Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Πως κλείνετε το ρήμα "EΓΩ";(Γέροντας Παίσιος)

 


 
Προσωπική μου εμπειρία με τον γέροντα Παίσιο, αρχές της δεκαετίας του 80…
- Βρε παιδί μου μού λέει, δεν πάμε καλά γιατί κλείνουμε λάθος το ρήμα ΕΓΩ.
- Δηλαδή γέροντα;
- Να, εμείς το κλείνουμε ΕΓΩ, ΕΣΥ, ΑΥΤΟΣ, ενώ το σωστό είναι ΑΥΤΟΣ, ΕΣΥ, ΕΓΩ !
Και θαύμασα τότε …»φιλολογικώς», την ευφυολογία του – πολλοί από εμάς πού τον βλέπαμε τότε αρκετές φορές τον χρόνο, γιατί πεταγόμαστε ένα 24ωρο στο Άγιο Όρος, -1979 κι αργότερα, δεν είχαμε καταλάβει συνειδητά την Αγιότητα του, και το διηγιόμουν σε όλους τούς φίλους μου, πολλά χρόνια όμως αργότερα, – ευτυχώς ζούσε, αν και άρρωστος ακόμη, κατάλαβα, «παιδαγωγικώ τω τρόπω » γιατί το είπε σε εμένα [ ή και σε μένα] αυτό..
Μεγάλος προορατικός και διακριτικός Γέροντας ! Την ευχή του να έχουμε..
forum.athos.gr
proskynitis.blogspot.com


πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2014/10/%cf%80%cf%89%cf%82-%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b5%cf%84%ce%b5-%cf%84%ce%bf-%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1-e%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%80%ce%b1%ce%af.html#ixzz3P0nAbCIA

Γέροντας Παΐσιος: Για τον σαρκικό πόλεμο.

          

1mart15X22

«Πολλές φορές συμβαίνει και το εξής, ενώ η σάρκα μας είναι σκελετωμένη, εν τούτοις πετάει κλωτσιές (κάνει αταξίες), κι εμείς, για να την ταπεινώσουμε, ελαττώνουμε τις τροφές και διπλασιάζουμε τους αγώνες, αλλά η σάρκα παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να είναι θηρίο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παθαίνουμε όπως ο ανόητος εκείνος χωρικός που αφήνει το γαϊδουράκι νηστικό και το βαρυφορτώνει, για να ημερέψη, επειδή πετάει κλωτσιές συνέχεια, ενώ το κακόμοιρο το ζώο δεν φταίει, αλλά το ρημάδι το σαμάρι του που του πλήγωσε τις πλάτες.
Ενώ δηλαδή πολλές φορές και σ’ εμάς η αιτία είναι ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η κατάκρισι, με την έλλειψι της αγάπης, που διώχνουμε τη Χάρι του Θεού, και μας πλησιάζει το ταγκαλάκι (ο εχθρός), για να μας βάλη φωτιά και στα ξηρά κόκκαλα, εμείς αυξάνουμε τις νηστείες και τους πνευματικούς αγώνες, μετάνοιες κ.λ.π., για να ταπεινώσουμε τη σάρκα· η σάρκα όμως δεν ταπεινώνεται, γιατί λείπει η ταπείνωσι και η αγάπη από την ψυχή μας» (Επιστολές. Εκδ. Ι. Ησ. Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης, 1994, 70)
Επίσης έλεγε:
«Να αποφεύγετε τις αφορμές. Ας πούμε ένα παράδειγμα. Όταν κάποιος έχη ζάχαρο και δεν πρέπει να τρώη γλυκά, μπορεί να τα σταματήση, όταν γυροφέρνη στα ζαχαροπλαστεία;» (Διον. Τάτση, Υπαίθριο Αρχονταρίκι, Καταγραφή διδαχών του π. Παϊσίου, Κόνιτσα Φεβρ. ’94, 32)
Και τέλος τόνιζε:
«Εάν στον ύπνο σου συμβή κάτι σαρκικό, μην το εξετάζης καθόλου, όπως επίσης και κανένα περιστατικό στη ζωή σου (σαρκικής πάλι φύσεως), από το οποίο σε γλύτωσε ο Θεός με το να σε σκεπάση και να σε γλυτώση σαν το κλωσοπούλι από τα νύχια του γερακιού, γιατί είναι επικίνδυνο. Όπως ο εχθρός πολλές φορές πετάει μια χειροβομβίδα να σκοτώση τον στρατιώτη, και ο Θεός τον προστατεύει με το να μη γίνη η έκρηξι και γλυτώνει ο στρατιώτης, και μετά από καιρό κάθεται ο ανόητος και περιεργάζεται τη χειροβομβίδα, και με το ξεσκάλισμα, που την κάνει, σκάει και του τινάζει τα μυαλά στον αέρα, το ίδιο μπορεί να πάθη και ένας νέος, όταν ξεσκαλίζη αμαρτήματα σαρκικής φύσεως.» (Γερ. Παϊσίου, Επιστολές, εκδ. Ι. Ησ. Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης, 1994, 64)

