεβείας, οὕτως αἵρει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ  ὀπίσω τοῦ Κυρίου, καὶ οὕτω ζωὴν αἰώνιον κηρονομεῖ· «Ὁ γὰρ εὑών, φησί, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν». Τι ἐστιν, Ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ εὑρήσει αὐτήν; Διπλοῦς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐκτός, τὸ σῶμα λέγω, καὶ ὁ ἐντὸς ἡμῶν ἄνθρωπος, ἡ ψυχὴ δηλονότι. Ὅταν οὖν κατὰ τὸν ἐκτὸς ἡμῶν ἄνθρωπον παραδῷ τις ἑαυτὸν εἰς θάνατον, ἀπόλλυσι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, χωριζομένην ἀπ’ αὐτοῦ. Ὁ γοῦν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου οὕτως ἀπολέσας αὐτὴν ὄντως εὑρήσει ταύτην, ζωὴν οὐράνιον καὶ αἰώνιον ταύτῃ προξενήσας, καὶ ἐν τῇ ἀναστάσει ταύτην κομισάμενος, καὶ δι’ αὐτῆς τοιοῦτος καὶ αὐτὸς καὶ κατὰ σῶμα γεγονὼς οὐράνιος καὶ αἰώνιος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα δύσκολα τε καὶ μεγάλα, καὶ τῶν τελείων μόνων, καὶ ὡς εἰπεῖν, ἀποστολικά, τὸ σταυρῶσαι τὴν σάρκα σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις, τὸ ἕτοιμον εἶναι πρὸς ἀτιμίαν ἐσχάτην, καὶ τὸν αἴσχιστον ὑπὲρ τοῦ καλοῦ θάνατον, τὸ ἀπολέσαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπερ ἐφεξῆς φησι προϊὼν ὁ Κύριος, πρὸς παραμυθίαν τέ ἐστι τῶν οὕτως ἀγωνιζομένων ὑπὲρ φύσιν τῶν ἀτελεστέρων· «Ὁ γὰρ ὑμᾶς δεχόμενος», τοὺς ἀποστόλους δηλονότι, καὶ τοὺς μετ’ ἐκείνους Πατέρας καὶ διδασκάλους  τῆς εὐσεβείας, «ἐμὲ δέχεται, φησί, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντα με».
Τοῖς μὲν οὖν τελειοις ἐκείνοις ἐντεῦθεν ὑποδοχὴν  ἑτοιμάζει, τοῖς δὲ μὴ τοιούτοις ἐκ τοῦ ὑποδέχεσθαι ἐκείνους τὴν σωτηρίαν πορίζει. Ἀλλ’ ὁρᾷς καὶ πόσος ὁ μισθὸς τοῖς δεχομένοις τοὺς κατὰ Θεὸν ζῶντας καὶ διδασκάλους τῆς ἀληθείας; ὁ γὰρ δεχόμενος αὐτοὺς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν δέχεται. Πῶς οὖν δέχεσθαι τούτους χρή; Οὐ ξενίζειν μόνον καὶ ἀναπαύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπακούειν. Διὸ ἀλλαχοῦ τοὺς ἀθετοῦντας φοβών, πρὸς τοὺς οἰκείους μαθητὰς ἔλεγεν· «Ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με». Ἀλλὰ καὶ ὁ ξενίζων καὶ ἀναπαύων τοὺς τοῦ Θεοῦ, ἐὰν διὰ τὸν Θεὸν τοῦτο πράττῃ, πολὺν λήψεται τὸν μισθόν·  καὶ τοῦτο δηλῶν ὁ Κύριος, ἔλεγεν· «Ὁ δεχόμενος πρόφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται· ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται». Πῶς μισθὸν προφήτου καὶ μισθὸν δικαίου  λήψεται; Ὡς ὁ Ἀπόστολος φησι· «Τὸ ἡμῶν περίσσευμα εἰς τὸ ἐκείνων ὑστέρημα, ἵνα καὶ τὸ ἐκείνων περίσσευμα γένηται εἰς τὸ ἡμῶν ὑστέρημα»· ὁ δὲ τὸν δίκαιον, ὡς δίκαιον, ὄντα, διὰ τὸν Θεὸν δεχόμενος καὶ ἀναπαύων, κἄν μὴ φιλοτίμως ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ μικρὰ τινα δῷ, τὰ μεγάλα κερδανεῖ. «Ὅς γὰρ ἄν, φησί, ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ». Ἐν δὲ τούτοις τοῖς ρήμασι καὶ παραγγέλμασιν οὐ τῶν δικαίων μόνον μαθητῶν τὴν φροντίδα ποιεῖται, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τῶν δεχομένων αὐτούς·  εἰ γὰρ ἐκείνων μόνον ἐφρόντιζε, τὴν δοχὴν ἄν παρῇνει μόνον καὶ τὴν δοχὴν ἐκείνων ἐζήτει καὶ τὴν ἀνάπαυσιν, ὅπως ἄν ἦν · νῦν δὲ προστιθείς, εἰς ὄνομα προφήτου καὶ μαθητοῦ καὶ δικαίου, δείκνυσι φροντίζων μᾶλλον τῶν δεχομένων, τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταποιῶν, ἵνα καὶ ὁ μισθὸς ἐπακολουθήσῃ τούτοις μετὰ τὴς ἀρετῆς. Ἡ οὖν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τιμῶσα καὶ μετὰ θάνατον τοὺς κατὰ Θεὸν ὡς ἀληθῶς ζήσαντας, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τοῦ ἐνιαυτοῦ μνήμην ποιεῖται τῶν κατ’ αὐτὴν μεταστάντων ἐντεῦθεν, καὶ τῆς ἐπικήρου ταύτης ζωῆς ἀποδημησάντων  ἁγίων·  τόν τε βίον ἑκάστου προτιθεῖσαι τῆς ἡμῶν ἕνεκεν ὠφελείας, καὶ τὸ τέλος ὑποδεικνῦσα, εἴτε μετ’ εἰρήνης, κεκοίμηται, εἴτε μαρτυρικῷ τέλει τὸν βίον κατέκλεισε. Νῦν δὲ μετὰ τὴν Πεντηκοτὴν ὁμοῦ πάντας συναγαγοῦσα, κοινὸν αὐτοῖς ἀναπέμπει τὸν ὕμνον, οὐ μόνον ὅτι πάντες ἀλλήλοις ἥνωνται, καὶ κατὰ τὴν δεσποτικὴν εὐχὴν τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα ἐν Εὐαγγελίοις ὁ Κύριος, ἵνα πάντες ἕν ὧσι ἐν ἀληθείᾳ».
