Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η θεολογική κρίση και οι ἐπιπτώσεις της στην καθημερινότητα της εκκλησιαστικής ζωήςΙερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου

Η εισήγηση του μητροπολιτη Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου κ. Ιερόθεου προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα «Ἡ θεολογική κρίση καί οἱ ἐπιπτώσεις της στήν καθημερινότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς».
Μακαριώτατε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἱεράρχαι,
Εὐχαριστῶ τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο καί τά Μέλη τῆς προλαβούσης Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑνός μέν γιατί ἐπέλεξαν αὐτό τό θέμα γιά τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιατί τό ἀνέθεσαν στήν ἐλαχιστότητά μου.
Ὁμολογουμένως, εἶναι ἕνα σοβαρό θέμα πού ἔχει δύο ἑνότητες, ἡ μία εἶναι ἡ «θεολογική κρίση» καί ἡ ἄλλη εἶναι «οἱ ἐπιπτώσεις στήν καθημερινή ζωή τῆς Ἐκκλησίας».
Τό θέμα, ὅπως φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶναι θεωρητικό, ἀλλά ἔχει καί πρακτικές συνέπειες, ἄλλωστε συνδέεται στενά ἡ θεωρία μέ τήν πράξη, καί δέν μποροῦν νά χωρισθοῦν μεταξύ τους.
Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται, συνεχῶς, λόγος γιά οἰκονομική κρίση, καί αὐτό ἔχει ἀπορροφήσει ὅλη τήν σκέψη καί τήν δραστηριότητά μας, ἀγνοώντας ὅτι ἡ κρίση εἶναι βαθύτερη, εἶναι γεωπολιτική, πολιτιστική καί στό βάθος θεολογική. Ὁ Μάξ Βέμπερ ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἡ καπιταλιστική νοοτροπία προῆλθε ἀπό τήν προτεσταντική ἠθική, καί στούς τόπους πού ἐπικράτησε αὐτή ἀναπτύχθηκαν τά ἐργοστάσια, οἱ Τράπεζες, τό τραπεζικό σύστημα. Αὐτό, ὅμως, δέν θά εἶναι τό θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου, ἀλλά θά περιορισθῆ στήν κρίση τῆς θεολογίας στήν Ἐκκλησία καί τίς συνέπειες πού δημιουργοῦνται ἀπό αὐτήν τήν κρίση.
Ἐξ ἀρχῆς θά ἤθελα νά τονίσω ὅτι θά εἶμαι, ὅσο μπορῶ, σύντομος καί περιεκτικός, ἄλλωστε μιά εἰσήγηση ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας δέν μπορεῖ νά καλύψη ὅλο τό θέμα, ἀλλά σᾶς ἐνημερώνω ὅτι ἔχω τελειώσει ἕνα ὀγκῶδες βιβλίο 600 σελίδων μέ τό θέμα αὐτό, στό ὁποῖο ἐκθέτω καί τήν σχετική βιβλιογραφία.
Στήν συνέχεια, θά τονισθοῦν τρία κεντρικά σημεῖα. Τό πρῶτον «ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τό δεύτερον «ἡ ἀλλοίωση τῆς θεολογίας» καί τό τρίτον «οἱ ἐπιπτώσεις τῆς θεολογικῆς κρίσεως στήν καθημερινότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς». Ζητῶ τήν ἐπιείκειά σας.
1. Ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Θεολογία, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, εἶναι ὁ λόγος περί τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἐπειδή ὅλοι ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό, ὅπως οἱ φιλόσοφοι, οἱ δεϊστές, οἱ ἀγνωστικιστές, οἱ ἄθεοι, ὅταν εἶναι ἀντίθεοι καί πολεμοῦν τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ὑπάρχει διαφορά θεολογιῶν. Δέν εἶναι ἀρκετό νά ὁμιλῆ κανείς γιά θεολογία, ἀλλά θά πρέπει νά προσδιορίζη τό ἐννοιολογικό της περιεχόμενο.
Οἱ Πρωτόπλαστοι πρίν τήν πτώση εἶχαν προσωπικό, ἄμεσο διάλογο μέ τόν Θεό, ἀλλά μετά τήν πτώση διακόπηκε αὐτός ὁ διάλογος, καί οἱ ἀπόγονοι τῶν Πρωτοπλάστων δημιούργησαν μιά δική τους θεολογία, κατ’ ἀρχάς θεοποίησαν τήν σκέψη τους, τίς ἔννοιες μέ τίς φαντασίες, στήν συνέχεια θεοποίησαν τά ὑλικά ἀντικείμενα καί ἀργότερα τίς ἰδέες. Ἔτσι, δημιουργήθηκε ἡ εἰδωλολατρεία καί ἡ κλασσική μεταφυσική.
Ὁ Θεός μέ τήν ἐμφάνισή Του στούς Πατριάρχες, τούς Δικαίους καί τούς Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη προσέφερε τήν ἀληθινή γνώση Του, τούς ἔδειχνε τήν διαφορά μεταξύ κτιστῶν καί ἀκτίστων, τούς ἔδωσε τόν Νόμο Του ὥστε νά διακρίνουν ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀποκαλύψεως καί ἄλλο ὁ θεός τῆς φιλοσοφίας, τοῦ μυστικισμοῦ, τῆς μαγείας καί τῆς δεισιδαιμονίας. Ἰσχύει αὐτό πού γράφεται στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Πολυμερῶς καί πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεός λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ» (Ἑβρ. α΄, 1).
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ φανέρωσή Του στούς Ἀποστόλους, ἡ φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στόν Ἰορδάνη Ποταμό, στό ὄρος Θαβώρ, ἡ Ἀνάσταση καί ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό Ὑπερῶον τῆς Πεντηκοστῆς, προσέφερε τήν πραγματική θεολογία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά γράψη ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ «Θεός ὤν προαιώνιος δι’ ἡμᾶς καί θεολόγος ἐγεγόνει». Κατ’ ἐπέκταση, θεολόγοι εἶναι ὅσοι γνώρισαν τόν Θεό μέσα στήν δόξα Του, ἤτοι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες, οἱ ἅγιοι. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπό τήν ἀρχή τοῦ διαλόγου του μέ τούς Εὐνομιανούς χρειάσθηκε νά καθορίση τό ποιοί εἶναι οἱ θεολόγοι στήν Ἐκκλησία. Εἶπε ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά θεολογήση ἀσφαλῶς, γιατί τό νά ὁμιλῆ κανείς γιά τόν Θεό δέν εἶναι εὐθυνόν πράγμα «καί τῶν χαμαί ἐρχομένων». Αὐτό εἶναι ἔργο τῶν «ἐξητασμένων καί διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων τό μετριώτατον».

ΡΩΣΙΚΟΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ



ΡΩΣΙΚΟΣ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
==========

Η πιο επικίνδυνη πλευρά του Ρωσικού εθνοφυλετισμού δεν αφορά τις φιλοδοξίες για το “πρωτείον” στην Εκκλησία από το Πατριαρχείο Ρωσίας τη λεγόμενη “Τρίτη Ρώμη” ή “Αγία Ρωσία”, όπως αρέσκεται επ’ εσχάτων να αυτοπροσδιορίζεται.

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο του Ρωσικού εθνοφυλετισμού είναι η θεολογία που διατύπωσε ο Αλέξης Χομιακώφ ένας Ρώσος πανσλαβιστής διανοούμενος, ο οποίος ήταν εμποτισμένος -μέχρι μυελού οστέων - από το πνεύμα του Σχολαστικισμού και του Πανσλαβισμού και ο οποίος απέρριπτε την πατερική θεολογία και αναζητούσε να δημιουργήσει ένα τρίτο θεολογικό σύστημα πέραν από τους Πατέρες. Με άλλα λόγια “μεταπατερικό”!

Σ’ αυτό το “μεταπατερικό” θεολογικό σύστημα εντοπίζονται οι πιο ουσιαστικές διαφωνίες μας με τον Πανσλαβισμό και την λεγόμενη “Αγία Ρωσία”.

ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΡΩΜΑΝΙΔΗ
___________________

Οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη στον π. Γεώργιο Φλωρόσφκι, που επεσήμανε τις αιρετικές αυτές τάσεις και μίλησε για την εν Χριστώ πρόσληψη της Ελληνικής φιλοσοφίας και τις Ελληνικές κατηγορίες της σκέψης. Θέσεις τις οποίες ορισμένοι μικρόψυχοι και μικρόνοες δικοί μας ταυτίζουν με τον Ελλαδικό εθνικισμό.!!!

Οφείλουμε όμως βαθύτατη ευγνωμοσύνη και στον π. Ιωάννη Ρωμανίδη ο οποίος μας ανέπτυξε κατά πλάτος και εις βάθος αυτές τις επισημάνσεις του αείμνηστου π. Γεώργιου Φλωρόφσκι και τις ενέταξε στην ευρύτερη Παράδοση των Ρωμαίων (Ρωμιών) Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία παράδοση ορισμένοι παρεξηγούν ως Ελληνικό εθνοφυλετισμό.!!!