Οι Προφητείες του Γέροντα Παϊσίου προκαλούν ρίγη

Άγιος Παΐσιος: Η ζωή του, ο Εμφύλιος, ο μοναχισμός και οι προφητείες του

geron-paisios-agios-viografiko-570
Ο Παΐσιος είναι από την 14η Ιανουαρίου άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το όνομά του ωστόσο είναι πολύ γνωστό εδώ και δεκαετίες, τόσο για τον σκληρό βίο του όσο και για τον χαρακτήρα του, τα θαύματά που του αποδίδονται και τις προφητείες του για τον κόσμο αλλά και τον Ελληνισμό.
Ποιος όμως ήταν ο Άγιος (πλέον) Παΐσιος; Θα μπορούσε να του αποδοθεί ο τίτλος του πιο αναγνωρίσιμου μοναχού των τελευταίων ετών. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος σύμφωνα και με τα λεγόμενα του Οικουμενικού Πατριάρχη, «ευθύνεται» για την αναβίωση του μοναχισμού, ο οποίος βρισκόταν σε παρακμή. [Διαβάστε για την αγιοποίησή του ΕΔΩ]
Η γέννησή του, ο Εμφύλιος και ο μοναχισμός
Ο Όσιος Παΐσιος o Αγιορείτης, κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης -γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και «έφυγε» τον Ιούλιο του 1994- ήταν Έλληνας μοναχός που έγινε ευρέως γνωστός για τον βίο και το έργο του.
Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος, ήταν πρόεδρος των Φαράσων, και η μητέρα του Ευλαμπία. Είχε ακόμη 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο. Ο Αρσένιος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως είχε πει.
Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και ακολούθως πήγε στην Κέρκυρα. Εκεί, τα μέλη της οικογένειας έμειναν για ενάμιση χρόνο. Κατόπιν μετέβησαν στην Ηγουμενίτσα και κατέληξαν στην Κόνιτσα, όπου ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του με «εξαίρετο διαγωγή». Από μικρός, δε, σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Είχε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και επιθυμούσε να μονάσει.
Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.
Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι' αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». [Δείτε την φωτογραφία του από τα χρόνια της θητείας κάνοντας κλικ ΕΔΩ].
Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την κατά τη στρατιωτική του θητεία αυτή ιδιότητα, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.
Το Άγιον Όρος και η περιπλάνησή του σε μονές μέχρι το Σινά
Τότε ήταν που πήγε και στο Άγιον Όρος για να μονάσει, αλλά επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, και επέστρεψε στο ιερό άβατο. Μία από τις πρώτες νύχτες που πέρασε στο Άγιον Όρος ήταν στην σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και τον ακολούθησε πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα. Ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν οι ρήσεις των Πατέρων της ερήμου και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος.
Ύστερα από αρκετές «περιπλανήσεις» σε διάφορα ησυχαστήρια του Αγίου Όρους και στο Σινά, μετακινήθηκε στη Μονή Κουτλουμουσίου. Συγκεκριμένα το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με το γέροντα Συμεών ήταν καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.
Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί τέσσερα χρόνια έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.
To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος. Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ.
Η υγεία του κλονίζεται αλλά όχι και η ψυχική του δύναμη
Tο 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.
Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές.
Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.
Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε.
Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο της κοίμησής του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.
Ο μύθος γύρω από το όνομά του
Ήδη πριν το θάνατο του Παΐσιου, είχε αρχίσει να σχηματίζεται ένας μύθος γύρω από το όνομά του και έγινε πρόσωπο αμφιλεγόμενο για τη μοναστική κοινότητα του Άθω: κάποιοι παλαιότεροι μοναχοί και ζηλωτές, όπως εκείνοι της Μονής Εσφιγμένου, του ασκούσαν κριτική. Σύμφωνα με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο Παΐσιος ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την αναβίωση του μοναχισμού στο Άγιο Όρος, που βρισκόταν σε παρακμή ως τη δεκαετία του 1960. Στην Ελλάδα και στο Άγιο Όρος είναι γνωστός μαζί με τον Άγιο Πορφύριο ως θαυματουργός και θεραπευτής. Οι Μητροπολίτες Ναυπάκτου Ιερόθεος και Μαραθώνα Μελίτων έχουν προτείνει την κατάταξή του στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως Αγίου.
Η θαυματολογία γύρω από τον γέροντα Παΐσιο έχει ως αποτέλεσμα εκατοντάδες άτομα να επισκέπτονται καθημερινά τη Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στη Σουρωτή, όπου είναι θαμμένος, η οποία είναι γνωστή και με το όνομά του. Κυκλοφορούν επίσης δεκάδες βιβλία με διδασκαλίες του και προφητείες του, που έχουν να κάνουν με διάφορα θέματα, από το τέλος του κόσμου ως την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και αλβανικών εδαφών από την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον για τον Παΐσιο ενισχύθηκε ιδιαίτερα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Συνέγραψε 4 βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» (Σουρωτή Θεσσαλονίκης).
Τιτλοφορούνται:
  • Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1991)
  • Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986)
  • Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993)
  • Επιστολές (1994)
Οι προφητείες του που έγιναν γνωστές σε ολόκληρο τον Ελληνισμό
Στον Άγιο Παΐσιο αποδίδονται δεκάδες προφητείες. Τόσο για τον κόσμο ολόκληρο όσο και για τον Ελληνισμό και την τύχη του. Στο αποκαλυπτικό βιβλίο του Νικολάου Ζουρνατζόγλου Μαρτυρίες Προσκυνητών Τόμος Β 1η Έκδοση (2012) καταγράφεται, η μαρτυρία του κου Ματθαίου Κουρή , από την Κέρκυρα (σελ. 368): «Στην Αθωνιάδα πήγα το 1985 και επί δύο χρόνια ήμουν τακτικός επισκέπτης του γέροντα. Μας έλεγε θυμάμαι : "Ο κομμουνισμός παιδιά θα σβήσει.  Θα σπάσουν την Σοβιετική Ένωση σε πολλά κομμάτια και θα την αποδυναμώσουν. Όμως κάποια από αυτά τα κομμάτια θα ξαναενωθούν με την Ρωσία».

«Οι Τούρκοι τα κόλλυβα τα έχουν στη μέση τους. Θα πάθουν μεγάλο κακό. Τότε θα επέμβει από πάνω ο Ρώσος και θα γίνει όπως τα λέει η προφητεία του Αγίου Κοσμά. Οι μεγάλοι θα φροντίσουν…Την Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες πρέπει να τη φυλάξουν. Και, έτσι, ο Θεός θα τη χαρίσει σε μας. Θα μας βοηθήσει ο Θεός, γιατί είμαστε Ορθόδοξοι»…
«Η Τουρκία θα διαλυθεί και, μάλιστα, θα τη διαλύσουν οι ίδιοι οι σύμμαχοι» – «Όταν ο τουρκικός στόλος ξεκινήσει να κατευθύνεται κατά της Ελλάδος και φθάσει στα έξι μίλια, πράγματι θα καταστραφεί. Θα είναι η ώρα που θα έχουν τα κόλλυβα στο ζωνάρι τους. Αλλά, αυτό δε θα γίνει από εμάς. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Το «Εξαμίλι» θα είναι η αρχή του τέλους….. Μετά θα αρχίσουν όλα τα γεγονότα, που θα καταλήξουν στο να πάρουμε την Πόλη…. Την Πόλη θα μας τη δώσουν….. Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Στην αρχή, οι Τούρκοι θα νομίσουν ότι νικάνε, αλλά αυτό θα είναι η καταστροφή τους. Οι Ρώσοι, τελικά, θα νικήσουν και θα πέσει η Πόλη στα χέρια τους. Μετά θα την πάρουμε εμείς…… Θα αναγκασθούν να μας τη δώσουν
Οι Τούρκοι «θα καταστραφούν. Θα σβήσουν από το χάρτη, διότι είναι ένα έθνος, το οποίο δεν προέκυψε από την ευλογία του Θεού. Από τους Τούρκους το 1/3 θα πάει από όπου ξεκίνησαν, στα βάθη της Τουρκίας, το 1/3 θα σωθεί, διότι θα έχει εκχριστιανισθεί και το τελευταίο 1/3 θα σκοτωθεί στον πόλεμο αυτόν….»
Όταν ακούσετε , ότι τα νερά του Ευφράτη τα κόβουν ψηλά οι Τούρκοι με φράγματα , να ξέρετε ότι ήδη μπήκαμε στην προετοιμασία του Αρμαγεδώνα ,και ότι διακόσια εκατομμύρια στρατός θα διαβή τον Ευφράτη για την Μέση Ανατολή ….

Άγιος ο "ασυρματιστής" του Θεού, Γέρων Παΐσιος!

 



15 Ιαν 11:36    Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποφάσισε να αναγράψει το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον μοναχό Παϊσιο Αγιορείτη μετά από εισήγηση της Κανονικής Επιτροπής. Ο κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, εκοιμήθη στις 12 Ιουλίου του 1994 και ενταφιάστηκε στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Το επίσημο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαχείου αναφέρει:

Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου


Ποιος ήταν ο κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης


Μικρασιάτης στη καταγωγή ο Παίσιος (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης) γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 1924. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας (είχε οχτώ αδέλφια) βαφτίστηκε από τον ιερέα Αρσένιο (το 1988 αναγνωρίστηκε ως Άγιος). Τότε ο Αρσένιος επέμενε να του δώσει το δικό του όνομα για να αφήσει, όπως λέγεται «καλόγερο στο πόδι του».

Μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, η οικογένειά του φτάνει το 1924 στον Πειραιά. Στη συνέχεια πήγε στη Κέρκυρα ενώ επόμενος σταθμός υπήρξαν η Ηγουμενίτσα και η Κόνιτσα. Εκεί ο Παϊσιος ολοκλήρωσε το Δημοτικό. Από παιδί είχε πάντα μαζί του ένα χαρτί. Έγραφε συνεχώς τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Τάση προς το μοναχισμό είχε δείξει από πολύ μικρός. «Βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε…» λέγεται ότι τον συμβούλευαν οι γονείς του.

Στα εφηβικά του χρόνια έβγαζε μεροκάματο ως ξυλουργός. Μάλιστα όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, δεν ζητούσε ποτέ χρήματα από τους φτωχούς.
Υπηρέτησε στο Στρατό (1945) και ως ασυρματιστής στον Εμφύλιο. Για αυτό και τον έχουν χαρακτηρίσει και ως «ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, όταν κάποιοι αμφισβητούσαν τον μοναχισμό εκείνος συνήθιζε να λέει ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού» εννοώντας τη θερμή τους προσευχή.