Οὐ μόνον τοίνυν διὰ τοῦτο κοινὸν αὐτοῖς πᾶσι τὸν ὕμνον ἀποδίδωσιν ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, ἀλλ’ ὅτι καὶ σπουδὴ ταύτῃ διά τε τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, καὶ τῆς μετ’ αὐτὴν Πεντηκοστῆς, πάντα τὰ ἔργα ἐκφῆναι καὶ ἀνυμνῆσαι τοῦ Θεοῦ. Ἐπεὶ οὖν πάντα ἐξεῖπεν, ὥς ἴστε·  πῶς τὴν ἀρχῆν ὁ κόσμος οὗτος ἅπας ἐγένετο ὑπὸ Θεοῦ·  πῶς ὁ Ἀδὰμ ἐξώσθη τοῦ παραδείσου καὶ τοῦ Θεοῦ· πῶς ὁ πάλαι λαὸς ἐκλήθη· πῶς καὶ αὐτοὶ παραβάντες ἐξώσθησαν τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος· πῶς ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς Υἱὸς κλίνας οὐρανοὺς ὑπὲρ ἡμῶν κατῆλθε, καὶ ἔπραξεν ὑπὲρ ὑμῶν ἐξαίσια, καὶ ἐδιδαξε τὰ σωτήρια, ἔπαθέ τε καὶ ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐτάφη ὡς ἄνθρωπος, καὶ ὡς Θεὸς ἀνέστη τριήμερος, καὶ εἰς οὐρανούς, ὅθεν καὶ κατῆλθεν, ὕστερον μετὰ σαρκὸς ἀνελήφθη, καὶ καθίσας ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς, ἔπεμψεν ἐκεῖθεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα· ἐπεὶ οὖν πάντα ταῦτα ἀνύμνησεν ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, νῦν καὶ τὸ λεῖπον προστιθεῖσά τε ὁμοῦ καὶ δεικνῦσα, πόσους καὶ οἵους καρποὺς συνήγαγε πρὸς ζωὴν αἰωνίον ἡ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσία, καὶ ἡ τοῦ παναγίου Πνεύματος δύναμις, πάντων ὁμοῦ ποιεῖται τῶν ἁγίων τὴν μνήμην, καὶ πᾶσι τὸν ὕμνον καὶ τὴν τιμὴν ἀποδίδωσι σήμερον.
 Τιμήσωμεν οὖν καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοί, τοὺς ἁγίους του Θεοῦ. Τιμήσωμεν δὲ πῶς; Ἐὰν κατὰ μίμησιν ἐκείνων καθάρωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, καὶ ἀποστῶμεν τῶν κακῶν τέως διὰ τῆς ἀποχῆς τούτων πρὸς ἁγιωσύνην φερόμενοι·  ἐὰν παύσωμεν τὴν γλῶσσαν ἡμῶν ἀπὸ ὅρκου καὶ ἐπιορκίας, ληδωρίας τε καὶ λοιδορίας, καὶ τὰ χείλη ἡμῶν ἀπὸ ψεύδους καὶ συκοφαντίας, καὶ οὕτω τὴν εὐφημίαν αὐτοῖς προσάγωμεν. Ἐὰν δὲ μὴ οὕτως ἑαυτοὺς καθάρωμεν, ἀκουσόμεθα δικαίως παρ’ αὐτῶν καὶ ἡμῶν ἕκαστος ἐκεῖνα τὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸν ρήματα· Ἵνα τί τολμᾷς ἀναλαμβάνειν ἐπὶ μνήμης, καὶ λαλεῖν διὰ γλώττης καὶ αὐτὰ τὰ τῶν ἁγίων ὀνόματα, καὶ διηγεῖσθαι τὴν πάσης ἀρετῆς καὶ καθαρότητος πεπληρωμένην αὐτῶν διαγωγήν; Σὺ δὲ ἐμισησας τὸν ἐνάρετον βίον καὶ ἀπὸ σαυτοῦ τὴν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀπεδίωξας καθαρότητα. «Εἱ ἐθεώρεις κλέπτην συνέτρεχες αὐτῷ, καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις·  τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίας, καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητας· καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις, καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρὸς σου ἐτίθεις σκάνδαλον». Οὐ δέχεται ὕμνον, ἀδελφοί, ἀπὸ τοιούτων στομάτων οὔτε ὁ Θεός, οὔτε οἱ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι·  εἰ γὰρ ἕκαστος ἡμῶν τὴ ἑαυτοῦ χεῖρα κόπρου ἁψαμένην, οὐ δέχετια προσενεγκεῖν αὐτῷ τε πρὸς χρείαν, ἄν μὴ πρότερον αὐτὴν ἐκπλύνῃ, πῶς ὁ Θεὸς δέξηται τὰ ἀπὸ σώματος καὶ στόματος ἀκαθάρτου προσφερόμενα, ἄν μὴ πρότερον ἑαυτοὺς ἐκκαθάρωμεν; Πολὺ γὰρ τῆς κόπρου βδελυρωτέρα ἡ ἁμαρτία, ὁ δόλος, τὸ ψεῦδος, ὁ φθόνος, τὸ μῖσος, ἡ πλεονεξία, ἡ προδοσία, τὰ αἰσχρὰ διανοήματά τε καὶ ρήματα, καὶ αἱ τούτοις ἐπακολουθοῦσαι μιαρεαῖ πράξεις. Ἀλλὰ πῶς ὁ τούτοις περιπεσὼν πάλιν καθαίρεται; διὰ τῆς μετανοίας, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τῆς ἀγαθοεργίας, διὰ τῆς ἐκτενοῦς πρὸς τὸν Θεόν δεήσεως.