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΨΗΛΑΦΗΤΗ
____________

Δυστυχώς - ακόμη και σήμερα - η λεγόμενη “Παρισινή σχολή” εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τα θεολογικά μας πράγματα παρά την επισήμανση των κακόδοξων φρονημάτων των εκπροσώπων της από τους αείμνηστους π. Γεώργιο Φλωρόφσκι και π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

Ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να εμπνέονται θεολόγοι (κληρικοί και λαικοί) από τη θεολογία των Σμέμαν, Μέγιεντορφ και Παύλου Ευδοκίμωφ παρά τις καθαρά αντιασκητικές και αντιευαγγελικές προσεγγίσεις τους για το γάμο, που αντιφάσκουν απροκάλυπτα την πατερική διδασκαλία, παρά τις ρωσόφιλες εθνοφυλετικές θέσεις τους - τις οποίες πολλές φορές κρύβουν πίσω από το προσωπείο της “Αμερικανικής Ορθοδοξίας” (άλλο εθνοφυλετικό εξάμβλωμα) και παρά τις καθαρά προτεσταντικές πεποιθήσεις τους ότι ο ορθόδοξος χαρακτήρας της λατρείας της Εκκλησίας διεστράφη στο Βυζάντιο και γι’ αυτό - κατά τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν - είναι ανάγκη να επανεύρει την πρωτοχριστιανική του καθαρότητα!

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ο Προφήτης της φιλανθρωπίας


Ο Χρυσόστομος υπήρξε πολύ δυνατός ιεροκήρυκας. Υπεραγαπούσε το κήρυγμα και το θεωρούσε ως το κατ’ εξο­χήν καθήκον ενός χριστιανού κληρικού. Η ιεροσύνη είναι εξουσία, αλλ’ είναι εξουσία λόγου και πειθούς. Αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της χριστιανικής αρχής. Οι βασιλείς εξαναγκάζουν, οι κληρικοί πείθουν. Οι πρώτοι
ενεργούν με διαταγές, οι δεύτεροι με προτροπές. Οι κληρικοί απευθύνονται στην ανθρώπινη ελευθερία, στην ανθρώπινη θέληση και ζητούν αποφάσεις. Όπως ο ίδιος ο Χρυσόστομος συνήθιζε να λέει, «είμαστε υποχρεωμένοι να επιτύχου­με τη σωτηρία των ανθρώπων με τον λόγο, την πραότητα και την προτροπή». Η όλη αξία της ανθρώπινης ζωής για τον Χρυσόστομο βρισκόταν στο ότι αυτή ήταν, και έπρεπε να είναι, μια ζωή εν ελευθερία, και γι’ αυτό μια ζωή χρήσιμη. Στα κηρύγματά του μιλούσε συνεχώς για την ελευθερία και την απόφαση. Η ελευθερία ήταν γι’ αυτόν μια εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Ο Χριστός ήλθε, όπως ο Χρυσόστομος συνήθιζε να υπενθυμίζει, ακριβώς για να θεραπεύσει τη βούληση του ανθρώπου. Ο Θεός πάντοτε ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη καταστρέφει την ελευθερία μας, Ο ίδιος ο Θεός ενεργεί διά κλήσεων και προτροπών, όχι καταπιεστικώς. Δείχνει την ευθεία οδό, καλεί και προσκαλεί, και προειδοποιεί για τους κινδύνους της κακίας, αλλά δεν εξαναγκάζει. Οι χριστιανοί κληρικοί πρέπει να ενεργούν κατά παρόμοιο τρόπο. Εξ ιδιοσυγκρασίας ο Χρυσόστομος ήταν μάλλον υπέρ των άμεσων και επαναστατικών λύσεων,οξύς και αυστηρός, αλλ’ ήταν πάντοτε κατά του εξαναγκασμού, ακόμα και στον αγώνα με τους αιρετικούς. Απαγορεύεται στους Χριστιανούς, συνήθιζε να επαναλαμβάνει, να μετέρχονται βία, ακόμα και για αγαθούς σκοπούς. «Η πολεμική μας δεν κάνει τους ζωντανούς νεκρούς, αλλά μάλλον κάνει τους νεκρούς να ζήσουν, γιατί ασκείται με πνεύμα πραότητας και ταπεινοφροσύνης. Καταδιώκω με λόγια, όχι με έργα. Καταδιώκω την αίρεση, όχι τους αιρετικούς. Είναι δικό μου γνώρισμα το να καταδιώκομαι μάλλον, παρά να καταδιώκω. Έτσι ο Χριστός ήταν νικητής ως εσταυρωμένος και όχι ως σταυρωτής». Η δύναμη του Χριστιανισμού βρισκόταν, γι’ αυτόν, στην ταπείνωση και στην ανεκτικότητα, όχι στη δύναμη. Έπρεπε κανείς να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και επιεικής προς τους άλλους.
Εν τούτοις, ο Χρυσόστομος δεν ήταν καθόλου ένας αισιόδοξος αισθηματίας. Η διάγνωσή του για την ανθρώπινη κατάσταση ήταν μαύρη κι άραχνη. Ζούσε σε μια εποχή που η Εκκλησία κατακλύσθηκε ξαφνικά άπα πλήθη κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών. Είχε την εντύπωση ότι κήρυττε σε νεκρούς. Παρατηρούσε την έλλειψη φιλανθρωπίας και την επαναπαυόμενη αδικία και τις είδε σχεδόν μέσα σε μια αποκαλυπτική προοπτική: «Κατεσβέσαμεν τον ζήλον και το σώμα του Χριστού είναι νεκρόν». Είχε την εντύπωση ότι μιλούσε σε ανθρώπους για τους οποίους ο Χριστιανισμός ήταν μόνον ένας συμβατικός συρμός, ένας κενός τύπος, μια επιτήδευση και τίποτα περισσότερο: «Μέσα στις χιλιάδες μπορεί κανείς δύσκολα να βρει περισσότερους από εκατό που έχουν σωθεί, και ακόμα και γι’ αυτό αμφιβάλλω». Ένοιωθε μάλλον στενοχώρια για τον μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών, που τους θεωρούσε «μια επί πλέον τροφή για το πυρ».
Η ευημερία ήταν γι’ αυτόν ένας κίνδυνος, το χειρότερο είδος διωγμού, χειρότερο κι από ένα φανερό διωγμό. Κανείς δεν βλέπει κινδύνους. Η ευημερία εκτρέφει την αδιαφορία. Οι άνθρωποι πέφτουν στον ύπνο και ο διάβολος σκοτώνει τους υπνώττοντας. Ο Χρυσόστομος ανησυχούσε ιδιαίτερα για το φανερό και αυθαίρετο χαμήλωμα των αξιολογικών κριτηρίων και των απαιτήσεων, που παρατηρείτε ακόμα και μεταξύ του κλήρου. Το άλας έχανε την ολιστική του δύναμη. Αντέδρασε σ’ αυτό όχι μόνο με λόγους αποδοκιμασίας και επιπλήξεως, αλλά και με έργα φιλανθρωπίας και αγάπης. Αγωνιζόταν απεγνωσμένα για την ανανέωση της κοινωνίας, για τη θεραπεία των κοινωνικών κακών. Κήρυττε και ασκούσε τη φιλανθρωπία, ιδρύοντας νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, βοηθώντας τους φτωχούς και τους ενδεείς. Ήθελε να ανακτηθεί το πνεύμα ασκήσεως της αγάπης. Ήθελε περισσότερη δραστηριότητα και αφοσίωση μεταξύ των Χριστιανών. Ο Χριστιανισμός γι’ αυτόν ήταν ακριβώς «η οδός», όπως είχε μερικές φορές ορισθεί στους αποστολικούς χρόνους, και ο ίδιος ο Χριστός ήταν «η οδός». “Ο Χρυσόστομος ήταν πάντα εναντίον όλων των συμβιβασμών, εναντίον της πολιτικής της συνδιαλλαγής και της προσαρμογής. Ήταν προφήτης ενός ολοκληρωμένου Χριστιανισμού.

Θεραπεία φύσεως και θεραπεία βουλήσεως, (π. Γ. Φλορόφσκι).