Όπως λέγεται, κατά τον Εμφύλιο ήθελε να βρίσκεται στη πρώτη γραμμή και αυτό για να μην χαθούν άνθρωποι που είχαν οικογένειες. Αφού απολύθηκε αποφάσισε να μονάσει (1949). Δεν έμεινε για πολύ στο Άγιο Όρος διότι ήθελε πρώτα να αποκαταστήσει τις αδελφές του. Μόλις το έκανε, μετά από ένα χρόνο τότε επέστρεψε. Από το 1964 και έπειτα δεν το εγκατέλειψε ποτέ.

Έμεινε, μεταξύ άλλων, στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στη Μονή Εσφιγμένου όπου εκεί στη τελετή «ρασοευχής» πήρε το όνομα Αβέρκιος. Έπειτα πήγε στη Μονή Φιλοθέου όπου εκεί διαμορφώθηκε ο απόλυτα μοναχικός χαρακτήρας. Χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παίσιο τον Β ονομάστηκε Παίσιος.

Ο γέροντας το 1966 ασθένησε σοβαρά και υπεβλήθη, στο Νοσοκομείο Παπανικολάου σε μερική αφαίρεση πνεύμονα. Ύστερα από ένα διάστημα ανάρρωσης στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή, επέστρεψε στο Άγιο Όρος και λίγο αργότερα μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Άνθρωποι από όλα τα μέρη της χώρας τον επισκέπτονται. «Πέρασε» και από τη Μονή Σταυρονικήτα. Εκεί ασχολήθηκε με χειρονακτικές εργασίες και βοήθησε στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Βοήθησε και ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου του Γέροντα Τύχωνα.

Στην σκήτη Παναγούδα


Έζησε εκεί ως το τέλος της ζώής του. Ήταν τότε όπου δέχονταν δεκάδες ανθρώπους. Ήταν τόσες πολλές και καθημερινές οι επισκέψεις για αυτό και υπήρχαν ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούνται οι άλλοι μοναχοί.

Και δεν ήταν μόνο οι επισκέψεις. Ήταν και οι επιστολές τις οποίες ελάμβανε από τον κόσμο. Τις διάβαζε και όπως έλεγε, του προκαλούσαν στεναχώρια καθώς μάθαινε μόνο για διαζύγια, ασθένειες. Η ασκητική του ζωή υπήρξε έντονη και ξεκουράζονταν ελάχιστες ώρες. Μάλιστα έφτιαχνε «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.


Η ασθένεια

«Όλα θα βολευτούν με το χώμα» έλεγε όταν άρχισε (1993) να παρουσιάζει σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, όπως αιμορραγίες. Ο Παίσιος δεν δέχτηκε να νοσηλευτεί.

Μετά από λίγο μεταφέρεται στο Θεαγένειο νοσοκομείο. Οι γιατροί τον ενημερώνουν ότι έχει όγκο στο παχύ έντερο και χειρουργείται. Έπειτα πάλεψε με τις μεταστάσεις στον πνεύμονα και το ήπαρ όμως οι γιατροί δεν έδιναν πολλά περιθώρια ζωής. Κοινώνησε για τελευταία φορά στο κρεβάτι του ενώ προς το τέλος δεν έπαιρνε φάρμακα παρά τους φρικτούς πόνους που είχε.

Εκοιμήθη στις 12 Ιουλίου του 1994 και ενταφιάστηκε στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

[Όποιος έχει διαβάσει τα βιβλία με τις αφηγήσεις του Αγίου Γέροντος Παϊσίου, όποιος έχει προσευχηθεί και επικαλεστεί την βοήθειά του, όποιος έχει νοερά ακουμπήσει τον πόνο και την δοκιμασία του στα χέρια του Γέροντος, έχει αίσθηση, άποψη, ίσως και γνώση της αγίας απλότητας και αμεσότητάς του.]

Στη ζωή υπάρχει πάντοτε κάτι το «απροσδόκητο».Γέροντας Σωφρόνιος

 

Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ
Γέροντας Σωφρόνιος
[…].Νομίζω ότι αυτό σου δόθηκε όχι με μικρό τίμημα. Χάρις όμως σε αυτό διασαφηνίστηκαν σ’ εμένα πολλά, όχι μόνο για τη δική μας προσωπική περίπτωση, αλλά και γενικά διανοίχτηκε σε μένα το παράλογο των ανθρώπινων διαπροσωπικών σχέσεων. Εξαιτίας της ελευθερίας του ανθρώπου, η αντίδραση κάθε προσώπου στο ένα ή στο άλλο φαινόμενο είναι απρόβλεπτη.
Στη ζωή υπάρχει πάντοτε κάτι το «απροσδόκητο», το μη προβλεπόμενο, που δεν υπόκειται σε κανέναν υπολογισμό. Ακόμη και οι καλύτερες από κάθε πλευρά διαθέσεις μπορούν, όπως έδειξε η πείρα, να οδηγήσουν κάποτε σε παρεξηγήσεις, και μάλιστα σοβαρές. Τώρα που γεράσαμε και είναι τελείως θεμιτό να απαιτούν από μας κάποια «σύνεση», ας αντιπαρέλθουμε μερικά πράγματα, μερικά γεγονότα, ας ανεβούμε υψηλοτέρα, για να πρυτανεύσει η αγάπη όχι μόνο στην αιωνιότητα, αλλά και μέσα στον χρόνο.
Στοχαζόμενος συχνά για πολλά παρόμοια γεγονότα στη ζωή των ανθρώπων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλοι μας οφείλουμε να συλλογιζόμαστε ότι το πρόσωπο εκείνο που συναντούμε πέρασε προηγουμένως από δοκιμασίες, καλές ή κακές, αλλά πάντως όχι όμοιες με τις δίκες μας. Από αυτό λοιπόν προκύπτει η δυνατότητα, ακόμη ενδεχομένως και το αναπόφευκτο, της διαφοροποίησης του «τόνου της φωνής», της διαφοράς στη «γλώσσα», της διαφοράς στις αντιλήψεις κλπ. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Παρ’ όλη τη διαφορά στο παρελθόν, η συνάντηση μπορεί εξαρχής να είναι αρμονική και βαθειά. Και το τελευταίο αυτό γίνεται δεκτό ως δώρο «Ανωθεν».
(Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ)