Ὅταν τοίνυν ἐν ταῖς ἑορταζόμεναις τῶν ἁγίων μνήμαις ἀπὸ τῶν τεχνῶν ἡμῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἕκαστος σχολάζων,  τοῦτο ἡμῶν ἔστω μελέτημα, πῶς ἵνα ἀποστῶμεν καὶ ἐλεύθεροι γενώμεθα τῶν ὧν ἕκαστος περιέπεσεν ἀμαρτιῶν καὶ μολυσμῶν. Εἰ δὲ καὶ τότε παίζομεν κατὰ τῶν ἡμετέρων αὐτῶν ψυχῶν καὶ ἀδιαφοροῦμεν καὶ μεθύομεν, πῶς ἄναγνον ποιοῦντες τὴν ἡμέραν ἑορτάζειν τοὺς ἁγίους λέγομεν; Ἀλλὰ μὴ οὕτως ἑορτάζωμεν, ἀδελφοί, παρακαλῶ, ἀλλὰ παραστήσωμεν καὶ ἡμεῖς σώματά τε καὶ ψυχὰς εὐαρέστους τῷ Θεῷ, κατ’ αὐτὰς γοῦν τὰς ἑορτίους ἡμέρας, ἵνα πρεσβείαις τῶν ἁγίων μέτοχοι καὶ αὐτοὶ γενώμεθα τῆς πανηγύρεως καὶ εὐφροσύνης ἐκείνης τῆς ἀπεράντου ·  ἧς  γένοιτο  πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὧ πρέπει δόξα σὺν τῷ ἀνάρχῳ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

  
Εἶναι στ’ ἀλήθεια θαυμαστὸς ὁ Θεὸς στὰ ἔργα τῶν ἁγίων του. Ὅταν φέρη κανένας στὸ νοῦ του τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πῶς μὲ τὴν ἀσθενικὴ σάρκα τους ντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὸ κακό, πῶς δὲν εἶχαν  συναίσθηση τῶν πόνων καὶ τῶν τραυμάτων καθὼς ἔρριχναν τὸ σῶμα τους σὲ ἀγῶνα μὲ τὴ φωτιά, μὲ τὸ ξίφος, μὲ τὰ διάφορα εἴδη θανατηφόρων βασανιστηρίων, ἀντιπαλεύοντας μὲ τὴν ὑπομονή. Ὅταν φέρη κανένας στὸ νοῦ ὅτι κομμάτιαζαν τὶς σάρκες τους, κι ἔσπαζαν τὶς κλειδώσεις τους, καὶ τσάκιζαν τὰ κόκκαλά τους, αὐτοὶ ὅμως φύλαγαν ἀκέραια, κι ἀπείραχτη κι ἀσάλευτη τὴ πίστη τους.  Γι’ αὐτὸ καὶ πῆραν χάρισμα τὴν ἀδιαφιλονίκητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ τὴ δύναμη γιὰ θαύματα. Ὅταν ἀναλογιστῆ τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πῶς ὑπέφεραν θεληματικὰ σὰ νὰ ἦσαν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες νηστεῖες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς διάφορες ἄλλες ταλαιπωρίες τοῦ σώματος, πῶς ἀντιστάθηκαν ὡς τὸ τέλος τὰ πονηρὰ πάθη, στὰ διάφορα εἴδη τῆς ἁμαρτίας, στὸν πόλεμο ποὺ διεξάγεται ἀοράτος μέσα μας, στὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, στὶς πνευματικὲς δυνάμεις τῆς κακίας καὶ πῶς ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος ἔλιωνε κι ἀφανιζόταν, ὁ ἐσωτερικὸς ὅμως ἄνθρωπος ἀνανεωνόταν καὶ θεοποιοῦνταν –καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς δόθηκε ἡ χάρη νὰ θεραπεύουν καὶ νὰ πραγματοποιοῦν ἔργα δυνάμεως. Ὅταν κανένας τὰ συλλογιστῆ αὐτὰ καὶ κάνη τὴ σκέψη ὅτι αὐτὰ ξεπερνοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση, θαυμάζει καὶ δοξολογεῖ τὸ Θεό, ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸση χάρη καὶ δύναμη. Γιατὶ ἄν εἶχαν τὴν προαίρεση τὴν ἀγαθὴ καὶ πολὺ ὡραία, ὅμως χωρις τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ δὲ θὰ ἀποχτοῦσαν τὴ δύναμη νὰ γίνουν ὑπεράνθρωποι κι ἐνῶ ἦσαν ἄνθρωποι σωματικοὶ νὰ νικήσουν τὸν ἀσώματο ἐχθρό.
Γι’ αὐτὸ κι ὁ Προφήτης ποιητὴς τῶν ψαλμῶν εἶπε· «ἀξιοθαύμαστος εἶναι ὁ Θεὸς σήμερα στοὺς ἁγίους του» καὶ συνάμα πρόσθεσε «αὐτὸς θὰ δώση δύναμη καὶ ἀντοχὴ στὸ λαό του». Ἐξετάστε μὲ σύνεση τὴ δύναμη τῶν προφητικῶν λόγων. Σ’ ὅλο τὸ λαό του δίνει ὁ Θεὸς δύναμη καὶ ἀντοχή· δὲν κάνει ὁ Θεὸς προσωποληψία, θαυμάζεται ὅμως μόνο ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους του. Καθὼς ὁ ἥλιος ἀπὸ ψηλὰ πλούσια σ’ ὅλους σκορπᾶ τὶς ἀκτῖνες του, τὶς βλέπουν ὅμως μόνο ὅσοι ἔχουν μάτια καὶ μάλιστα ὄχι κλειστὰ καὶ χαίρονται καθαρὴ τὴ λάμψη, μόνο ἐπειδὴ μὲ καθαρὰ μάτια βλέπουν καλὰ καὶ δὲ θαμποξεχωρίζουν μονάχα ἀπὸ ἀρρώστεια ἤ ὁμίχλη ἤ κανένα ἐμπόδιο ποὺ μπῆκε μπροστά, ἔτσι κι ὁ Θεὸς πλούσια δίνει ἀπὸ ψηλὰ τὴ βοήθειά του σ’ ὅλους, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἄπειρη σωστικὴ φωτιστικὴ πηγὴ τῆς εὐσπλαχνίας καὶ τῆς καλωσύνης. Κερδίζουν τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη ποὺ ἀκτινοβολεῖται γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ὁλοκλήρωση τὴς ἀρετῆς ἤ καὶ τὴν πραγματοποίηση τῶ θαυμάτων ὄχι ὅλοι γενικὰ παρὰ ὅσοι ἔχουν καλὴ προαίρεση καὶ ἐκδηλώνουν μὲ ἔργα τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό. Κι ὅσοι ἀποστρέφονται τέλεια τὴν κακία καὶ κρατοῦν μὲ ἀσφάλεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ στρέφουν τὰ νοερὰ μάτια στὸ Χριστό,  στὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκεῖνος δὲν ἁπλώνει μόνο χέρι βοήθειας ἀόρατα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς προτροπὲς τοῦ Εὐαγγελίου σήμερα συνομιλεῖ αἰσθητὰ μαζί μας. Ὅποιος ὁμολογήση μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους τὸ ὄνομά μου θὰ ὁμολογήσω κι ἐγὼ μπροστὰ στὸν πατέρα μου στοὺς οὐρανούς. Βλέπετε ὅτι οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ φανερώσωμε μὲ θάρρος τὴν πίστη μας στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ὁμολογία μας χωρὶς τὴ δύναμη καὶ τὴ βοήθειά του, οὔτε καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ μιλήση φανερὰ γιὰ μᾶς στὴ μέλλουσα ζωή, γιὰ νὰ μᾶς συστήση καὶ νὰ μᾶς γνωρίση μὲ τὸν Πατέρα, χωρὶς νὰ πάρη ἀφορμὴ ἀπὸ μᾶς. Αὐτὸ θέλοντας νὰ τὸ φανερώση δὲν εἶπε, καθένας ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήση μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καθένας ποὺ θὰ ὁμολογήση στ’ ὄνομά μου. Γιατὶ στ’ ὀνομά του καὶ μὲ τὴ βοήθεια ἐκείνου μπορεῖ νὰ φανερώση θαρρετὰ τὴν εὐσέβειά του. Ἔτσι πάλι δὲν εἶπε, θὰ ὁμολογήσω  κι ἐγὼ αὐτὸν ἀλλὰ στὸ ὄνομά του δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ ἐμμονὴ καὶ καρτερία ἐκείνου ποὺ ὁμολογεῖ, ποὺ ἔδειξε γιὰ χάρη τῆς εὐσέβειας. Πρόσεξε τί λέει παρακάτω γι’ αὐτοὺς ποὺ δείλιασαν καὶ πρόδωσαν τὴν εὐσέβεια. «Ὅποιος μὲ ἀρνηθῆ μπροστὰ  στοὺς ἀνθρώπους  θὰ τὸν ἀρνηθῶ κι ἐγὼ μπροστὰ  στὸν πατέρα μου στοὺς οὐρανούς». Δὲν εἶπε ἐδῶ ὅποιος ἀρνηθῆ στ’ ὄνομά μου. Γιατὶ ὅποιος ἀρνεῖται τὸ κάνει, ἀφοῦ στερηθῆ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὴ στερεῖται γιατὶ αὐτὸς πρῶτος ἐγκατέλειψε τὸ Θεό, ἐπειδὴ ἀγάπησε τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ γήϊνα περισσότερο ἀπὸ ὅσο τὰ οὐρνάνια καὶ αἰώνια ἀγαθὰ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός. Ἔτσι πάλι καὶ ὁ Χριστὸς δὲ θὰ τὸν ἀρνηθῆ στ’ ὄνομά του ἀλλὰ θὰ ἀρνηθῆ αὐτόν, γιατὶ δὲν βρῆκε τίποτα σ’ αὐτὸν νὰ τὸ χρησιμοποιήσει σὰν ἐπιχείρημα.  Γιατὶ ὅποιος ἔχει ἀγάπη στὸ Θεό, μένει στοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς σ’ ἐκεῖνον, ὅπως λέει ὁ Θεὸς μένει σ’ ἐκεῖνον, ὅπως λέει ὁ ἀγαπητὸς στὸ Χριστὸ Θεολόγος, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μένει μέσα σ’ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, κατὰ φυσικὸ λόγο μέσα στὸ Θεὸ κινεῖ τὴν ὁμολογία του αὐτὸς ποὺ ἀληθινὰ ἀγαπᾶ τὸ Θεό. Κι ἐπειδὴ κι αὐτὸς μένει μέσα στο Θεὸ κι ὁ Θεὸς θέτει τὴν ὁμολογία του γι’ αὐτὴν μέσα σ’ αὐτόν. Ἡ φράση τέλος «γιὰ καθέναν ποὺ θὰ ὁμολογήση στ’ ὄνομά μου, θὰ ὁμολογήσω στ’ ὄνομά του κι ἐγὼ» φανερώνει τὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μ’ ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν, ἀπὸ τὴν ὁποία μένει μακριὰ στέκεται αὐτὸς ποὺ ἀρνεῖται. Ἔτσι οἱ θεϊκὲς ἀνταποδόσεις ἔχουν μέσα τους τὴ θεία δικαιοσύνη καὶ ἐπιφέρονται κατάλληλα σύμφωνα μὲ μιὰ ἀρχὴ ὁμοιότητος.
Ἡ ὁμοιότητα λοιπὸν τῶν θείων ἐπιβραβεύσεων πρὸς αὐτὰ ποὺ τοῦ προσφέρομε εἶναι τέτοια.  Ἐξετάστε καὶ τὴ διαφορὰ πρὸς τὰ ἄνω τῆς θείας ἀμοιβῆς γιὰ κείνους ποὺ τὸν ὁμολογοῦν μέσα στὸν ἑαυτό   του. Κάθε ἅγιος σὰν δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔκαμε φανερὰ τὴν ὁμολογία μέσα στὸν πρόσκαιρο αὐτὸν βίο καὶ μπροστὰ σὲ θνητοὺς ἀνθρώπους ἤ γιὰ νὰ πῶ καλύτερα σ’ ἕνα ἐλάχιστο σημεῖο τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ σὲ λίγους ὅπως εἶπα ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος μας ὅμως Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδὴ εἶναι Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς θὰ μιλήση φανερὰ γι’ αὐτοὺς μέσα στὸν αἰώνιο καὶ ἀκατάλυτο ἐκεῖνο κόσμο μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ Πατέρα, σὲ ἀγγέλους ποὺ στέκονται ὁλόγυρα, σὲ ἀρχαγγέλους, ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ, κι ἐνῶ θὰ εἶναι παρόντες ὅλοι ἀπὸ τὸν Ἀδάμ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ὅλοι θ’ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ σταθοῦν κοντὰ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τότε, ἐνῶ θὰ εἶναι ὅλοι μπροστὰ κι ὅλοι θὰ βλέπουν, θὰ φωνάξη τὰ ὀνόματα καὶ θὰ δοξάση καὶ θὰ στεφανώση ἐκείνους ποὺ ἔδειξαν ὡς τὸ τέλος τὴν πίστη τους σ’ αὐτόν.  Γιατὶ πρέπει νὰ προσπαθήσω νὰ δείξω τοὺς οὐράνιους ἐκείνους στεφάνους, τὶς ὑπερβολικὲς ἐκεῖνες ἀμοιβὲς ποὺ μᾶς περιμένουν, ποὺ οὔτε μάτι σὰν τὸ δικό μας μπορεῖ νὰ δῆ, οὔτε αὐτὶ ν’ ἀκούση, οὔτε νὰ σκεφθῆ; Ἀλλὰ  καὶ αὐτὰ ποὺ βλέπομε τώρα εἶναι τόσο ἀξιοθαύμαστα.  