Ο Θεός Λόγος με την σάρκωσή Του δια της Παρθένου Μαρίας, ανέλαβε την σωτηρία όλου του ανθρώπινου γένους. Γεύθηκε τον θάνατο (άδικα), και με την Ανάστασή Του έγινε η αρχή της ανακαινίσεως όλης της κτίσης, αρχής γενομένης από τον «ιερέα» αυτής της κτίσης, τον άνθρωπο. Η θυσία του Χριστού είναι το αποκορύφωμα της ενανθρώπισης, και έχει το νόημα της θεραπείας της ανθρώπινης φύσης, η οποία ασθένησε μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων, που αντί να οδηγηθούν μέσα από την υπακοή στην θέωση, δηλαδή στην κατά χάρη ομοίωση του Θεού, όχι μόνο δεν έφτασαν στο σκοπό αυτό, αλλά αμαύρωσαν και το «κατ’ εικόνα». Η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Χριστού, του Νέου Αδάμ, νίκησε την φθορά και τον θάνατο (την διάσπαση). Επειδή όμως η σωτηρία είναι κάτι σαν ένα θείο κάλεσμα, ο άνθρωπος πρέπει να ανταποκριθεί. Η Χάρις είναι παντοδύναμη και δεν εξαιρεί από την σωτηρία –που είναι ουσιαστικά η επαναφορά στο «καθ’ ομοίωση»- κανέναν άνθρωπο. Ο Χριστός όχι μόνο ανέστησε την ανθρώπινη φύση με την ένδοξη Ανάστασή Του, αλλά την ανύψωσε στους ουρανούς και την συνεκάθισε στα επουράνια, με την εξίσου ένδοξη Ανάληψή Του και καθέδρα Του. Παρόλα αυτά, η Χάρις δεν εξαναγκάζει κανέναν. Σε εμάς εναπόκειται ώστε να θεραπευτεί η βούληση. Αυτό είναι το ζητούμενο.

«Πρέπει να διακρίνουμε πολύ προσεκτικά μεταξύ της θεραπείας της φύσεως και της θεραπείας της βουλήσεως. Η φύσις θεραπεύεται και αποκαθίσταται με κάποιο εξαναγκασμό από την δύναμη της παντοδύναμης και ανίκητης χάριτος του Θεού, ή μπορεί να πει κανείς από κάποια ‘’βία της χάριτος’’. Η ακεραιότητα κατά κάποιο τρόπο επιβάλλεται επάνω στην ανθρώπινη φύση. Γιατί με τον Χριστό όλη η ανθρώπινη φύσις (το ‘’σπέρμα του Αδάμ’’) πλήρως και τελείως θεραπεύθηκε από την έλλειψη ακεραιότητος και τη θνητότητα. Αυτή η αποκατάστασις θα πραγματοποιηθεί και αποκαλυφθεί πλήρως στην γενική Ανάσταση, την ανάσταση όλων, δικαίων και αδίκων. Κανείς, όσον αφορά στη φύση, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βασιλικό κανόνα του Χριστού, να ξεχωρίσει δηλαδή τον εαυτό του από την αήττητη δύναμη της αναστάσεως.

Αλλά η βούλησις του ανθρώπου δεν μπορεί να θεραπευθεί με τον ίδιο αναπόφευκτο τρόπο, γι’ αυτή όλο το νόημα της θεραπείας της βουλήσεως βρίσκεται στην ελεύθερή της μεταστροφή. Η βούλησις του ανθρώπου πρέπει να είναι στραμμένη προς τον Θεό· πρέπει να υπάρξει ελεύθερη και αυθόρμητη ανταπόκρισις αγάπης και λατρείας. Η βούλησις του ανθρώπου μπορεί να θεραπευθεί μόνο ελεύθερα, μέσα στο ‘’μυστήριο της ελευθερίας’’. Μόνο με αυτήν την αυθόρμητη και ελεύθερη προσπάθεια εισέρχεται ο άνθρωπος σε εκείνη τη νέα και αιώνια ζωή που αποκαλύφθηκε από τον Ιησού Χριστό.

Πνευματική αναγέννησις μπορεί να συντελεσθεί μόνο με τέλεια ελευθερία, με υπακοή αγάπης, με αυτοαναφορά και αυτοαφιέρωση στο Θεό. Η διάκρισις αυτή τονίσθηκε με μεγάλη επιμονή στην αξιόλογη πραγματεία του Νικολάου Καβάσιλα «Περί της εν Χριστώ ζωής». Η Ανάστασις είναι μία ανόρθωσις φύσεως και ο Θεός την παραχωρεί ελεύθερα. Αλλά η Βασιλεία των Ουρανών, το μακάριο όραμα και η ένωσις με τον Χριστό προϋποθέτουν την επιθυμία, και έτσι ανήκουν μόνο σε αυτούς που τις ποθούν, τις αγαπούν και τις επιθυμούν. Η αθανασία θα δοθεί σε όλους, αφού όλοι μπορούν να απολαμβάνουν τη Θεία Πρόνοια.

Δεν εξαρτάται από την επιθυμία μας αν θα εγερθούμε μετά θάνατον ή όχι, αφού δεν γεννηθήκαμε καν με δική μας θέληση. Ο θάνατος του Χριστού και η ανάστασις φέρνουν αθανασία και αφθαρσία σε όλους με τον ίδιο τρόπο, αφού όλοι έχουν την ίδια φύση με τον Άνθρωπο Ιησού Χριστό. Κανείς όμως δεν μπορεί να υποχρεωθεί να επιθυμεί. Έτσι η ανάστασις είναι ένα δώρο κοινό σε όλους, αλλά η ευλογία θα δοθεί μόνο σε ορισμένους (Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής, II 86-96).

Άλλωστε, ο δρόμος της ζωής είναι δρόμος αυταπαρνήσεως, θανατώσεως, αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς. Κανείς πρέπει να πεθάνει ως προς τον εαυτό του για να ζήσει εν Χριστώ. Καθένας πρέπει προσωπικά και ελεύθερα να συνδεθεί με τον Χριστό, τον Κύριο, το Σωτήρα, το Λυτρωτή, στην ομολογία πίστεως, στην εκλογή της αγάπης, στο μυστικό όρκο της υποταγής. Καθένας πρέπει να δημιουργήσει ένα καινούριο εαυτό, να ‘’απολέσει την ψυχή αυτού’’ προς χάριν του Χριστού, να σηκώσει τον Σταυρό του, να τον ακολουθήσει.

Ο αγώνας του Χριστιανού είναι ακριβώς η συνοδεία αυτή του Χριστού, η συνοδεία στο πάθος και στο Σταυρό του, ακόμη και μέχρι θανάτου- αλλά πρώτα απ’ όλα- η συνοδεία του Χριστού στο δρόμο της αγάπης: ‘’Εν τούτω εγνώκαμεν την αγάπην, ότι Εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν Αυτού έθηκεν· και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς θείναι [..] εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι Αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλεν τον Υιόν Αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών’’ (Α’ Ιωάννου 3.16, 4.10).

Εκείνος που δεν συναποθνήσκει με τον Χριστό δεν μπορεί και να ζήσει μαζί του. Αν δεν δεχτούμε ελεύθερα να πεθάνουμε εκλέγοντας το πάθος Εκείνου, η ζωή του δεν θα υπάρχει μέσα μας, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος. Αυτό δεν είναι ένας ασκητικός ή ηθικός κανόνας μονάχα, ούτε απλή πειθαρχία. Είναι οντολογικός νόμος της πνευματικής υπάρξεως της ίδιας της ζωής. Η ζωή ενός χριστιανού αρχίζει με μια καινούρια γέννηση, μια γέννηση ‘’εξ ύδατος και Πνεύματος’’. Εκείνο που πρώτα απ’ όλα χρειάζεται είναι η μετάνοια».

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», π. Γ. Φλορόφσκι, σελ. 79-81).
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.gr

Προσευχή ατομική και κοινή.(Β΄μέρος) (+Πρωτ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ)


 
Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της κοινής λατρείας.

Η ατομική προσευχή είναι μύηση στο μυστήριο της  Εκκλησίας. Το μυστήριο αυτό αποκαλύπτεται στην κοινή και μυστηριακή λατρεία της Εκκλησίας. Το κεντρικό σημείο της κοινής λατρείας, είναι η Θεία Ευχαριστία. Είναι ένα ιερό μυστήριο. Είναι ένα διπλό μυστήριο, το μυστήριο του «Όλου Χριστού», της κεφαλής και του σώματος, το μυστήριο του Κυρίου και το μυστήριο του εκκλησιαζόμενου λαού. Η Θεία Ευχαριστία είναι μια πραγματική αποκάλυψη του Χριστού, μια εικόνα του λυτρωτικού Του έργου. Σε συμβολικές εκφωνήσεις και κινήσεις, μας παρουσιάζει ολόκληρη τη ζωή του Κυρίου μας, από τη Βηθλεέμ μέχρι το όρος των  Ελαίων, συμπεριλαμβανομένων της Αναστάσεως και Αναλήψεως και προσδοκώντας τη Δευτέρα Του Παρουσία. Οι διαφορετικές συμβολικές χειρονομίες και λέξεις μας θυμίζουν όλα τα πιο πάνω. Όμως δεν είναι απλώς μια ανάμνηση, αλλά μάλλον μια αναπαράσταση. Δύο όψεις του μυστηρίου πρέπει να διαφυλαχθούν μαζί.
Η Θεία Ευχαριστία είναι η μεγαλύτερη χριστιανική μαρτυρία, μια μαρτυρία προς τη νέα αδελφότητα της λυτρωμένης κοινωνίας και του Λυτρωτή. Κάθε φορά, ποτ τελείται το μυστήριο, η  Εκκλησία του Χριστού δίνει μαρτυρία προς τον Κύριό της και Δεσπότη. Όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μαρτυρία. «Έρχου και ίδε.» Και εκείνοι που έρχονται με ανοικτή καρδιά και με ορθή πίστη μπορούν να δουν και να αγγίξουν τον ίδιο τον Κύριο, ο οποίος είναι πάντοτε παρών και διαμένων στα ευλογημένα Του μυστήρια, πα­ρών, και ορατός και απτός, ορατός φυσικά με την πνευματική όραση. Η διδασκαλία της «Αληθινής Παρουσίας» δεν είναι ούτε μια θεολογική θεωρία, ούτε απλώς μια ερμηνεία. Αντιθέτως είναι η πιο ευθεία και άμεση μαρτυρία, είναι μια «οφθαλμομαρτυρία» της πνευματικής όρασης. Η «παρουσία» του Κυρίου δεν περιορίζεται στα στοιχεία, τα οποία πραγματικά αγιάζονται και αλλάζουν με τον καθαγιασμό.