ΠΝΕΥΜΑ ΘΥΣΙΑΣ - ΠΑΙΣΙΟΣ

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης
Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα δεν γεύτηκαν την χαρά της θυσίας και δεν αγαπούν τον κόπο. Μπήκε η τεμπελιά, το βόλεμα, η πολλή άνεση. Έλειψε το φιλότιμο, η θυσία. Θεωρούν κατόρθωμα, όταν καταφέρνουν χωρίς κόπο να πετύχουν κάτι, όταν βολεύωνται. Δεν χαίρονται, όταν δεν βολεύωνται. Ενώ, αν αντιμετώπιζαν τα πράγματα πνευματικά, θα έπρεπε τότε να χαίρωνται, γιατί τους δίνεται ευκαιρία για αγώνα.
 Όλοι τώρα, μικροί-μεγάλοι, κοιτάζουν την ευκολία. Οι πνευματικοί άνθρωποι κοιτάζουν πώς να αγιάσουν με λιγώτερο κόπο. Οι κοσμικοί πώς να βγάλουν περισσότερα χρήματα, χωρίς να δουλεύουν. Οι νέοι πώς να περνούν στις εξετάσεις, χωρίς να διαβάζουν, πώς να πάρουν πτυχίο, χωρίς να φεύγουν από την καφετέρια. Και αν είναι δυνατόν, να τηλεφωνούν από την καφετέρια, για να τους δώσουν τα αποτελέσματα! Ναι, εκεί φθάνουν! Έρχονται πολλά παιδιά στο Καλύβι και μου λένε: «Κάνε προσευχή να περάσω». Δεν διαβάζουν και λένε: «Ο Θεός μπορεί να με βοηθήση». «Διάβασε, του λέω, και κάνε και προσευχή». «Γιατί, μου λέει, δεν μπορεί ο Θεός να με βοηθήση;» Δηλαδή την τεμπελιά του να ευλογήση ο Θεός; Δεν γίνεται αυτό. Αν το παιδί διαβάζη, αλλά δεν πιάνη, τότε θα το βοηθήση ο Θεός. Είναι μερικά παιδιά που δεν θυμούνται ή δεν καταλαβαίνουν, αλλά καταβάλλουν προσπάθεια. Αυτά θα τα βοηθήση ο Θεός να γίνουν τετραπέρατα.
 Ευτυχώς που υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, ένα παλληκάρι από την Χαλκιδική έδωσε εξετάσεις σε τρεις σχολές και πέρασε σε όλες (1), σε άλλη πρώτος, σε άλλη δεύτερος, αλλά τον ανέπαυε πιο πολύ να βρη μια δουλειά, για να ξελαφρώση τον πατέρα του που δούλευε στα μεταλλεία. Έτσι δεν πήγε να σπουδάση και έπιασε αμέσως κάπου δουλειά. Αυτή η ψυχή είναι φάρμακο για μένα. Για τέτοια παιδιά να πεθάνω, να γίνω φυτόχωμα. Οι περισσότεροι όμως νέοι έχουν επηρεασθή από το κοσμικό πνεύμα και έχουν πάθει ζημιά. Έμαθαν να τους ενδιαφέρη μόνον ο εαυτός τους, δεν σκέφτονται καθόλου τον πλησίον αλλά μόνον τον εαυτό τους. Και όσο τους βοηθάς, τόσο πιο πολύ χουζούρι κάνουν.
 Βλέπω κάτι νερόβραστα παιδιά σήμερα. Να κρίνουν το ένα, να βαριούνται το άλλο, ενώ η καρδιά ούτε κουράζεται ούτε γερνάει ποτέ. Να γίνουν καλόγεροι, βαριούνται. Να παντρευτούν, φοβούνται. Κοτζάμ παλληκάρια έρχονται, ξαναέρχονται στο Άγιον Όρος… «Αχ, και καλόγερος δύσκολα είναι, λένε. Κάθε μέρα να πρέπη να σηκώνεσαι μεσάνυχτα! Δεν είναι μια και δυό μέρες!…» Γυρίζουν στον κόσμο. «Τι να κάνω σ΄ αυτήν την κοινωνία, με τι άνθρωπο θα μπλέξω, αν παντρευτώ; Φασαρία είναι», λένε, και έρχονται πάλι στο Όρος. Κάθονται λίγο, «δύσκολα…» σου λένε.
 Οι νέοι σήμερα μοιάζουν με καινούργιες μηχανές που τα λάδια τους ε΄ναι παγωμένα. Πρέπει να ζεσταθούν τα λάδια, για να πάρουν μπρος οι μηχανές, αλλιώς δεν γίνεται. Έρχονται στο Καλύβι ταλαίπωρα παιδιά –δεν είναι ένα και δυό- και με ρωτούν: «Τι να κάνω, Πάτερ; Πώς να περάσω την ώρα μου; Με πιάνει πλήξη». «Να βρης μια δουλειά, βρε παιδί». «Έχω λεφτά, μου λέει. Τι να την κάνω την δουλειά;» «Μα ο Απόστολος Παύλος λέει: «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω»(2). Πρέπει να δουλέψης, για να φας, και ας έχης χρήματα. Η δουλειά βοηθάει τον άνθρωπο να ξεπαγώσουν τα λάδια της μηχανής του. Είναι δημιουργία. Δίνει χαρά και παίρνει το άγχος, την πλήξη. Έτσι, βρε παλληκάρι, να βρης μια δουλειά που να σου αρέση έστω και λίγο, και να ξεκινήσης. Για δοκίμασε, να δης!»
 Και βλέπεις, μερικά παιδιά κουράζονται, και ξεκουράζονται με την κούραση. Έρχονται νέα παιδιά στο Καλύβι και κάθονται, και κουράζονται που κάθονται. Αλλά με πολύ φιλότιμο με ρωτούν συνέχεια: «Τι να σου κάνουμε; Τι να σου φέρουμε;» Δεν ζητώ ποτέ τίποτε. Το βράδυ με τον φακό κάνω τις δουλειές, να κουβαλήσω ξύλα, να ανάψω δυό σόμπες τον χειμώνα, να συμμαζέψω. Πολλοί από τους επισκέπτες τα αφήνουν όλα άνω-κάτω, λάσπες, κάλτσες βρεγμένες. Τους δίνω λεπτές κάλτσες που μου στέλνουν, πετούν τις άλλες. Τους δίνω χαρτοπετσέτες να τις τυλίξουν, δεν τις συμμαζεύουν. Τρεις φορές στην ζωή μου ζήτησα κάτι. Σε ένα παλληκάρι είπα μια φορά: «Θέλω δυό κουτιά σπίρτα από τις Καρυές» – αν και είχα τέσσερις αναπτήρες, αλλά το έκανα για να του δώσω χαρά. Έτρεξε χαρούμενος, λαχάνιασε να τα φέρη, αλλά τον ξεκούρασε η κούραση, γιατί γεύτηκε την χαρά της θυσίας.  Και άλλος καθόταν και κουράσθηκε που καθόταν. Ζητούν να νιώσουν την χαρά, αλλά πρέπει να θυσιασθή ο άνθρωπος, για να έρθη η χαρά. Η χαρά από την θυσία γεννιέται. Η πραγματική χαρά βγαίνει από το φιλότιμο. Έτσι και καλλιεργηθή το φιλότιμο, είναι πανηγύρι. Το βάσανο του ανθρώπου είναι ο εγωισμός, η φιλαυτία. Εκεί είναι που σκαλώνει κανείς.
 Είχαν έρθει δύο νέοι αξιωματικοί στο Άγιον Όρος και μου είπαν: «Θέλουμε να γίνουμε μοναχοί». «Γιατί, λέω, θέλετε να γίνεται μοναχοί; Από πότε σας απασχόλησε αυτό;» «Τώρα, μου λένε, κάναμε μια επίσκεψη στο Άγιον Όρος και σκεφτόμαστε να μείνουμε, μήπως γίνη και κανένας πόλεμος». «Βρε, δεν ντρέπεστε, τους λέω. «Μήπως γίνη και κανένας πόλεμος»! Και πώς θα φύγετε από τον στρατό;» «Θα βρούμε μια αιτία», μου λένε. Τι θα βρουν; Ή θα κάνουν ότι είναι τρελλοί ή…, κάτι πάντως θα βρουν. «Αν ξεκινάτε να γίνετε μοναχοί με αυτό το σκεπτικό, είστε αποτυχημένοι εξ αρχής», τους λέω. Άλλοι πάλι, ενώ είναι έτοιμοι από καιρό να παντρευτούν, να δημιουργήσουν οικογένεια, έρχονται και μου λένε: «Τι να παντρευτώ; Είναι να κάνης οικογένεια και παιδιά σ΄ αυτούς τους δύσκολους καιρούς;» «Καλά, λέω, όταν γίνονταν διωγμοί, η ζωή είχε σταματήσει; Ούτε δούλευαν ούτε παντρεύονταν; Μήπως εσύ βαριέσαι;» «Θέλω να γίνω καλόγερος», λέει. «Εσύ βαριέσαι! Τι προκομμένος καλόγερος θα γίνης;» Καταλάβατε; Αν μια ξεκινάη να γίνη καλόγρια, επειδή σκέφτεται: «Τι να μείνω στον κόσμο, να κάνω οικογένεια, νάχω παιδιά, ζαλούρα, φασαρία; Θα πάω σε Μοναστήρι, θα κάνω εκεί μια υπακοή, ευθύνη δεν θάχω, και αν μου πουν καμμιά κουβέντα, θα σκύβω το κεφάλι. Πού να φτιάξω σπίτι; Εκεί θα έχω κελλί δικό μου, φαγητό κ.λπ.», να το ξέρη, είναι εξ αρχής αποτυχημένη. Σας φαίνεται παράξενο; Υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι. Να ξέρετε, ένας  προκομμένος οικογενειάρχης και στην καλογερική θα έκανε προκοπή, και ένας προκομμένος μοναχός, αν έκανε οικογένεια, θα έκανε προκοπή.