Ποιός λόγος μπορεῖ ν’ ἀποκαλύψη τὴ δόξα ποὺ παρέχει ὁ Θεὸς στὰ λείψανα καὶ τὰ ὀστὰ  τῶν ἁγίων, ποὺ παρατείνεται σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ χρόνου, τὴν ἱερὴ εὐωδία ποὺ ἀναδίνεται ἀπ’  αὐτὰ τὰ μύρα ποὺ ἀναβλύζουν, τὶς δωρεὰν θεραπεῖες, τὴ διενέργεια τῶν θαυμάτων, τὶς ποικίλες καὶ σωτήριες γιὰ μᾶς ἐμφανίσεις ποὺ γίνονται σ’ αὐτά. Νὰ πῶ κάτι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ προσφέρονται σ’ αὐτοὺς ἀπὸ μᾶς;  Λίγο χρόνο, ὅπως εἶπα, κράτησε ἡ θαρρετὴ ὁμολογία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ καθέναν ἀπὸ τοὺς ἁγίους καὶ μπροστὰ σὲ μερικοὺς ἄρχοντες καὶ βασιλεῖς·  ἀνυμνοῦν ὅμως καὶ μεγαλύνουν τιμῶντας καὶ δοξάζοντας καὶ προσκυνῶνας ὄχι αὐτοὺς μονάχα καὶ τὶς  εἰκόνες τους σὰ νὰ ἦσαν κύριοι καὶ παραπάνω ἀπὸ κύριοι καὶ βασιλεὶς οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες κι ὅλοι οἱ ὑπηκόοι προσπέφτοντας σ’ αὐτοὺς μὲ τὸση πορθυμία καὶ χαρά, ὥστε νὰ εὔχεται κανεὶς νὰ τὸ κληρονομήσουν αὐτοὸ καὶ στὰ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, σὰ μιὰ καλότυχη κληρονομία, ποὺ προξενεῖ τὴν πιὸ ψηλὴ εὐτυχία. Κι αὐτὸ εἶναι δεῖγμα καὶ ἐξοικόνιση καὶ σάμπως προανάκρουσμα τῆς δόξας ἐκείνης τῆς ἄρρητης ποὺ μᾶς περιμένει ποὺ καὶ τώρα τὴ χαίρονται τὰ πνεύματα τῶν δικαίων καὶ ποὺ θὰ τὴν ἐπιτύχουν μαζί μ’ αὐτὰ καὶ τὰ σώματα ποὺ μαζὶ μὲ τὰ πνεύματα πέρασαν ὄλο τὸν ἀγῶνα τοῦ Θεοῦ.  Γι  αὐτὴ τὴν ὑπερβολὴ τῆς δόξας καὶ τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν κάνοντας ἔνδειξη ὁ Κύριος στοὺς ἁγίους μαθητὰς καὶ ἀποστόλους ἀπὸ τὴ μιὰ εἶπε «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, σεῖς ποὺ μ’ ἀκολουθήσατε, στὴν ὥρα τοῦ ξαναγεννημοῦ, ὅταν ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου καθίση στὸν θρόνο τῆς δόξας του θὰ καθίσετε καὶ σεῖς σὲ δώδεκα θρόνους καὶ θὰ κρίνετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ». Καὶ σ’ ὅλους πάλι γενικὰ ποὺ πιστεύουν. «Καθένας ποὺ ἄφησε σπίτη ἤ ἀδελφὴ ἤ ἀδελφὲς ἤ πατέρα ἤ μάνα ἤ γυναῖκα ἤ παιδιὰ ἤ χωράφια γιὰ χάρη μου, θὰ λάβη ἑκατὸ φορὲς περισσότερο καὶ θὰ κληρονομήση ζωὴ παντοτινή. Κι ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν πατέρα ἤ τὴ μάνα του περισσότερο ἀπὸ μένα δὲν εἶναι ἄξιός μου». Ἐπεῖδὴ ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας ἔδωσε γιὰ χάρη μας τὸν Γιὸ του τὸν ἀγαπητὸ ( καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ὁ μονογενὴς ἔδωσε τὴν ψυχή του γιὰ χάρη μας) ζητεῖ κι ἀπὸ μᾶς δίκαια ὅλους τοὺς συγγενεῖς μας νὰ μὴν λογαριάζωμε, ὅταν μᾶς ἐμποδίζουν στὴν εὐσέβεια καὶ τὸν εὐσεβῆ βίο.  Καὶ τί λέγω τοὺς συγγενεῖς; Εἶναι δίκαιο καὶ ἀναγκαῖο νὰ προσφέρη καθένας τὴν ἴδια τὴν ψυχή του, ὅταν τὸ καλέση ἡ περίσταση, ἄν θέλη νὰ ἐπιτύχη τὴν παντοτινὴ ζωή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ἔδωσε γιὰ  μᾶς τὴν ψυχή του. Γι’ αὐτὸ λέει καὶ «ὅποιος δὲν παίρνει τὸ σταυρό του καὶ δὲν μ’ ἀκολουθεῖ δὲν εἶναι ἄξιος μου». Σταυρὸς λοιπὸν εἶναι καὶ τὸ νὰ σταυρώση κανεὶς τὴ σάρκα μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες.
Ὅταν λοιπὸν εἶναι περίοδος εἰρήνης, νεκρώνει μὲ τὴν ἀρετὴ ὁ ἄνθρωπος τὰ κακὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες καὶ σηκώνοντας ἔτσι τὸ σταυρὸ του ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο. Ὅταν πάλι εἶναι περίοδος διωγμοῦ, περιφρονῶντας καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ καὶ παραδίδοντας τὴν ψυχὴ του γιὰ χάρη τῆς εὐσέβειας, σηκώνει ἔτσι τὸ σταυρό του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο καὶ ἔτσι κληρονομεῖ τὴν παγντοτινὴ ζωή. Ὅποιος εὕρη τὴν ψυχὴ του λέει θὰ τὴ χάση, κι αὐτὸς ποὺ ἔχασε τὴν ψυχή του γιὰ μένα θὰ τὴν εὕρη. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅποιος ἔχασε τὴν ψυχή του θὰ τὴν εὕρη; Ὁ  ἄνθρωπος εἶναι διπλός, ὁ ἔξω, δηλαδὴ τὸ σῶμα καὶ ὁ μέσα μας ἄνθρωπος δηλ. ἡ ψυχή. Ὅποιος λοιπὸν παραδώση σὲ θάνατο τὸν ἑαυτό του ὡς πρὸς τὸν ἔξω ἄνθρωπο χάνει τὴν ψυχή του ποὺ χωρίζεται ἀπ’ αὐτόν. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ χάνει τὴν ψυχή του γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτὸς πραγματικὰ θὰ τὴν εὕρη, ἀφοῦ τῆς χαρίση ζωὴ οὐράνια καὶ παντοτινὴ καὶ τέτοια θὰ τὴν πάρη κατὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τέτοιος θὰ γίνη κι αὐτὸς κατὰ τὸ σῶμα ἐξ αἰτίας της, οὐράνιος κι αἰώνιος. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὰ εἶναι δύσκολα καὶ μεγάλα καὶ γιὰ τοὺς τέλειους μόνο καὶ γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, ἀποστολικά, νὰ σταυρώσης δηλ. τὴ σάρκα μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες, νὰ εἶσαι ἕτοιμος γιὰ τὴν ἐσχάτη περιφρόνηση καὶ τὸν πιὸ ἐπονείδιστο θάνατο γιὰ χάρη τοῦ καλοῦ, νὰ χάσης τὴν ψυχή σου γιὰ χάρη τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτὰ ποὺ στὴ συνέχεια λέει ὁ Κύριος εἶναι γιὰ νὰ ἐνθαρρυνθοῦν οἱ πιὸ ἀτελεῖς ποὺ τὸσο ὑπεράνθρωπα ἀγωνίζονται·  «αὐτὸς ποὺ δέχεται ἐσᾶς» δηλαδὴ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς ὕστερ’ ἀπ’ αὐτοὺς Πατέρες καὶ δασκάλους τῆς εὐσεβείας «δέχεται καὶ ἐμένα κι ὅποιος δέχεται ἐμένα, δέχεται ἐκεῖνον ποὺ μ’ ἔστειλε».