Η Εκκλησία είναι μία - π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ




Οι Ορθόδοξοι είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίξουν ότι το μόνον «ειδικόν» ή «διακριτικόν» γνώρισμα, όσον αφορά εις την θέσιν των εντός της διηρημένης Χριστιανωσύνης είναι το γεγονός, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η αυτή με την Εκκλησίαν όλων των εποχών και μάλιστα με την «Πρώτην Εκκλησίαν». Με άλλους λόγους δεν είναι μία Εκκλησία από τις πολλές αλλά η Εκκλησία. Και τούτο είναι μία φοβερά, αλλά δικαία και ακριβής αξίωσις.

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ

Η τραγωδία της χριστιανοσύνης - π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ


1.Η τραγωδία της χριστιανοσύνης είναι, ακριβώς, ότι η αλήθεια του Θεού κατανοείται ακόμη με διαφορετικούς τρόπους. Ό,τι θεωρείται ως ιερό ταμείο για ωρισμένους, είναι για άλλους αξιοθρήνητη δεισιδαιμονία. Ό,τι φαίνεται υψηλό στα μάτια των μεν είναι οπισθοδρομικό για τις πεποιθήσεις των άλλων. Και όμως, παρ'όλα αυτά, όλοι οι χριστιανοί μέσα στην Οικουμενική Κίνηση, και πέραν των ορίων της, πρέπει να υποσχεθούν στους εαυτούς τους ότι θα παραμείνουν μαζί και θα ομολογήσουν μαζί την κοινή τους υποταγή στον αυτόν Κύριο. Τούτο, ασφαλώς, είναι παράδοξο. Αλλά, ακριβώς, το παράδοξο είναι, που προσδίδει αξία στην υπόσχεση. Πρέπει να παραμείνουν μαζί, ακριβώς, επειδή είναι χωρισμένοι. Η υπόσχεσις έχει αξία, επειδή απαιτεί πόνο και ένταση. Πρόκειται να υποφέρουμε το σταυρό της υπομονής` ας δοξάσομε το σταυρό αυτό. Ο χριστιανικός μας πόνος είναι σημείο αναρρώσεως, αναρρώσεως που πρόκειται να έλθη από τον ίδιο τον Κύριο.
Η Οικουμενική Κίνησις είναι, πρωταρχικά, μια συναδέλφωσις που βρίσκεται στον δρόμο των αναζητήσεων. Είναι ένα τόλμημα ή μια περιπέτεια, και όχι ένα κατόρθωμα. Είναι δρόμος και όχι σκοπός. Και γι` αυτό η ανοικτή κοινωνία θα εξέθετε όλη την προσπάθεια. Γιατί, εσφαλμένα, θα παρουσίαζε την χριστιανοσύνη ήδη ενωμένη. Αλλά, όλοι, γνωρίζομε, πολύ καλά, ότι δεν είναι. Η έντασις παραμένει παρακινώντας μας να συνεχίσουμε. Για τούτο το λόγο, ακριβώς, έχουμε ακόμη μόνο την Οικουμενική Κίνησι και όχι την ενωμένη χριστιανοσύνη.

2....Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία. Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια. Γι` αυτό, λοιπόν, η ένωσις των χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκοσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sankta ("Μία Αγία..").

Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή απο πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μία εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από όλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγω ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιον τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα. Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.

Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και, ωρισμένες φορές μάλιστα επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες γι’ αυτό τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος. Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατόν να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ να δω αυτό που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάμω τίποτε άλλο. Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν "εκτός Εκκλησίας". Η "κρίσις" έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διορίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρώτα απ`όλα η εξουσία να κηρύττει και να διαφυλάττη τον λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι "ανωμαλία". Αλλά η "ανωμαλία"πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται. Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ  
Υάκινθος
Πηγή : Αναστάσιος 
Σχόλιο: Η Χριστιανοσύνη διακρίνεται απο την Εκκλησία. Δέν είναι η Εκκλησία. Ο οικουμενισμός τί θέλει; Να ταυτίσει Εκκλησία και Χριστιανοσύνη! Η πίστη του Φλωρόφσκι είναι δευτεροβάθμιος. Εξάλλου ήταν δάσκαλος της δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως. Εκπαίδευε θεολόγους καθηγητές όχι θεολόγους της Εκκλησίας. Είναι πίστη εξ’ακοής η δική του, δευτεροβάθμιος. Εξ’όσων άκουσε και είδε. Δέν είναι η πίστη των αοράτων.  Η οικουμενική κίνηση είναι συναδέλφωσις και δρόμος αναζητήσεως. Και η Εκκλησία όμως είναι δρόμος. Είναι ο Κύριος.  Η αληθινή Εκκλησία δέν είναι ακόμη η Τέλεια Εκκλησια! Δηλαδή δέν είναι η Μία, αληθινή και Καθολική. Των Αγίων. Μοιάζει με την Χριστιανοσύνη που είναι κατακερματισμένη. Η Εκκλησία πρέπει να γίνει ιστορική. Μιά νέα παράλληλη εκκλησία. Οι οικουμενικές Σύνοδοι είχαν σκοπό την αναθεώρηση και νέα διατύπωση. Όπως η σύνοδος που προετοιμάζεται. Μόνον ο κλήρος έμεινε άθικτος. Άγιοι δέν υπάρχουν. Εγώ είμαι αυτός που είμαι και βλέπω αυτό που βλέπω (Χαριτωμένος).  Ποιός καλεί στην Εκκλησία; Αυτό είναι το ερώτημα. Αφού δέν μπορεί να βάλει στην Εκκλησία ή μπορεί; Αυτός αγιάζει, είναι αντιπρόσωπος. Δέν μπορεί να βγάλει κανέναν. Ο καϋμένος. Δεσμεύεται απο την αγάπη! Ο αγιασμός, όπως και η χειροτονία δέν εκπίπτει.  Ο Κύριος σταυρώθηκε επειδή δέν δέχθηκε την Βασιλεία τού κόσμου τούτου. Τί μας λέει ο Φλωρόφσκι. Ότι έκανε λάθος; Ότι έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί; Ότι ο σκοπός ήταν ο θάνατος; Και η Ανάσταση είναι η ενότης των ουρανών και της Γής; Ότι ο Κύριος αναστήθηκε και άλλαξε γνώμη; Ότι τελικά δέχθηκε να είναι και Βασιλεύς της Γής; Του κόσμου τούτου;  Αυτό δέν κηρύττει ο Οικουμενισμός; Ίνα ώσιν εν, επί της Γής;  Πονηρό κείμενο. Ενόψει της ενώσεως! 

Αμέθυστος.

Η σύγχρονη πρόσληψη της θεολογίας του π. Γ. Φλωρόφσκυ – Επιλογικά ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