 Κάποιος είχε καθήσει δόκιμος σ΄ ένα Μοναστήρι και δεν ήθελε να γίνη καλόγερος. «Γιατί, παιδί μου, μένεις έτσι;» τον ρωτάω. «Γιατί ο καλογερικός σκούφος μου θυμίζει το κράνος», μου λέει. Ακούς κουβέντα; Δεν ήθελε να γίνη καλόγερος, για να μη φορέση την καλογερική σκούφια. Του θύμιζε το κράνος! Και πότε φόρεσε το κράνος; Ζήτημα να το φόρεσε μερικές φορές μόνο σε καμμιά άσκηση. Πού να πήγαινε και σε πόλεμο! Του θύμιζε το κράνος! Ακούς; Μα τι θέλει στην καλογερική αυτός; Όταν ξεκινάη κανείς έτσι, τι καλόγερος θα γίνη; Μπορείς να μου πης; Τελικά έγινε ο ταλαίπωρος κάπου μοναχός και δεν φορούσε χονδρή σκούφια.
 Μια φορά ήρθαν δυό νεαροί στο Καλύβι με κάτι μαλλιά μέχρι κάτω. Πήγα να τους κουρέψω, αντέδρασαν, βιαζόμουν και εγώ, και μόνον τους κέρασα. Είχα και ένα γατί εκεί πέρα. «Να το πάρω;» λέει ο ένας. «Πάρ΄ το», του λέω. Πήγαν από εκεί στην Ιβήρων, μια ώρα δρόμο, με το γγατί ο ένας στην αγκαλιά –και να βρέχη. Ζήτησε εκεί να μείνη στο Αρχονταρίκι με το γατί. «Δεν γίνεται», του είπαν και έμεινε έξω στην βροχή όλη νύχτα. Αν του έλεγες να φυλάξη μια ώρα σκοπιά, θα σου έλεγε: «Όχι, δεν μπορώ», αλλά να καθήση μια νύχτα έξω με το γατί, μπορεί.
 Ένας άλλος πήγε στρατιώτης και έφυγε. Ήρθε μετά στο Καλύβι και μου λέει: «Θέλω να γίνω μοναχός».  «Να πας να υπηρετήσης την θητεία σου!» του λέω. «Στον στρατό δεν είναι όπως στο σπίτι μου», μου λέει. «Καλά που μου τόπες, παλληκάρι, δεν τόξερα, για να το λέω και στους άλλους!» Εν τω μεταξύ να τον ψάχνουν οι δικοί του. Μετά από λίγες μέρες ξαναπέρασε πρωί-πρωί. Ήταν Κυριακή του Θωμά. «Σε θέλω», μου λέει. «Τι θέλεις; του λέω. Πού εκκλησιάστηκες;» «Πουθενά», μου λέει. «Σήμερα, Κυριακή του Θωμά, στα Μοναστήρια κάνουν Αγρυπνία και εσύ δεν πήγες; Και θέλεις να γίνης καλόγερος; Πού ήσουν;» «Κάθησα στο ξενοδοχείο. Ήταν ήσυχα, στα Μοναστήρια έχει θόρυβο!» «Και τώρα τι θα κάνης;» «Σκέφτομαι να πάω στο Σινά, γιατί θέλω σκληρή ζωή».  «Κάνε λίγη υπομονή», του λέω. Πάω μέσα, παίρνω ένα τσουρέκι που μου είχαν φέρει και του το δίνω. «Πάρε αυτό το μαλακό τσουρέκι, του λέω, για να κάνης σκληρή ζωή, και φύγε!» Αυτοί είναι οι νέοι σήμερα. Δεν ξέρουν τι ζητούν. Στρίμωγμα δεν σηκώνουν καθόλου. Πού να θυσιασθούν μετά;
 Θυμάμαι στον στρατό πόσες φορές παρουσιαζόταν μια ανάγκη και άκουγες: «Κύριε Διοικητά, να πάω εγώ αντί γι΄ αυτόν, αυτός είναι παντρεμένος, έχει παιδιά, να μη μείνουν τα παιδιά του στον δρόμο». Να παρακαλούν τον Διοικητή να πάνε αυτοί στην θέση του, στην πρώτη γραμμή! Χαίρονταν να σκοτωθούν αυτοί και να μη σκοτωθή ο άλλος και αφήση τα παιδιά του στον δρόμο! Πού τώρα να κάνη κανείς τέτοια θυσία! Σπάνιο πράγμα! Μια φορά είχαμε μείνει από νερό σε μια τοποθεσία. Είδε ο Διοικητής στον χάρτη ότι στο τάδε σημείο υπήρχε νερό. Εκεί όμως ήταν οι αντάρτες. Μας λέει: «Εδώ κοντά έχει νερό, αλλά είναι πολύ επικίνδυνα. Ποιος θα πάη να γεμίση μερικά παγούρια; ούτε φως δεν θα ανάψη». Πετάγεται ο ένας: «Θα πάω εγώ, κύριε Διοικητά», ο άλλος «εγώ», ο άλλος «εγώ»! Όλοι δηλαδή ζητούσαν να πάνε! Και την νύχτα, χωρίς φως, είναι ο τρόμος πολύς. «Δεν μπορείτε να πάτε και όλοι!» λέει ο Διοικητής. Θέλω να πω, κανείς δεν σκέφθηκε τον εαυτό του. Δεν τραβιόταν ο ένας να πη: «Κύριε Διοικητά, μου πονάει το πόδι», ο άλλος «μου πονάει το κεφάλι» ή «είμαι κουρασμένος». Όλοι θέλαμε να πάμε, και ας κινδύνευε η ζωή μας.
 Σήμερα υπάρχει ένα πνεύμα χλιαρό, καθόλου ανδρισμός, καθόλου θυσία. Όλα τα μετέτρεψαν με την σημερινή βλαμμένη λογική. Και βλέπεις, ενώ παλιά πήγαιναν εθελοντές στον στρατό, τώρα παίρνουν τρελλάδικο χαρτί, για να μην υπηρετήσουν. Κοιτάζουν τι να κάνουν, για να μην πάνε στρατιώτες. Πού πρώτα; Είχαμε έναν λοχαγό, είκοσι τριών ετών ήταν, αλλά ήταν παλληκάρι! Μια φορά τον πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του, που ήταν απόστρατος αξιωματικός, και του είπε ότι σκέφτεται να φροντίση να φύγη από την πρώτη γραμμή και να πάη στα μετόπισθεν. Έβαλε τις φωνές ο λοχαγός. «Ντροπή σου, πατέρα, να λες εσύ τέτοια πράγματα! Οι κηφήνες κάθονται». Είχε ειλικρίνεια, τιμιότητα, παλληκαριά πολλή, που ξεπερνούσε τα όρια, έτρεχε μπροστά. Η χλαίνη του ήταν κόσκινο από τις σφαίρες, και δεν είχε σκοτωθή. Όταν απολύθηκε, πήρε την χλαίνη μαζί του, να την έχη για ενθύμιο.
2) Β΄ Θες. 3, 10
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Οι υπόδικοι νεκροί.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;
– Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλά «φαϊντά γιοκ», δηλαδή δεν ωφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ’ αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα. Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.
- Γέροντα, πως είναι τώρα οι κολασμένοι;
– Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα Κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.
– Και οι Άγιοι και ο ληστής;
– Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, αλλά δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, αλλά δεν έχουν λάβει την τελική καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», παρατείνει – παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