 Γιὰ τοὺς τέλειους ἐκείνους ἀπὸ δῶ ἑτοιμάζει ὑποδοχή, σ’ ὅσους δὲν εἶναι τέλειοι παρέχει τὴ σωτηρία, ἐπειδὴ ὑποδέχονται ἐκείνους.  Βλέπεις πόσο μεγάλος εἶναι κι ὁ μισθὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ δέχονται ὅσους ζοῦν κατὰ Θεὸ κι ὅσους διδάσκουν τὴν ἀλήθεια. Γιατὶ ὅποιος τοὺς δέχεται αὐτοὺς δέχεται τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιό. Πῶς λοιπὸν πρέπει νὰ τοὺς δεχώμαστε αὐτούς; Ὄχι μόνο νὰ τοὺς φιλοξενοῦμε καὶ νὰ τοὺς ἀναπαύωμε ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Γι’ αὐτὸ σ’ ἄλλο σημεῖο θέλοντας νὰ φοβίση ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀψηφοῦν, ἔλεγε στοὺς μαθητές του. «Ὅποιος σᾶς ἀψηφᾶ, ἀψηφᾶ ἐμένα κι ὅποιος ἀψηφᾶ ἐμένα ἀψηφᾶ ἐκεῖνον ποὺ μ’ἔστειλε». Ἀλλὰ κι αὐτὸς ποὺ φιλοξενεῖ μόνο κι ἀναπαύει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἄν αὐτὸ τὸ κάμη γιὰ τὸ Θεό, θὰ πάρη μισθὸ πολύ. Αὐτὸ φανερώνοντας ὁ Κύριος ἔλεγε· «Ὅποιος δέχεται προφήτη ὡς προφήτη θὰ πάρη μισθό προφήτου κι ὅποιος δέχεται δίκαιο ὡς δίκαιο θὰ λάβη δικαίου μισθό». Πῶς θὰ πάρη μισθὸ προφήτου καὶ μισθὸ δικαίου; Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος τὸ δικὸ τους περίσσευμα θ’ ἀναπληρώση τὸ ὑστέρημα τὸ δικό μας. Κι ὅποιος τὸν δίκαιο σὰ δίκαιο δέχεται κι ἀναπαύει κι ἄν δὲν προσφέρη μ’ ἀφθονία ἀλλὰ δώση μικροπράγματα, θὰ κερδίση τὰ μεγάλα. Ὅποιος ποτίση ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς ἕνα ποτήρι νερὸ στ’ ὄνομα μαθητοῦ, σᾶς βεβαιώνω ὅτι δὲ θὰ χάση τὸ μισθό του. Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια καὶ τὶς ἐντολὲς δὲν φροντίζει μόνο γιὰ τοὺς δικαίους καὶ τοὺς μαθητὰς ἀλλὰ πολὺ περισσότερο γιὰ αὐτοὺς ποὺ τοὺς δέχονταν. Ἄν φρόντιζε μόνο γι’ αὐτούς, θὰ συνιστοῦσε τὴν ὑποδοχή τους μόνο καὶ θὰ ζητοῦσε τὴν ὑποδοχὴ μονάχα ἐκείνων καὶ τὴν ἀνάπαυση, ὅπως καὶ νὰ ἦταν. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσθήκη, σὲ ὄνομα προφήτου καὶ μαθητοῦ καὶ δικαίου δείχνει ὅτι φροντίζει περισσότερο αὐτοὺς ποὺ δέχονται θέλοντας ν’ ἀλλάξη τὴν ἀντίληψή τους στὸ καλύτερο, ὥστε μὲ τὴν ἀρετὴ ν’ ἀκολουθήση καὶ ὁ μισθός τους. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ τιμῶντας μετὰ τὸν θάνατο αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν ἀληθινὰ κατὰ τὸ  θέλημα τοῦ Θεοῦ ὅλο τὸ χρόνο μνημονεύει κάθε μέρα αὐτοὺς ποὺ τὴ μέρα ἐκείνη ἔφυγαν ἀπὸ δῶ, καὶ τοὺς ἁγίους ποὺ ἀποδήμησαν ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τὴ σημαδεμένη μὲ τὸ θάνατο. Καὶ φέρνει μπροστὰ στὰ μάτια μας τὴ ζωὴ καθενὸς γιὰ δική μας ὠφέλεια καὶ παρουσιάζει τὸ τέλος  τους, εἴτε ἦταν εἰρηνικὸ εἴτε ἔκλεισε ἡ ζωή του μὲ τὴ σφραγίδα  τοῦ μαρτυρίου.  Καὶ τώρα μετὰ τὴ Πεντηκοστή, ἀφοῦ ὅλους μαζί μᾶς συγκέντρωσε, τοὺς κάμνει κοινὰ ἔπαινο, ὄχι μονο ἐπειδὴ ὅλοι εἶναι ἑνωμένοι μεταξὺ τους κι εἶναι ἕνας κατὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Κυρίου. «Δῶσε σ’ αὐτοὺς, λέει πρὸς τὸν Πατέρα στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος, δῶσε τους νὰ  εἶναι ὅλοι ἕνα, ὅπως ἐγώ, Πατέρα, μὲ σένα καὶ σὺ μένα ἔτσι κι αὐτοὶ νὰ εἶναι ἑνωμένοι μαζί μας ἀληθινά».
Δὲν ἀποδίδει λοιπὸν σ’ ὅλους αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τὸν κοινὸ ὕμνο μόνο γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἀλλὰ καὶ γιατὶ σπεύδει ἔτσι μὲ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστὴ κι ἔπειτα τὴν Πεντηκοστὴ νὰ φανέρωση καὶ ν’ ἀνυμνήση ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλα τὰ ἐφανέρωσε, ὅπως   γνωρίζετε, πῶς στὴν ἀρχὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος· πῶς  ὁ Ἀδὰμ διώχτηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὸ Θεό·  πῶς ὁ παλαιὸς λαὸς δέχτηκε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ· πῶς  κι αὐτοὶ μὲ τὶς παραβάσεις τους ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν οἰκειότητα τους μὲ τὸ Θεό· πῶς ὁ μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς κατέβηκε σ’ ἐμᾶς κι ἀφοῦ ἔπραξε θαυμάσια, καὶ ἐδίδαξε κήρυγμα  σωτηρίας, ἔπαθε καὶ πέθανε γιὰ μᾶς σὰν ἄνθρωπος θάφτηκε ἀλλὰ καὶ σὰ Θεὸς ἀναστήθηκε σὲ τρεῖς μέρες καὶ στοὺς οὐρανοὺς ἀπ’ ὅπου κατέβηκε ὕστερα ξαναγύρισε καὶ καθίζοντας στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα ἔστειλε ἀπὸ κεῖ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ὕμνησε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τώρα κι ἐκεῖνο ποὺ ἔλειπε προσθέτοντας καὶ παρουσιάζοντας, πόσο πολλοὺς δηλαδὴ καὶ ὡραίους καρποὺς μάζεψε γιὰ νὰ ζήσουν αἰώνια ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου μας καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ δύναμη τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὅλων μαζί τῶν ἁγίων κάμνει τὸ μνημόσυνο καὶ σ’ ὅλους τὸν ὕμνο καὶ τὴν τιμὴ ἀποδίδει σήμερα.