Ολοκληρώνουμε σήμερα τον κύκλο της δημοσίευσης της μελέτης του κ. Δ. Αβδελά, για τον τρόπο ανάγνωσης της θεολογίας του π. Γ. Φλωρόφσκυ από τη σύγχρονη θεολογία (προηγούμενη ανάρτηση: www.pemptousia.gr/?p=68566). Οι επιλογικές παρατηρήσεις του συγγραφέα αφορούν τη διαχρονικότητα και κανονικότητα του έργου του μεγάλου Ρώσου θεολόγου.
Ο Π. Καλαϊτζίδης στο πρόσφατο άρθρο του για να δικαιολογήσει την άποψή του περί της ανανέωσης της παράδοσης και της συμπόρευσης της με τη μετανεωτερικότητα παραπέμπει στον Φλωρόφσκυ και τον παρουσιάζει αυτή τη φορά όχι ως ιδιότυπο ευνομιανιστή αλλά υποστηρικτή της εξέλιξης της παράδοσης χωρίς προϋποθέσεις[1]. Βεβαίως για ακόμη μια φορά σφάλλει στο γεγονός ότι στο απόσπασμα που παραπέμπει από το έργο του ρώσου θεολόγου Το σώμα του ζώντος Χριστού αποκρύπτει (χάριν συντομίας;) εκείνα τα σημεία που αναδεικνύουν τη θέση του Φλωρόφσκυ σε σχέση με την πανχρονικότητα της πατερική παράδοσης.
fgflo2
Συγκεκριμένα, ο ρώσος κληρικός αφενός και είναι ανοιχτός προς την ενδεχομενικότητα της ιστορίας σε σχέση με τη θεολογία και την υιοθέτηση των νέων όρων, αφετέρου όμως προκρίνει ότι η καινοτόμηση των ονομάτων οφείλει να συμβαδίζει με  «…αληθινή καθολική παραδοσιακότητα (ως) πιστότητα στην όλη εμπειρία της Εκκλησίας…»[2]. Και παρακάτω σε άλλο απόσπασμα, μη ληφθέν υπόψη από τον Π. Καλαϊτζίδη, ο Φλωρόφσκυ υποστηρίζει σθεναρά ότι «η συμμόρφωση προς το παρελθόν δεν είναι λοιπόν παρά συνέπεια της πιστότητας προς το όλο»[3] φανερώνοντας έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι η παράδοση είναι το σύμβολο της πανχρονικότητας[4]. Επομένως, είναι προφανές ότι αποκρύπτεται από μέρους του Π. Καλαϊτζίδη η θέση του Φλωρόφσκυ σε σχέση με την κατανόηση της συγχρονικότητας της ορθόδοξης θεολογίας με τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα ως μετά-δοση του παρα-δεδομένου μηνύματος της ένσαρκης αποκεκαλυμμένης αλήθειας, παρά ως απροϋπόθετης προόδου.
Εντύπωση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι, ο Π. Καλαϊτζίδης στο ίδιο κείμενο προσπαθεί με τελείως αντιφατικό τρόπο να παρουσιαστεί στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ως επιτυχημένος εκφραστής της νεοπατερικής σύνθεσης του Φλωρόφσκυ και γνήσιος ακόλουθος των πατέρων[5], αφού ίδιος στα προηγούμενα αυτού του κειμένου γραπτά του υποστήριξε σθεναρά με τη «μετα-πατερική» του άποψη την ταύτιση του ορθόδοξου θεολογείν δια της ενύπαρκτης κίνησης στην πατερική θεολογία με τον πατερικό φονταμενταλισμό[6]. Δεν είναι συμπτωματικό που όχι μόνο στην ελληνόγλωσση αλλά και στη δυτική επιστημονική θεολογική βιβλιογραφία ο Π. Καλαϊτζίδης έχει συμπεριληφθεί σε εκείνους τους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους που ακολουθούν την παρωχημένη άποψη του Μπουλγκάκοφ, ο οποίος ταύτιζε την «κανονικοποίηση» της πατερικής γραφής με την «πατρολογική αίρεση»[7].
Περιστρέφεται δηλαδή ο Π. Καλαϊτζίδης στο ολισθηρό αυτό πεδίο, εφόσον θεωρεί την κίνηση πρός την παράδοση (των πατέρων) ως «φονταμενταλισμό» με  εμμονή στο γράμμα και όχι στο πνεύμα των πατέρων όπως υποστήριζε ο Φλωρόφσκυ[8]. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος υποστηρίζει απροκάλυπτα ότι ο χριστιανικός ελληνισμός του Φλωρόφσκυ «διεκδικεί πλέον κανονιστικό και αποκλειστικό ρόλο όχι μόνο για το παρελθόν της Εκκλησίας και της θεολογίας, αλλά και για το παρόν και το μέλλον τους»[9].
Επίλογος
Από την έως τώρα ανάλυση των δεδομένων του έργου του Φλωρόφσκυ προκύπτει ότι, η θεωρία του χριστιανικού ελληνισμού αποτελεί σαφώς μια σταθερή κατηγορία της ορθόδοξης θεολογίας. Το ελληνικό γλωσσικό ένδυμα των δογματικών ορισμών είναι ένα μοναδικό γεγονός μέσα στην ιστορία της εκκλησίας που παραπέμπει στη ένσαρκη σχέση της λογικότητας της ελληνικής γλώσσας με την αποκεκαλυμμένη αλήθεια της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Η προκλητική και συνάμα βιαστική εκτίμηση του Π. Καλαϊτζίδη, να αποδώσει στον σπουδαίο θεολόγο του 20ου αιώνα υπολανθάνουσα αιρετική απόκλιση, χωλαίνει επιχειρημάτων και εντρύφησης στο έργο του Φλωρόφσκυ. Το δογματικό τεχνολόγημα της διάστασης μεταξύ επίνοιας και αλήθειας (ουσίας) περί των όρων αποδείχτηκε αβάσιμο. Επίσης η υπόθεση ότι ο μεγάλος οικουμενικός θεολόγος της διασποράς ήταν υπέρμαχος μιας απροϋπόθετης μεταρρύθμισης της παράδοσης προσκρούει σε αδιέξοδο, εφόσον ο ίδιος πρόκρινε τη συμπόρευση της ορθόδοξης γνωσιολογίας με την οντολογία του εκκλησιαστικού γίγνεσθαι.

Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη



Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη
Τό ὅλο θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη δέν ἦταν ἰδεολογικό καί ἐθνικιστικό, ἀλλά, κυρίως, θεολογικό, πνευματικό, ἐκκλησιαστικό καί ἑνοποιητικό στούς τέσσερες τομεῖς, ἤτοι στήν ἑνότητα μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, μεταξύ ἑβραϊκῆς καί ἑλληνικῆς σκέψεως, μεταξύ ἑλληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, καί μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἄλλων Ὁμολογιῶν. Συνέδεε τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα ἀπό τήν δική τους ἐμπειρία καί διδασκαλία κατήρτισε τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τά πολλά διανοητικά του χαρίσματα, ὅπως καί μέ τήν συνάντησή του μέ μεγάλους ἡσυχαστές, διαμόρφωσε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία σέ μιά σημαντική προοπτική ἑνότητας.

Ἡ καλή χρήση τῆς ἑλληνικῆς, ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς γλώσσας τόν ἔφεραν στά σπουδαιότερα κέντρα διαλόγου, ἤτοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Παπικούς, τούς Προτεστάντες, τούς Ἀντιχαλκηδονίους - Μονοφυσίτες, τούς Ἑβραίους καί τούς Μουσουλμάνους. Αὐτό τόν ἔκανε νά τεκμηριώση ἀκόμη περισσότερο τίς ἀπόψεις πού εἶχε σχηματίσει μέ τίς μελέτες πού προηγήθηκαν.

Ἑπομένως, τό θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ἦταν ἔργο ἑνότητος καί ὄχι διασπάσεως, ἔργο οὐσίας καί ὄχι περιφέρειας, ἔργο ἀγάπης καί ὄχι μίσους, ἦταν ὄντως θεολογικό, προφητικό, ἀποστολικό καί πατερικό ἔργο στήν ἐποχή μας. Καί γι’ αὐτό ἀξίζει ὄχι ἁπλῶς νά μελετηθῆ, ἀλλά νά συγκεντρωθῆ, νά μεταφρασθῆ καί νά ἐκδοθῆ σέ πολλούς τόμους. Συγχρόνως, τό γραπτό του ἔργο πρέπει νά μελετηθῆ σέ συνδυασμό μέ τόν προφορικό του λόγο, γιατί στά γραπτά του πολλές φορές ἦταν δύσκολος, ἐνῶ ἦταν εὐκολοκατανόητος στήν προφορική του διδασκαλία, διά τῆς ὁποίας μετέδιδε ἔμπνευση γιά προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθῆ, «Προφήτης τῆς Ρωμαϊκῆς Ὀρθοδοξίας», δηλαδή Προφήτης τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας στήν ἐποχή μας.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ εισηγητής της πατερικής ή της «μεταπατερικής» θεολογίας;


Ο Μέγας Αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου Μάξιμος σε λόγο του την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως παρείχε πλήρη στήριξη στο έργο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών του Βόλου. Υπερασπίστηκε ακόμη και την «μεταπατερική θεολογία» τονίζοντας μάλιστα ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ « πρῶτος ὡμίλησε περί τῆς ἀνάγκης νεοπατερικῆς συνθέσεως».
Σχολιάζονοντας την ομιλία αυτή του Μ. Αρχιδιακόνου Μαξίμου στο ιστολόγιό μας τονίζαμε: “Είναι όμως βέβαιον ότι κάνει μεγάλο λάθος ο Αρχιδιάκονος Μάξιμος αποφαινόμενος ότι ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ «πρῶτος ὡμίλησε περί τῆς ἀνάγκης νεοπατερικῆς συνθέσεως»”.
Σήμερα αναδημοσιεύουμε σύντομο σχόλιο του Ορθοδόξου Τύπου (31/12/2010) που περιέχει την γνώμη του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου περί των θέσεων του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ για την θεολογία:
Νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή "Θεολογία"
ΣΕΙΡΑ σημαντικῶν θεολογικῶν ἄρθρων τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου..., ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν "Παρακαταθήκην" ἀρ. τ. 74 καὶ εἰς τὸν "Ο.Τ." ἀρ. φύλλου 1857, καί ἐξ αὐτῶν ἀξίζει νά μεταφέρωμεν μερικάς σκέψεις του:
Κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἐπειδή εἶναι πατερική. Γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πράγματι ῾ἀποστολική᾽, ἀλλά εἶναι ἐπίσης καί ῾πατερική᾽. Οὐσιαστικῶς εἶναι ῾ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πατέρων᾽. Δέν εἶναι δυνατόν νά διαχωρισθοῦν οἱ δύο χαρακτηρισμοί. Ἐπειδή εἶναι ῾πατερική᾽, εἶναι ἀληθῶς καί ῾ἀποστολική᾽”. “Γιά νά εἴμαστε ὀρθόδοξοι καί να ἔχουμε τή βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μας δέν μᾶς χρειάζεται καμμιά νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία. Μᾶς χρειάζονται δύο πράγματα: Τό πρῶτο, νά μείνουμε σταθεροί, ὅπως ἔχουμε καθῆκον, στήν ὁρολογία τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιατί αὐτή ἡ ὁρολογία ἀποτελεῖ σημαντικό μέρος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, τό ἀληθινό καί αὐθεντικό consensus patrum, ἀλλά νά μείνουμε ἑδραῖοι καί στήν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια, πού δόθηκε στούς Πατέρες».