Παρηγοριά στους πενθούντες. ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Πόση δύναμη χρειάζονται, Γέροντα, οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν τον αιφνίδιο θάνατο!
– Άμα έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, βρίσκουν την δύναμη να αντιμετωπίσουν τον θάνατο, γιατί τον αντιμετωπίζουν πνευματικά. Με τα μηχανάκια πόσα παιδιά καταστρέφονται! Πόσα παλληκάρια σκοτώνονται με τις μοτοσυκλέτες! Σηκώνουν την μοτοσυκλέτα πίσω στην μία ρόδα, οπότε εύκολα τουμπάρουν και σπάζουν το κεφάλι τους. Το θεωρούν κατόρθωμα ποιος θα σηκώση την μοτοσυκλέτα περισσότερο! «Κρατούσα, λέει, σούζα την μοτοσυκλέτα στην πίσω ρόδα και τουμπάρισα». Ο διάβολος, βλέπεις, τι τους βάζει να κάνουν, για να χτυπήσουν στο κεφάλι; Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν είχαν κάποιο ατύχημα, μπορεί να χτυπούσαν αλλού και να μην σακατεύονταν. Για να επιτρέψη όμως ο Θεός την κακία του διαβόλου ή την απροσεξία του άλλου, σημαίνει ότι θα βγη κάτι καλό.
-Τότε, Γέροντα, γιατί η Εκκλησία μας εύχεται «υπέρ του διαφυλαχθήναι» από αιφνίδιο θάνατο;
- Εκείνο είναι άλλο. Ζητά από τον Θεό να μη μας βρη ο θάνατος ανέτοιμους.
– Γέροντα, μια μητέρα είναι απαρηγόρητη, γιατί το παιδί της πηγαίνοντας στην δουλειά σκοτώθηκε σε τροχαίο.
– Πες της: «Από κακότητα χτύπησε ο οδηγός το παιδί σου; Όχι. Εσύ, για να σκοτωθή το έστειλες στην δουλειά; Όχι. Να πης λοιπόν ‘’δόξα Σοι ο Θεός’’, γιατί μπορεί να γινόταν ένα αλητάκι και ο Θεός το πήρε στην κατάλληλη ώρα. Τώρα είναι ασφαλισμένο στον Ουρανό. Τι κλαις; Ξέρεις ότι βασανίζεις το παιδί με το κλάμα; Θέλεις να βασανίζεται το παιδί σου ή να χαίρεται; Φρόντισε να βοηθήσης τα άλλα παιδιά που έχεις και είναι μακριά από τον Θεό. Γι’ αυτά να κλαις». Να, και χθες ήρθε μια μητέρα με κλάματα και μου είπε: «Μου πήρε ο Θεός το μονάκριβο παιδί μου», και τα έβαζε με τον Θεό. «Αν το καλοσκεφθής, της είπα, σε τίμησε ο Θεός. Το πήρε κοντά Του αγγελούδι, βαπτισμένο όπως ήταν. Αυτό είναι αγγελούδι και εσύ τα βάζεις με τον Θεό; Αυτό θα βρης μεθαύριο να πρεσβεύη στον Θεό». Μετά που μου μίλησε για
την ζωή της, είπε πως μπορούσε να έχη πολλά παιδιά, αλλά, όταν ήταν νέα, δεν ήθελε να έχη παιδιά.
Πόσες μητέρες προσεύχονται και ζητούν να είναι τα παιδιά τους κοντά στον Θεό! «Δεν ξέρω, λένε, τι θα κάνης, Θεέ μου, θέλω να σωθή το παιδί μου· να είναι κοντά Σου». Αν τυχόν όμως ο Θεός δη ότι το παιδί θα παραστρατήση, ότι πηγαίνει στην καταστροφή και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σωθή, το παίρνει με αυτόν τον τρόπο. Επιτρέπει λ.χ. έναν μεθυσμένο να το χτυπήση με το αυτοκίνητο και να το σκοτώση, και έτσι το παίρνει κοντά Του. Αν υπήρχε περίπτωση να γίνη καλύτερο, θα έφερνε ένα εμπόδιο να αποφύγη το ατύχημα. Μετά ξεμεθάει και αυτός που χτύπησε το παιδί, έρχεται σε συναίσθηση και σε όλη του την ζωή τον πειράζει η συνείδησή του. «Εγκλημάτησα», λέει. Και παρακαλεί συνέχεια τον Θεό να τον συγχωρήση.
Σώζεται και αυτός. Η μάνα πάλι με τον πόνο της συμμαζεύεται, σκέφτεται τον θάνατο και ετοιμάζεται για την άλλη ζωή, οπότε σώζεται και αυτή. Βλέπετε πως οικονομάει ο Θεός από την προσευχή της μάνας να σώζωνται ψυχές; Αν όμως οι μητέρες δεν το καταλαβαίνουν αυτό, τα βάζουν με τον Θεό! Τι τραβάει και ο Θεός με εμάς!
Όταν κανείς παύη να αντιμετωπίζη τα πράγματα κοσμικά, βρίσκει ανάπαυση. Γιατί, πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Τον καιρό που ήμουν στο Μοναστήρι του Στομίου, ζούσε στην Κόνιτσα μια χήρα γυναίκα, που πήγαινε συνέχεια στο Κοιμητήρι και έσκουζε ώρες ολόκληρες. Τους αναστάτωνε όλους με τις φωνές της. Χτυπιόταν, χτυπούσε το κεφάλι της στην πλάκα του τάφου! Όλο τον πόνο της τον έβγαζε εκεί. Πήγαιναν, την έπαιρναν από εκεί και αυτή ξαναγύριζε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Ο άνδρας της είχε σκοτωθή από τους Γερμανούς και η κόρη της, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα, μόλις έγινε δεκαεννιά χρονών, πέθανε από καρδιά και είχε μείνει μόνη της η φουκαριάρα. Αν το δη κανείς αυτό εξωτερικά, θα πη: «Γιατί να το επιτρέψη ο Θεός;». Και αυτή έτσι εξωτερικά το αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε να παρηγορηθή. Μια φορά που πήγα να δω τι συμβαίνει, μου έλεγε: «Γιατί ο Θεός το έκανε αυτό; Ο άνδρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Είχα μια κόρη, μου την πήρε και αυτή…». Έλεγε-έλεγε, τα έβαζε με τον Θεό. Αφού την άφησα να ξεσπάση λίγο, της είπα: «Να σου πω κι εγώ κάτι. Τον άνδρα σου τον ήξερα· ήταν πολύ καλός. Σκοτώθηκε στον πόλεμο για την Πατρίδα, πάνω στο ιερό καθήκον. Ο Θεός δεν θα τον αφήση. Μετά σου άφησε την κόρη σου για λίγα χρόνια κοντά σου, οπότε είχες μια παρηγοριά. Έπειτα όμως, επειδή ίσως θα ξέφευγε η κοπέλα, την πήρε ο Θεός σ’ αυτήν την καλή κατάσταση που βρισκόταν, για να την σώση». Αυτή, ενώ ο άνδρας της ήταν πολύ ήσυχος, ήταν λίγο κοσμική. Δεν της είπα φυσικά ότι «εσύ ήσουν κοσμική», αλλά την ρώτησα: «Τώρα, εσύ, τι σκέφτεσαι; Αγαπάς τον κόσμο;». «Δεν θέλω να δω τίποτε και κανέναν», μου λέει. «Βλέπεις, της λέω, τώρα και για σένα ο κόσμος πέθανε. Ο πόνος σε βοηθάει και δεν σε ενδιαφέρει τίποτε το κοσμικό. Έτσι μεθαύριο θα είστε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τέτοια τιμή ο Θεός σε ποιον την έχει κάνει; Το καταλαβαίνεις;». Μετά από αυτήν την συζήτηση σταμάτησε να πηγαίνη στο Κοιμητήρι. Μόλις βοηθήθηκε να συλλάβη το βαθύτερο νόημα της ζωής, ησύχασε.
– Γέροντα, άκουσα ότι, όταν κάποιος δολοφονήται, εξιλεώνεται, γιατί παίρνει τις αμαρτίες του ο δολοφόνος.
– Έχει ελαφρυντικά κατά κάποιον τρόπο. Μπορεί να πη στον Θεό: «Εγώ θα μετανοούσα, αλλά αυτός με σκότωσε». Έτσι θα πέση το βάρος στον δολοφόνο. Μερικοί που δεν τους κόβει λένε: «Αν υπήρχε Θεός, δεν θα άφηνε να γίνωνται συνέχεια εγκλήματα· θα τιμωρούσε τους εγκληματίες». Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Θεός αφήνει τους εγκληματίες να ζήσουν, για να είναι αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως, που δεν μετανόησαν, παρόλο που τους έδωσε χρόνια, για να μετανοήσουν, ενώ εκείνους που σκοτώνονται θα τους τακτοποιήση.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γράφετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ’ αυτήν την ζωή είναι μέρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»
– Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συμπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».
– Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;
– Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει· δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλησίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αυτή η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.
– Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;
– Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παράδεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός» δεν λέει; Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ’ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασανίζονται σ’ αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαγχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ’ όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει Όσο δηλαδή βασανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι’ αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ’ όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.
– Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χαμένη αυτή η προσευχή;
– Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται· ίσα-ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμιέται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Αλλά που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι’ αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, γιατί ο κόσμος υποφέρει σήμερα τόσο πολύ;
– Από την αγάπη του Θεού! Εσύ σαν μοναχή σηκώνεσαι το πρωί, κάνεις τον κανόνα σου,
κάνεις κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.λπ. Για τους κοσμικούς οι δυσκολίες που περνούν είναι ο
κανόνας τους, οπότε εξαγνίζονται μ’ αυτές. Τους κάνουν μεγαλύτερο καλό από την κοσμική
καλοπέραση, η οποία δεν τους βοηθάει ούτε να πλησιάσουν στον Θεό, ούτε να αποταμιεύσουν
μισθό ουράνιο. Γι’ αυτό πρέπει να τις δέχωνται ως δώρα από τον Θεό.
Ο Καλός Θεός με τις δοκιμασίες παιδαγωγεί σαν καλός Πατέρας τα παιδιά Του, από
αγάπη, από θεία καλωσύνη, και όχι από κακότητα ούτε από κοσμική, νομική, δικαιοσύνη, γιατί
θέλει να επιστρέψουν κοντά Του. Επειδή δηλαδή θέλει να σώση τα πλάσματά Του και να
κληρονομήσουν την ουράνια Βασιλεία Του, επιτρέπει τις δοκιμασίες, για να παλέψη ο
άνθρωπος, να αγωνισθή και να δώση εξετάσεις στην υπομονή στους πόνους, ώστε να μην μπορή να Του πη ο διάβολος: «Πως τον ανταμείβεις αυτόν ή πως τον σώζεις, αφού δεν
κοπίασε;». Τον Θεό δεν Τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή, αλλά η άλλη. Πρώτα μας φροντίζει για την
άλλη ζωή και ύστερα γι’ αυτήν.
– Γιατί όμως, Γέροντα, ο Θεός σε μερικούς ανθρώπους δίνει πολλές δοκιμασίες, ενώ σε
άλλους δεν δίνει;
– Τι λέει η Αγία Γραφή; «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». Ένας πατέρας έχει λ.χ. οκτώ
παιδιά. Τα πέντε μένουν στο σπίτι, κοντά στον πατέρα τους, και τα τρία φεύγουν μακριά του και
δεν τον σκέφτονται. Σ’ αυτά που μένουν κοντά του, αν κάνουν καμμιά αταξία, τους τραβάει το
αυτί, τους δίνει κανένα σκαμπιλάκι· ή, αν είναι φρόνιμα, τα χαϊδεύει, τους δίνει και καμμιά
σοκολάτα. Ενώ αυτά που είναι μακριά, ούτε χάδι ούτε σκαμπίλι έχουν. Έτσι κάνει και ο Θεός.
Τους ανθρώπους που είναι κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο,
τους δίνει ένα σκαμπιλάκι και εξοφλούν ή, αν τους δώση περισσότερα σκαμπίλια,
αποταμιεύουν. Σ’ εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Γι’
αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρ’ όλα αυτά να έχουν
άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ’
οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν, θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη
ζωή.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