Ἄς τιμήσωμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Καὶ θὰ τοὺς τιμήσωμε πῶς; Ἄν κατὰ τὸ παράδειγμα ἐκείνων καθαρίσωμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μόλυσμα σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ κι ἄς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὶς κακίες προχωρῶντας πρὸς τὴν ἁγιότητα μὲ τὴν ἀποχὴ ἀπ’ αὐτές. Ἄν ἐμποδίσωμε τὴ γλῶσσα μας ἀπὸ τὸν ὅρκο καὶ τὴν ἐπιορκία, ἀπὸ τὴ φλυαρία καὶ ὑβρεολογία καὶ τὰ χείλη μας ἀπὸ τὸ ψεῦδος καὶ τὴ συκοφαντία κι ἔτσι τοὺς προσφέρομε τὸν ἔπαινο. Ἄν δὲν καθαρίσωμε ἔτσι τὸν ἑαυτό μας, δίκαια θ’ ἀκούσωμε ὁ καθένας μας ἀπ’ αὐτοὺς ἐκεῖνα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλό. Πῶς τολμᾶς νὰ φέρνης στὴ μνήμη σου καὶ νὰ ἀναφέρης μὲ τὴ γλῶσσα σου ἀκόμα κι αὐτὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἁγίων καὶ νὰ διηγῆσαι τὴ συμπεριφορά τους γεμάτη ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ καθαρότητα. Ἐνῶ ἐσὺ ἐμίσησες τὸν ἐνάρετο βίο καὶ πέταξες μακρυά σου τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἄν ἔβλεπες κλέφτη, τὸν βοηθοῦσες καὶ ἔπαιρνες τὸ μερίδιο μὲ τὸ μοιχό. Τὸ στόμα σου ξεχείλισε ἀπὸ κακία κι ἡ γλῶσσα ὕφανε δολιότητες. Καθόσουν κάπου καὶ καταλαλοῦσες τὸν ἀδελφό σου, ἔστηνες παγίδα στὸν γιὸ τῆς μητέρας σου. Ἀπὸ τέτοια στόματα, ἀδελφοί μου, οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε οἱ ἅγιοί του δέχονται ὕμνο. Ἄν καθένας ἀπὸ μᾶς, ἄν ἀγγίξη κάτι ἀκάθαρτο μὲ τὸ χέρι του, δὲ θέλη νὰ τὸ χρησιμοποιήση, ἄν δὲν τὸ πλύνη πρῶτα, πῶς ὁ Θεὸς θὰ δεχτῆ ὅ,τι προσφέρωμε ἀπὸ σῶμα καὶ στόμα ἀκάθαρτα, ἄν δὲν καθαρίσωμε πρῶτα τὸν ἑαυτό μας; Πολὺ πιὸ σχαμένη ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία ἡ ἁμαρτία, ὁ δόλος, τὸ ψεῦδος, ὁ φθόνος, τὸ μῖσος, ἡ πλεονεξία, ἡ προδοσία, οἱ αἰσχροὶ διαλογισμοὶ καὶ λόγοι καὶ οἱ ἀκαθάρατες πράξεις ποὺ τὰ ἀκολουθοῦν. Καὶ πῶς καθαρίζεται πάλι ἐκεῖνος ποὺ πέφτει σ’ αὐτά; Μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἀγαθοεργία, μὲ τὴ συνεχῆ δέηση πρὸς τὸ Θεό.
 Ὅταν λοιπὸν στὶς μνῆμες τῶν ἁγίων ποὺ ἑορτάζομε, σχολάζομε ἀπὸ τὴν τέχνη καὶ τὸ ἐπάγγλεμά μας καθένας, αὐτὰ ἄς εἶναι ἡ σκέψη μας, πῶς νὰ ἀπομακρυνθοῦμε καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἄν ὅμως καὶ τότε ἀκόμη περιπαίζωμε τὶς ψυχές μας κι ἀδιαφοροῦμε καὶ μεθοῦμε, πῶς λέμε ὅτι ἑορτάζουμε τοὺς ἁγίους, ἀφοῦ διώχνουμε ἀπὸ τὴν ἡμέρα τὴν ἁγιότητα; Ἀλλα ἄς μὴ γιορτάζωμε ἔτσι, ἀδελφοί μου, παρακαλῶ. Ἄς φέρνωμε τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς στὸ Θεὸ ἔτσι ὅπως τὰ θέλει καὶ μάλιστα τὶς γιορτινὲς αὐτὲς ἡμέρες κι ἔτσι μὲ τὴ μεσίτευση τῶν ἁγίων νὰ λάβωμε μέρος κι ἐμεῖς στὴν πανήγυρη καὶ στὴν ἀπέραντη ἐκείνη εὐφορσύνη. Μακάρι ὅλοι μας νὰ τὴν ἀπολαύσωμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀξίζει ἡ δόξα μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα καὶ τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.104-113

Άναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς Τρία κεφάλαια για την προσευχή και την καθαρότητα της καρδιάς Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, δ΄τόμος


1. Επειδή το θείο είναι αυτοαγαθότητα, έλεος αληθινό και άβυσσος καλωσύνης, ή μάλλον που κι αυτή την άβυσσο περιλαμβάνει, γιατί είναι πάνω από κάθε όνομα που λέμε και κάθε τι που νοούμε, μόνο με την ένωση μαζί Του μπορεί κανείς να βρει έλεος. Ενώνεται δε κανείς μαζί Του με τη μετοχή, κατά το δυνατόν, των όμοιων αρετών και με την κοινωνία κατά την προσευχή προς το Θεό με τη δέηση και την ένωση.
Η κοινωνία όμως δια μέσου των αρετών, λόγω ομοιότητας, κάνει κατάλληλο τον αγωνιστή να υποδέχεται το θείον, όχι όμως και να τον ενώνει μαζί Του.
Ενώ η δύναμη της προσευχής ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και ένωση του ανθρώπου προς το Θεό, γιατί είναι σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη, όταν βέβαια η προσευχή, με τη φλογερή κατάνυξη, ξεπεράσει τα πάθη και τους λογισμούς. Γιατί είναι αδύνατο να ενωθεί ο Θεός με τον εμπαθή νου. ώστε, όσο ο νους είναι εμπαθής ενώ προσεύχεται, δεν έχει βρει το έλεος του Θεού.