Αὐτή εἶναι καί ἡ ὀρθή ἐκκλησιολογική τοποθέτησις
.

Εχθροί του Μοναχισμού Μέρος 6ο Οι κακοδοξίες του Καλβίνου για τον Μοναχισμό του Γεωργίου Φλωρόφσκυ


Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 145-158).
(Τίτλος πρωτοτύπου: The Byzantine Ascetic and Spiritual Fathers. © BUCHERVERTRIEBSANSTALT. © 1992 Για την ελληνική γλώσσα Πουρναράς Παναγιώτης Καστριτσίου 12 Θεσσαλονίκη ISBN: 960-242-031-6).
Σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί η Προτεσταντική εμμονή κατά του Μοναχισμού, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι παρακολουθεί τη σκέψη του αιρεσιάρχη Καλβίνου, καθώς αντιγράφει τις κακοδοξίες του Λούθηρου. Ο αντιμοναχισμός μεταδόθηκε τόσο από αυτόν, όσο και από τον Λούθηρο ως βασικό συστατικό του Προτεσταντισμού σε όλες τις αιρέσεις του, γενικεύοντας τον πτωτικό Παπικό μοναχισμό άκριτα, και προς την Ανατολή.
Σ' ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα της Μεταρρυθμίσεως, το βιβλίο του Καλβίνου Η Ανάγκη να Μεταρρυθμισθεί η Εκκλησία, ο Καλβίνος μιλά για το χρέος του στο Λούθηρο. Ο Καλβίνος έγραψε αυτό το έργο το 1543. Ήταν, όπως δηλώνει ο υπότιτλός του, «Μια Ταπεινή Προτροπή στον πιο Αήττητο Αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε', και στους Ενδοξότατους Πρίγκιπες και άλλους Αξιωματούχους που έχουν τώρα μια Δίαιτα της Αυτοκρατορίας στο Σπάϋερ». Η Δίαιτα επρόκειτο να γίνει το 1544. Ο Καλβίνος συμπλήρωσε το έργο στο τέλος του 1543 για να διαβαζόταν στη Δίαιτα του Σπάϋερ. Στην εισαγωγή κι' όλας ο Καλβίνος γράφει: «Διακηρύσσουμε αρχίζοντας ότι, όταν ο Θεός κάλεσε το Λούθηρο και τους άλλους, οι οποίοι ύψωσαν ένα πυρσό να μας φωτίσουν στο δρόμο της σωτηρίας, και πάνω στη διακονία των οποίων θεμελιώθηκαν και χτίστηκαν οι Εκκλησίες μας…»
Στο τέταρτο βιβλίο της Institutio Religionis Christianae (Διδασκαλία της Χριστιανικής Θρησκείας), κεφ. 12 και 13, ο Καλβίνος συζητεί συστηματικά το θέμα του ασκητισμού και του μοναχισμού. Ο Καλβίνος, αν και είναι αντίθετος προς το μοναχισμό, δεν απορρίπτει, όπως έκανε ο Λούθηρος ασκητικές μορφές πνευματικότητας όπως τη νηστεία που ήταν πάντα ένα στοιχείο του Χριστιανισμού. Ο Καλβίνος κατείχε καλύτερα την ιστορία από όσο ο Λούθηρος. Ο Καλβίνος, αν και πίστευε σταθερά στον προορισμό, στην προπατορική αμαρτία όπως την ερμήνευσε ο Αγ. Αυγουστίνος, και στην ακαταμάχητη χάρη, ποτέ δεν δίδαξε εντελώς φανερά εκείνη την «βεβαιότητα της σωτηρίας» (certitudo salutis), την οποία ο Λούθηρος, τόσο πολύ αγαπούσε. Αυτοί οι δυο παράγοντες συνέβαλαν σε κάποιο βαθμό για να δείξει αυτός λιγότερο ριζοσπαστική στάση σε μερικές ασκητικές μορφές της Χριστιανικής πνευματικότητας.
Ο Καλβίνος είναι πολύ πιο συνετός στην αντιμετώπιση ασκητικών στοιχείων μέσα στην Καινή Διαθήκη από όσο ήταν ο Λούθηρος. Ο Καλβίνος δεν απορρίπτει, π. χ. , τη νηστεία. Αλλά ορίζει αυτό που θεωρεί ότι είναι η «σωστή φύση της νηστείας». Για τον Καλβίνο υπάρχουν «τρεις αντικειμενικοί σκοποί» στην «ιερή και νόμιμη νηστεία». Η νηστεία πρέπει να «εξασθενίζει και υποτάσσει τη σάρκα ώστε αυτή να μην δρα ακόλαστα, ή για να προετοιμάζει καλύτερα για τις προσευχές και τους ευσεβείς διαλογισμούς, ή για να γίνει μια μαρτυρία της εκούσιας ταπείνωσής μας ενώπιον του Θεού όταν θέλουμε να εξομολογηθούμε την ένοχη μας ενώπιόν του». Μια τέτοια δήλωση δεν θα μπορούσε να έχει γραφεί από το Λούθηρο. Σε περιόδους συμφοράς «είναι καθήκον των ποιμένων να παροτρύνουν την Εκκλησία σε νηστεία, ώστε με την ικεσία η οργή του Κυρίου να αποτραπεί». Και ο Καλβίνος προλαβαίνει μια αντίρρηση. «Αλλά, αντιτείνετε, αυτή είναι μια εξωτερική τελετή η οποία, μαζί με άλλες, τερματίστηκαν με το Χριστό. Όχι, αυτή είναι μια εξαιρετική βοήθεια για τους πιστούς σήμερα (όπως ήταν πάντοτε) και μια ωφέλιμη νουθεσία για να τους ξυπνήσει ώστε να μην προκαλούν τον Θεό όλο και περισσότερο με την υπερβολική εμπιστοσύνη και απροσεξία τους, όταν τιμωρούνται με τα μαστιγώματά του. Επομένως, ο Χριστός, όταν λέγει στους μαθητές του να μην νηστεύσουν, δεν λέγει ότι καταργείται η νηστεία, αλλά την ορίζει για περιόδους συμφοράς και τη συνδέει με το πένθος».

Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ὁ διδάσκαλός μου π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ὁ πνευματικός μου π. Γεώργιος Φλωρόφσκι, τοῦ π. Στεφάνου Ἀβραμίδη