Αλλαγή ζωής.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

Γιά  νά  σταματήση  ό  άνθρωπος  νά  κάνη  μιά  αμαρτία,  πρέπει  νά  προσπαθήση  νά άποφύγη  κάθε  ερέθισμα  πού  προκαλεί  αυτήν  τήν  αμαρτία.  Ό  μέθυσος  λ.χ.,  άν  θέλη  νά βοηθηθή  καί  νά  μήν  ξαναπιή,  δέν  πρέπει  ούτε  έξω  άπό  ταβέρνα  νά  περάση.  Μικρή προσπάθεια  χρειάζεται  καί  καλή  διάθεση,  καί  ό  Καλός Θεός θά  μας βοηθήση νά ξεπεράσουμε τίς δυσκολίες. Έχει, άς πούμε, κάποιος ένα πάθος. Τό αναγνωρίζει, αγωνίζεται νά τό κόψη, μετανοεί, ταπεινώνεται. Ή διάθεση πού έχει νά κόψη τό πάθος του πληροφορεί τόν Θεό καί τόν βοηθάει. Άλλά, άν δέν καταβάλλη προσπάθεια, γιά νά άλλάξη, καί συνεχίζη νά άμαρτάνη,  πώς  ό  Θεός  νά  δώση  τήν  Χάρη  Του;  Ή  Χάρις  του  Θεού  δέν  έρχεται  σε λανθασμένη κατάσταση, γιατί αυτό δέν βοηθάει τόν άνθρωπο. Άν ήταν έτσι, θά έστελνε ό Θεός τήν Χάρη Του καί στόν διάβολο.
Ό άνθρωπος πού δέν παραμένει στήν πτώση του, στις αμαρτωλές σκέψεις του, άλλά μετανοεί γιά τά σφάλματα του καί αγωνίζεται νά μήν άμαρτάνη, δέχεται τήν Χάρη του Θεού καί βοηθιέται. Οταν όμως δέν ύπάρχη μετάνοια καί ή αμαρτία θεωρήται μόδα, αυτό είναι
δαιμονική κατάσταση.
– Γέροντα,  ό  ένας  άπό  τούς  δύο  ληστές  πού  είχαν  σταυρωθή  μέ  τόν  Χριστό  πώς σώθηκε;
– Εκείνος ανέβηκε άπό τόν τοίχο καί μπήκε στόν Παράδεισο! ­Ή του ληστού μετάνοια τον Παράδεισον έσύλησεν. Έκλεψε δηλαδή μέ τήν μεγάλη του μετάνοια καί τόν Παράδεισο.
– Γέροντα, άν κάποιος έχη αλλάξει ζωή καί δέν παραμένη στις παλιές του αμαρτωλές συνήθειες, άλλά μερικές φορές πέφτη σέ κάποιο άπό τά παλιά του αμαρτήματα, σημαίνει ότι δέν έχει μετάνοια;
– Έ, άν κάνη  τήν προσπάθεια πού χρειάζεται καί πέφτη, έχει κάποια ελαφρυντικά. Στήν αρχή δέν είναι εύκολο. Άλλά, όταν κανείς καταλάβη πραγματικά πόσο βαρύ ήταν αυτό πού έκανε, δέν ξαναπέφτει.
Παλιά  υπήρχε  μετάνοια  ειλικρινής.  Όταν  κάποιος  μετανοούσε,  δέν  γύριζε  πίσω. Θυμάμαι  μιά  γυναίκα,  πόσο  μέ  είχε  βοηθήσει  μέ  τήν  αληθινή  της  μετάνοια.  Είχε  πολλή συστολή,  ούτε  μιλούσε.  Είχε  βάλει  τά  μαύρα  – σάν  καλόγρια  ήταν  – καί  φρόντιζε  ένα εκκλησάκι,  άναβε  τά  κανδήλια…  Καί  μόνον  πού  τήν  έβλεπες,  βοηθιόσουν  πολύ.  Τώρα βλέπω, μερικοί, μόλις αλλάζουν ζωή, αρχίζουν νά κάνουν τόν δάσκαλο στους άλλους, ένώ μέσα  τους  υπάρχει  ακόμη  ό  παλαιός  εαυτός  τους.  Νά  μετανοήση  βέβαια  κανείς,  νά σταματήση τήν άσωτη ζωή πού ζούσε  καί  νά  άρχίση  νά  ζή  πνευματικά,  αυτό  είναι  θετική βοήθεια  καί  γιά  τούς  άλλους.  Άλλά  άπό  εκείνη  τήν  κατάσταση  στήν  όποια  βρισκόταν,  νά παρουσιάζεται αμέσως ως πνευματικός άνθρωπος καί νά κηρύττη, έ, αυτό είναι πλάνη.
– Δηλαδή, Γέροντα, τό κάνουν μέ τήν σκέψη νά βοηθήσουν τούς άλλους;
– Ναί,  γιά  νά βοηθήσουν. Πίσω όμως άπό  αυτήν  τήν ενέργεια  τους,  ιδίως  άν  ήταν  λίγο γνωστοί στον κόσμο, κρύβεται ό υπερήφανος λογισμός: Τώρα οί άνθρωποι θά πάψουν νά μιλούν  γιά  Καραϊσκάκη  καί  Κολοκοτρώνη  καί  θά  συζητούν  γιά  μένα!  Άπό  ‘κεί  νά καταλάβης πόσο λανθασμένα βαδίζουν. Άν νιώθουν πραγματικά τό σφάλμα τους, γιά ένα διάστημα δέν  πρέπει  νά  τό  ξεχάσουν  καί  νά ξεθαρρέψουν, άλλά  νά προσέχουν πολύ.  Καί όταν  περνάνε  διάφορες  ιδέες  ή  λογισμοί  άπό  τήν  παλιά  ζωή  τους,  νά  τά  διώχνουν  σάν
βλάσφημους  λογισμούς.  Αυτό  είναι  απόδειξη  ότι  δέν  τά  αποδέχονται  πλέον,  ότι  ό  οργανισμός αντιδράει. Πρέπει δηλαδή νά έχη κανείς πολλή ταπείνωση καί νά έχη σιχάθή όλα τά παλιά,  γιά  νά  άλλά-ξη  πραγματικά.  Άν  κράτηση  άπό  τήν  παλιά  του  ζωή  μερικά,  τά  όποια
εκείνος θεωρεί καλά, μετά μουρνταρεύονται καί τά άλλα. Άπό τήν στιγμή πού έχει έστω καί μιά μικρή ιδέα γιά τόν παλαιό του εαυτό, δέν βοηθάει ό Θεός καί, ό,τι κι άν κάνη, δέν θά είναι καθαρό.
– Γέροντα, όταν άλλάξη κανείς ζωή, πρέπει νά ένδιαφερθή νά διόρθωση τόν λογισμό πού είχαν προηγουμένως οί άλλοι γι’ αυτόν;
– Δέν  θά  κοιτάξη  εγωιστικά  νά  διόρθωση  τόν  λογισμό  των  άλλων  θά  κοιτάξη  πώς  νά διορθωθή ό ίδιος, καί τότε θά άναιρεθή άπό μόνος του ό λογισμός τους. Άν τό στίγμα άπό τήν  αμαρτωλή  ζωή  του  έχει  μείνει  στήν  κοινωνία  ή  στό  στενό  του  περιβάλλον,  αυτό  θά
σβήση μέ τήν καλή του  διαγωγή. Δέν χρειάζεται νά μιλάη καθόλου. Θά μιλήση ό Θεός μέ τήν μετάνοια του.