Όσο πάλι μπορεί να ξεπερνά τους λογισμούς, τόσο αποκτά και το πένθος. κι ανάλογα με το πένθος δέχεται και το έλεος της θείας παρηγοριάς.Κι αν μείνει σ'  αυτά για καιρό με ταπείνωση, τότε μεταποιεί ολοκληρωτικά και το παθητικό μέρος της ψυχής.

2. Όταν το ενιαίο του νου γίνει τρισσό, μένοντας ενιαίο, τότε ενώνεται με τη θεαρχική Τριαδική Μονάδα, αποκλείει κάθε είσοδο πλάνης και γίνεται ανώτερο από τη σάρκα, τον κόσμο και τον κοσμοκράτορα διάβολο. Και έτσι, ξεφεύγοντας ολοσχερώς τις αφορμές από αυτά, βρίσκεται μέσα στον εαυτό του και το Θεό και απολαμβάνει πλουσιοπάροχα την πνευματική αγαλλίαση που πηγάζει από μέσα του όσο βρίσκεται σ' αυτή τη κατάσταση.
Το ενιαίο του νου γίνεται τρισσό, μένοντας ενιαίο, με τη στροφή του νου στον εαυτό του και με την ανάβαση στο Θεό δια μέσου του εαυτού του. Η στροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξη του εαυτού του, ενώ η ανάβασή του στο Θεό γίνεται αρχικά με την προσευχή, προσευχή όμως με συνεπτυγμένη μορφή, αν και κάποτε γίνεται και με πιο διεξοδική, πράγμα που είναι πιο κοπιαστικό.
Αν τώρα παραμένει κανείς καρτερικά στη σύμπτυξη αυτή του νου και την ανύψωσή του στο Θεό, εμποδίζοντας με ισχυρή βία την τάση της διάνοιάς του να κινείται σε πολλά, πλησιάζει το Θεό νοερά και επιτυγχάνει τα άρρητα και γεύεται τον μέλλοντα αιώνα και με νοερή αίσθηση γνωρίζει ότι ο Κύριος είναι αγαθός, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: "Γευθείτε και δείτε ότι ο Κύριος είναι αγαθός"(Ψαλμ.33,9).
Το να βρει λοιπόν κανείς το νου του τρισσό, να είναι δηλαδή ο ίδιος μόνος του ο φύλακας και ο φυλασσόμενος και ο προσευχόμενος κατά τη φύλαξη, δεν είναι ίσως πολύ δύσκολο. Η μακρά όμως καρτερική παραμονή  σ'  αυτή την κατάσταση που γεννά τα απόρρητα, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο.
Οποιοσδήποτε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός κι ευκολότατος, αν συγκριθεί με αυτόν. Γι'  αυτό και πολλοί που αφήνουν την προσπάθεια εξαιτίας της στενοχωρίας της προσευχητικής αρετής, δεν αξιώνονται να φτάσουν στην πλατωσιά των θείων χαρισμάτων.
Εκείνους όμως που υπομένουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες εκδηλώσεις της θείας βοήθειας, που τους υποβαστάζουν και τους σηκώνουν και τους προωθούν με ηδονή προς τα εμπρός, κάνοντας πιο βατή τη δύσβατη οδό και βάζοντας μέσα τους την αγγελική, ας πούμε επιτηδειότητα και ενδυναμώνοντας την ανθρώπινη φύση μας να πλησιάζει τα υπέρ φύση , σύμφωνα με το λόγο του Προφήτη: "Όσοι υπομένουν, θα βγάλουν φτερά. θα ανανεωθεί η ισχύς τους"(Ησ. 40,31).

3. Νους ονομάζεται και η ενέργεια του νου που αποτελείται από λογισμούς και έννοιες. Νους είναι και η δύναμη που τα ενεργεί αυτά, η οποία και καρδιά ονομάζεται από τη Γραφή. Σύμφωνα με αυτήν, που είναι η κυριότατη απ'  όλες τις εσωτερικές μας δυνάμεις, η ψυχή μας είναι λογική.
Η ενέργεια λοιπόν του νου που συνίσταται στους λογισμούς, στους ανθρώπους που σχολάζουν στην προσευχή και μάλιστα τη μονόλογιστη, τακτοποιείται και καθαίρεται εύκολα. Η δύναμη όμως του νου που γεννά αυτή την ενέργεια, δεν μπορεί να καθαρθεί, αν δεν καθαρθούν κι όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής.
Γιατί η ψυχή είναι οντότητα πολυδύναμη. Όταν λοιπόν δημιουργηθεί μέσα της κακία από κάποια από τις δυνάμεις της, μολύνεται ολόκληρη και μετέχουν στο μολυσμό της μιας όλες οι δυνάμεις, επειδή η ψυχή είναι ενιαία. Αφού λοιπόν κάθε δύναμη της ψυχής παρέχει διαφορετική ενέργεια, είναι δυνατό, μια οποιαδήποτε ενέργεια να καθαρθεί προσωρινά μετά από κατάλληλη προσπάθεια. αυτό όμως δε σημαίνει ότι κι η αντίστοιχη δύναμη της ψυχής είναι καθαρή. Γιατί καθώς επικοινωνεί με τις άλλες, μπορεί να είναι ακάθαρτη μάλλον, παρά καθαρή.
 Γι' αυτό εκείνος, που με την επιμέλεια της προσευχής καθάρισε την ενέργεια του νου και φωτίστηκε σ'  ένα βαθμό, ή με φως γνώσεως ή και με νοερά έλλαμψη, αν για τούτο θεωρήσει τον εαυτό του καθαρμένο, πλανάται εξαπατώντας τον εαυτό του και με την οίηση ανοίγει εναντίον του εαυτού του μεγάλη θύρα στο διάβολο που πάντοτε επιχειρεί να μας πλανά.
Αν όμως, γνωρίζοντας την ακαθαρσία της καρδιάς του, δεν υπερηφανευτεί με τη μέτρια εκείνη καθαρότητα, τότε χρησιμοποιώντας αυτή σαν βοηθό, βλέπει καθαρότερα την ακαθαρσία, και των άλλων ψυχικών του δυνάμεων και προοδεύει στην ταπείνωση και προσθέτει πένθος στο πένθος  και εφευρίσκει την κατάλληλη θεραπεία για την κάθε μία δύναμη της ψυχής.
Καθαρίζει λοιπόν με την πράξη την πρακτική του δύναμη, με τη γνώση τη γνωστική και με την προσευχή τη θεωρητική, και με αυτά φτάνει στην τέλεια κι αληθινή και μονιμότατη καθαρότητα της καρδιάς και του νου. Αυτήν δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί από κανένα, παρά με την τελειότητα στην πράξη, την επίμονη γύμναση, τη θεωρία και τη θεωρητική προσευχή.     


paterikakeimena.blogspot.gr