τού Πρωτοπρ. π. Στεφάνου Αβραμίδη, Γραμματέως τής Συνοδικής Επιτροπής επί τών Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικών Σχέσεων
Μέ τήν αποψινή βιβλιοπαρουσίαση τού Αγίου Ναυπάκτου μάς δίνεται η ευκαιρία νά σκιαγραφήσουμε μιά φωτεινή καί εξέχουσα προσωπικότητα πού σημάδεψε τή σύγχρονη Θεολογική σκέψη. Ευχαριστώ τόν Σεβ. Αγιον Ναυπάκτου γιά τήν τιμή πού μού έκανε νά καταθέσω τίς απλές καί ταπεινές σκέψεις καί αναμνήσεις μου γιά τόν αείμνηστο π. Ιωάννη Ρωμανίδη.
Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη, Λάμπρος Σιάσος, π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Στέφανος ἈβραμίδηςΗ γνωριμία μου μέ τόν π. Ιωάννη ανάγεται στό έτος 1959, όταν ως τριτοετής φοιτητής τής Θεολογικής Σχολής τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης τόν είχα γιά πρώτη φορά Καθηγητή στό Μάθημα τής Δογματικής.
Η προσωπικότητά του, αλλά καί ο τρόπος τής διδασκαλίας του είχαν τήν δύναμη νά σέ συνεπαίρνουν. Μιλούσε κατά τρόπο απλό καί κατανοητό, μάλιστα οι διαλέξεις του γίνονταν πότε στήν Ελληνική καί πότε στήν Αγγλική γλώσσα, τής οποίας ο παπα Γιάννης ήταν άριστος χειριστής.
Επιπλέον ο π. Ιωάννης ήταν όπως καί γώ Καραμανλής, Καππαδόκης στήν καταγωγή. Αλλά επίσης σάν καί μένα ήταν Ελληνο-αμερικανόπουλο, αφού, άν καί γεννημένος στήν Ελλάδα, σέ ηλικία μόλις 4 μηνών ήρθε στήν Αμερική όπου έζησε, μεγάλωσε καί σπούδασε. Έτσι, ήξερε τήν Αμερικανική νοοτροπία: πώς σκεπτόμασταν εμείς τά παιδιά τών ελλήνων μεταναστών, καί ποιές πενιχρές γνώσεις είχαμε γιά τήν Ορθοδοξία, γνώσεις πού είχαμε αποκομίσει από τά διάφορα διαφωτιστικά φυλλάδια πού κατά καιρούς εξέδιδε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής.
Κύριο γνώρισμα τών φυλλαδίων αυτών ήταν η χρησιμοποίηση Ρ/Καθολικών επιχειρημάτων εναντίον τών Προτεσταντών καί αντιστοίχως Προτεσταντικών επιχειρημάτων εναντίον τών Ρ/Καθολικών, μέ αποτέλεσμα νά δίνεται η εντύπωση ότι εμείς οι Ορθόδοξοι δέν έχουμε μιά σαφή καί ενιαία θεολογική γραμμή, αλλά ότι βρισκόμαστε κάπου στή μέση τών δύο καί ότι η θεολογία μας ρυθμίζεται από τίς ακρότητες τών άλλων.
Πρίν γνωρίσουμε τόν π. Ιωάννη είχαμε τήν αίσθηση ότι δέν υπήρχε καμιά σχέση ανάμεσα σ' ό,τι έγραφαν αυτά τά εντός εισαγωγικών διαφωτιστικά φυλλάδια, μέ τήν ευσέβεια καί απλοϊκή πνευματικότητα τών γονιών μας, μέ τίς συνεχείς καί αυστηρές νηστείες τους, μέ τίς ατελείωτες προσευχές τους καί μέ τό νά μάς στέλνουν καθημερινά στά σπίτια φτωχών γειτόνων μέ πιάτα φαγητού. Καί μάλιστα αυτή η αίσθηση ενισχύονταν βλέποντας τούς Ρ/Καθολικούς, πού η Λειτουργία τους διαρκούσε μόλις μισή ώρα, πού νήστευαν μόνο τή Παρασκευή καί έτρωγαν τά πάντα εκτός από κρέας. Ακόμη καί ο ζωμός κρέατος επιτρεπόταν αρκεί νά είχε στραγγισθεί ώστε νά μήν υπάρχουν ίχνη κρέατος μέσα. Αντίθετα, σέ μάς οι γονείς μας γιά τις 50 σχεδόν ημέρες τής Μ. Τεσσαρακοστής καί τής Μ. Εβδομάδας ούτε λάδι δέν μάς έδιναν, εκτός από τό Σάββατο καί τήν Κυριακή.
Ο π. Ιωάννης όμως μάς άνοιξε τά μάτια καί καταλάβαμε, ότι αυτός ο ασκητικός τρόπος ζωής τών γονιών μας είχε σκοπό νά μάς διδάξει τήν αγάπη τήν ανιδιοτελή, τήν αγάπη, η οποία ου ζητεί τά εαυτής, καί ότι ο τρόπος αυτός τής ζωής βοηθούσε στό νά επιτύχουμε τήν κάθαρση τών παθών. Συνεπώς η ευσέβεια καί η ευλάβεια τών απλών μας γονιών ήταν στήν πράξη εφαρμοσμένη ορθόδοξη θεραπευτική αγωγή.

Δ. Ιωάννου: π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: Θεολόγος και Τραγωδός


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, ορθόδοξος θεολόγος τους 20ου αιώνα, ο οποίος μάλιστα βρίσκεται πίσω από την λεγομένη «νεοπατερική αναγέννηση» των τελευταίων δεκαετιών. Στο έργο του κυριαρχεί βαθύς στοχασμός και μια αίσθηση δραματικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης και ιστορίας, η οποία και συνιστά μια εντελώς ιδιαίτερη- πάντα πιστή στην παράδοση- ερμηνεία του δόγματος. Όπως άλλωστε ο ίδιος διευκρινίζει, η θεολογία ξεπερνά το δόγμα, με την έννοια ότι αυτό εκπηγάζει από την πρώτη. Η θεολογία αποτελεί έναν αγιοπνευματικό, αλλά μαζί και καρδιακό-διανοητικό ορίζοντα, από τον οποίο τροφοδοτείται το δόγμα, και βαθμιαία αυτό διατυπώνεται ή συμπληρώνεται. Η θεολογία εμπεριέχει ένα βαθύ πνευματικό όραμα για τον άνθρωπο, και αυτό πρωτίστως προσπάθησε να συλλάβει ο π. Φλωρόφσκυ, μεταφράζοντας σε σύγχρονη γλώσσα την πατερική σκέψη.

Θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτό το θεολογικό όραμα, εμμένοντας μάλιστα στην φιλοσοφική του διάσταση, δίνοντας παράλληλα έμφαση και σε αυτό που ονομάσαμε δραματικό χαρακτήρα της στοχαστικής του σύνθεσης. Ο ρώσος θεολόγος λοιπόν τονίζει ιδιαιτέρως το γεγονός ότι ο κόσμος, κατά την ορθόδοξη παράδοση, προήλθε από το «μηδέν», κάτι το οποίο, όπως είναι κατανοητό, προσδίδει μία «τραγικότητα» στην όλη υπόσταση της Δημιουργίας (σημειωτέον ότι πχ στον Χάιντεγκερ, το «μηδέν» είναι μια πραγματικότητα παράλληλη, δίπλα στον κόσμο, και όχι κάτι «εκ» του οποίου προήλθε ο κόσμος). Η κτίση έτσι αποτελεί το προϊόν όχι μιας αλλαγής, αλλά μιας «αλλοίωσης» (επίσης δραματικής έννοιας, καθώς εμπεριέχει το στοιχείο της «τρωτότητας»). Γεννημένη από το μηδέν, η Κτίση απειλείται από αυτό: κινδυνεύει διαρκώς να καταποθεί. Ως εκ τούτου, είναι ευάλωτη, εύθραυστη, τρωτή. Αυτή η τραγικότητα τώρα εντείνεται, αν σκεφτούμε ότι η Κτίση είναι επίσης προϊόν μιας «κλήσεως»: ο Θεός, που εξουσιάζει και το μηδέν [1] (κάτι αδιανόητο στον Χάιντεγκερ), μίλησε σε αυτό, και το υπέταξε, αναγκάζοντάς το να συσταλεί και να «φανεί» (θαυμάσια ποιητική εικόνα του κόσμου ως «φωτός», αέρινης, διαυγούς παρουσίας) ο κόσμος.
Περαιτέρω, πρέπει να ακριβολογήσουμε ότι ο κόσμος άρχισε, ξεκίνησε. Αυτό τυγχάνει σήμερα να είναι αξίωμα και της σύγχρονης Φυσικής, που μιλά για «Μεγάλη Έκρηξη», αλλά τούτο δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον π. Φλωρόφσκυ. Η υπαρξιστική-οντολογική του φιλοσοφία έχει υπόψη κυρίως το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι, που είμαστε πάντα δέσμιοι ενός εκάστοτε υπαρξιακού-βιωματικού  «νυν», χρειαζόμαστε την έννοια μιας αφόρμησης. Ειδάλλως, η πορεία μας στον χρόνο θα ήταν ατελεύτητη, με αρνητική έννοια, δεν θα υπήρχε δηλαδή πραγματική «συνέχεια», αλληλουχία γεγονότων. Δίχως την έννοια της αφόρμησης, δεν θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μήτε την έννοια του παρελθόντος –η οποία σημειωτέον για την σύγχρονη φυσική, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες, δεν έχει ακόμη νόημα.