Να ζητάμε ταπεινά το έλεος του Θεού για τη διόρθωσή μας.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα,  όταν  οί  Πατέρες  λένε  ότι  μετάνοια  είναι  νά  άποφασίση  κανείς  νά  μήν
ξανακάνη  τά  προηγούμενα  αμαρτήματα  καί  νά  λυπάται  γι’  αυτά,  σημαίνει  ότι  διαρκώς πρέπει νά τά Θυμάται;
– Όχι,  δέν  θυμάται  κάθε  αμαρτία  χωριστά,  άλλά  έχει  συνέχεια  τήν  συναίσθηση  της άμαρτωλότητός του. Μέχρις ενός σημείου πρέπει νά σκέφτεται κανείς ένα σφάλμα του καί ύστερα νά  ζητά  ταπεινά  τό  έλεος  του Θεού καί,  άν  δέν ύπάρχη υπερηφάνεια,  ό Θεός θά βοηθήση. Ιδίως  όταν  κάποιος  είναι  ευαίσθητος, καλύτερα είναι  νά  ξεχνά  παλιές  αμαρτίες του, αφού έχουν τακτοποιηθή μέ τήν μετάνοια καί τήν εξομολόγηση. Μπορεί τό ταγκαλάκι νά του θυμίζη παλιές του αμαρτίες καί νά τόν ζαλίζη μέ λογισμούς, γιά νά τού τρώη τήν ώρα καί νά τόν περισπά άπό τήν προσευχή. Ένας όμως πού δέν είναι ευαίσθητος καί βλέπει νά γεννιέται μέσα του υπερηφάνεια, τότε καλά είναι νά φέρνη στον νοΰ του τις αμαρτίες του, γιά νά ταπεινώνεται.
– Γέροντα, μπορεί κάποιος νά έχη συναίσθηση της άμαρτωλότητός του καί νά μήν έχη μετάνοια;
- Ναί, άν δέν έχη ταπείνωση. Όταν στήν μετάνοια ανακατεύεται ό εγωισμός, συνέχεια ό άνθρωπος  σκέφτεται:  πώς  τό  έκανα  αυτό,  πώς  τό  είδαν  οί  άλλοι,  τί  ιδέα  θά σχηματίσουν;,  καί  βασανίζεται.  Τό  πώς  τό  έκανα  πάλι  καί  τό  πώς  κατήντησα  έχει εγωισμό  δέν  έχει  μετάνοια.  Πρέπει  νά  καταλάβη  ότι  έσφαλε  καί  νά ζητήση  ταπεινά  τό έλεος  του  Θεού.  Θεέ  μου,  νά  πή, έσφαλα,  συγχώρεσε  με.  Τέτοιος  παλιάνθρωπος  είμαι. Λυπήσου  με.  Αν  δέν  μέ  βοηθήσης,  χειρότερος  μπορώ  νά  γίνω,  καλύτερος  δέν  μπορώ  νά γίνω. Μόνος μου  δέν πρόκειται  νά  διορθωθώ, και  νά προσπαθήση νά  μήν  τό ξανακάνη. Πολλοί άνθρωποι πού έσφαλαν και πόνεσαν, γιατί πλήγωσαν τόν Θεό και όχι γιατί ξέπεσαν στά μάτια τών ανθρώπων, άγιασαν. Όταν κάποιος ζή κοσμικά και κόβη μετά τις σχέσεις του μέ τό κοσμικό πνεύμα, έλκεται πολλές φορές άπό αυτό, χωρίς νά τό θέλη. Δέν πρέπει όμως νά απογοητεύεται. Νομίζω, σ’ αυτήν  τήν  περίπτωση, πρόοδος είναι  και  τό  ότι  αρχίζει  ή  καλή  ανησυχία, πού ελέγχει  τήν ψυχή γιά τά σφάλματα πού έκανε και γιά ό,τι έπρεπε νά κάνη, άλλά δέν έκανε. Σιγά-σιγά γίνεται  μιά πάλη, ταπεινώνεται ακουσίως ό άνθρωπος και απελπίζεται μέ τήν καλή απελπισία, δηλαδή απελπίζεται άπό τό έγώ του. Τότε όλα τά αποδίδει στήν Χάρη τού Θεού και πιστεύει αληθινά εκείνο πού είπε ό Κύριος: ­Χωρίς έμου ου δύνασθε ποιεΐν ουδέν. Αν στήν  συνέχεια  άγωνισθή  φιλότιμα,  μέ  πολλή  ταπείνωση,  ελπίζοντας  στήν  παντοδυναμία τού Θεού, ό Καλός Θεός θά τόν έλεήσΗ