π. Γεώργιος Φλωρόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού (2o MΕΡΟΣ)





Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΥ 

Και ο Ιουλιανός φαίνονταν στό Σεβήρο ότι ήταν Δοκητιστής. Είναι αλήθεια ότι στην πολεμική του με τον Ιουλιανό ο Σεβήρος δεν ήταν απροκατάληπτος. Μεταγενέστεροι ορθόδοξοι αντιρρητικοί συζητούσαν όχι τόσο πολύ με τον Ιουλιανό όσο με τους απομακρυνθέντας οπαδούς του.
Οπωσδήποτε, oι γνήσιες συνθέσεις του Ιουλιανού δεν περιέχουν εκείνον τον ακραίο Δοκητισμό για τον οποίον oι αντίπαλοί του μιλούσαν τόσο πολύ όταν τον κατηγορούσαν ότι η διδασκαλία του για την έμφυτη «αφθαρσία» του σώματος του Σωτήρος μετέτρεψε το μυστήριο της Απολυτρώσεως σε κάποια «φαντασία και κάποιο όνειρο» (εξ ου και η ονομασία «φαντασιαστές»).
Το σύστημα του Ιουλιανού για την αφθαρσία του σώματος του Χριστού συνδέεται όχι με την κατανόηση από αυτόν της ενότητας του Θε-Ανθρώπου, αλλά με την κατανόηση από αυτόν της προπατορικής αμαρτίας, μαζί με τις γενικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της. Εδώ ο Ιουλιανός είναι πολύ κοντά στον Άγ. Αυγουστίνο - αυτό είναι, φυσικά, μιά ομοιότητα και όχι μια εξάρτηση από τον Αυγουστίνο. Από τους Μονοφυσίτες θεολόγους ο Ιουλιανός είναι πλησιέστερα προς τον Φιλόξενο.
Ο Ιουλιανός θεωρεί ότι η αρχέγονη φύση του ανθρώπου είναι «άφθαρτη», «α-παθής», «α-θάνατη» και ελεύθερη επίσης από τα καλούμενα «αδιάβλητα πάθη» - δηλαδή, από την αδυναμία ή τις καταστάσεις του «πάθους» γενικά. Η Πτώση βλάπτει ουσιαστικά και κληρονομικά την ανθρώπινη φύση - η ανθρώπινη φύση εξασθένισε, έγινε θνητή και φθαρτή. Στήν Ενσάρκωση ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει τη φύση του αρχέγονου Αδάμ, μια φύση που είναι «απαθής» και «άφθαρτη».
Έτσι αυτός γίνεται ο Νέος Αδάμ. Γι' αυτό ο Χριστός έπαθε και πέθανε όχι «εξ αιτίας της αναγκαιότητας της φύσεως» -όχι «εξ ανάγκης φυσικής», αλλά με τη θέλησή του, «χάριν της οικονομίας» - «λόγω οικονομίας», «με τη θέληση της Θεότητας», «μέσω ενός θαύματος».

π.Γεώργιος Φλωρόφσκι: Το περί Ανάστασεως κήρυγμα


Αναστάσιμη Λειτουργία στον Ι.Ναό αγ.Φιλοθέης
«...Το σώμα αποθνήσκει. Το σώμα είναι θνητόν. Δια την ψυχήν λέγομεν ότι είναι αθάνατος. Με τον θάνατον τερματίζεται μόνον η εξωτερική, ορατή, επίγειος, σωματική ζωή. Και όμως κατά μίαν προφητικήν εσωτερικήν παρόρμησιν λέγομεν πάντοτε με βεβαιότητα ότι αποθνήσκει ο άνθρωπος! Ο θάνατος διαλύει την υπόστασιν του ανθρώπου, έστω και αν τελικά η προσωπικότης του ανθρώπου δεν διαλύεται και η ψυχή του παραμένει αθάνατος. Το ζήτημα του θανάτου αφορά μόνον το σώμα του ανθρώπου, την σωματικότητα του ανθρώπου.
Ιδού όμως, ότι ο Χριστιανισμός διδάσκει όχι μόνον την μετά θάνατον αθανασίαν της ψυχής, αλλά και την ανάστασιν του σώματος. Το χριστιανικόν κήρυγμα περί της σωματικότητας του ανθρώπου μας φανερώνει, ότι η σωματικότης είναι η «απ'αρχής» και παντοτινή μορφή υπάρξεως του ανθρώπου και ότι τίποτα απολύτως από όσα έχει ο άνθρωπος δεν είναι ούτε «πρόσφυμα» ούτε ένα στοιχείον τυχαίον ή πρόσθετον. Η διδασκαλία αυτή ήτο ένα στοιχείον νέον, πολύ δυσπαράδεκτον. Δια τους Έλληνας όχι μόνον ο «λόγος του Σταυρού», αλλά και, όχι ολιγώτερον, ο «λόγος της αναστάσεως» ήτο «μωρία» και «σκάνδαλον».
Αυτό ωφείλετο εις το ότι ο ελληνικός κόσμος περιεφρόνει το σώμα όλο και περισσότερον. Έτσι το κήρυγμα της αναστάσεως μόνον να συγχύση και ταράξη τον αρχαίον άνθρωπον, που όλο και περισσότερον ονειροπολούσε την τελικήν και οριστικήν του μετενσάρκωσιν, ήταν δυνατόν, αφού η κοσμοθεωρία του μέσου Έλληνος των πρωτοχριστιανικών χρόνων απετελείτο από πολλά στοιχεία, επάνω εις τα οποία κυρίαρχον επίδρασιν είχαν αι ορφικαί και πλατωνικαί αντιλήψεις, και αφού εθεωρείτο ως «σχεδόν κοινώς αποδεκτόν» και «αυτονόητον» το ότι το σώμα ήτο «φυλακή», εις την οποίαν, κατά το ορφικόν «σώμα σήμα», ήτο αιχμάλωτον και κάθειρκτον το πεπτωκός πνεύμα. Αλλά ιδού, ότι όλως αντιθέτως ο Χριστιανισμός διδάσκει, ότι η αιχμαλωσία αυτή θα παραμείνει αιωνία και ακατάλυτος!...[...]


Κάθέ τάφος είναι μια κιβωτός αφθαρσίας: «και νεκρός ουδείς επί μνήματος». Με το φώς της ελπίδος εις την νίκην της αναστάσεως, ακόμη και αυτός ο θάνατος φωτίζεται και καταυγάζεται. Και πράγματι. Πόση χαρά υπάρχει εις τας ακολουθίας της ενταφιάσεως!... Και τούτο, διότι ημείς «έχομεν ελπίδα» !...Με την χαράν αυτήν είναι συνδεδεμένη και η ιδιοτυπία της χριστιανικής ασκήσεως, που διακρίνεται από τον εξωχριστιανικόν ασκητικόν πεσσιμισμόν. Ο Παύλος Φλωρένσκι λέγει δια την μεταξύ αυτών διαφοράν. «Εκείνη, (η εξωχριστιανική) άσκησις, στηρίζεται εις το δυσοίωνον άγγελμα, ότι εις τον κόσμον βασιλεύει το κακόν! Αυτή, η χριστιανική, εις το «ευ-αγγέλιον» περί της νίκης, πού ενίκησε το εν τω κόσμω κακόν. Εκείνη κάνει τον άνθρωπον έξοχον. Αυτή άγιον! Εκείνος μέν ο ασκητής, ο ειδωλολάτρης, φεύγει απλώς και μόνον δια να φύγη, δηλ. κρύπτεται, ενώ αυτός, (ο χριστιανός), φεύγει δια να καθαρθή, δηλ. νικά». [...]
Η περί του ανθρώπου αλήθεια φαίνεται ωσάν να είναι διττή. Και σαν να έχει μυστηριωδώς εγχαραχθή ακόμη και είς την εμπειρικήν του υπόστασιν κάποια αντινομία. Οσάκις γίνεται λόγος δι'αυτόν, αυτομάτως απαιτείται να γίνει λόγος διά δύο πράγματα: Πρώτον να διίδωμεν την ενότητα του ανθρώπου, ακόμη και εις την εμπειρικήν του σύνθετον και διττήν ύπαρξιν, καθ'όσον ο άνθρωπος δεν είναι απλώς «εκ ψυχής και σώματος», αλλά «με ψυχήν και σώμα». Και δεύτερον, να δείξωμεν το αυθύπαρκτον της ψυχής, ως αρχής κτιστής μεν, αλλά λογικής, αυτενεργού και αυτοσυνειδήτου. Αι δύο αυταί αλήθεια δεν συγχωνεύονται τόσον ευκόλως, ούτε συγχέονται εις μίαν ενιαίαν οργανικήν σύνθεσιν».
«Ανατομία προβλημάτων πίστεως»
π.Γεωργίου Φλωρόφσκι, «Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως Πρέβεζα»

Αποφατική ανθρωπολογίαΜητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware


Υπάρχουν, λοιπόν, έδώ τέσσερις λόγοι, για τους οποίους είναι επιτακτικό στον 21ο αιώνα να εμβαθύνουμε στην κατανόησή μας περί του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματοποιώντας αύτη την εμβάθυνση, θα χρειαστεί να γίνουμε εξερευνητές και πρωτοπόροι· καθώς, τόσο στην πατερική και βυζαντινή εποχή όσο και στους πιο πρόσφατους καιρούς, δεν θα βρούμε πουθενά ένα πλήρως αρθρωμένο σύστημα χριστιανικής Ανθρωπολογίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ενδιαφέρονταν πρωταρχικά για τα δόγματα της Τριάδος και της Ενσάρκωσης- και παρόλο που οι συνοδικοί όροι οι οποίοι αφορούσαν την Τριαδολογία και τη Χριστολογία περιελάμβαναν σε πολλά σημεία προϋποθέσεις που αφορούσαν τη φύση του προσώπου, έν τούτοις αυτές οι προϋποθέσεις δεν συζητήθηκαν ρητώς από τις Συνόδους ως ένα αυτόνομο ζήτημα, Οι Σύνοδοι και οι Πατέρες μάς προσέφεραν πάρα πολλές πολύτιμες γνώσεις αναφορικά με το πρόσωπο, άλλα όχι μια χωριστή ανεπτυγμένη διδασκαλία. Συγκεκριμένα, πολλοί από τους ορούς που αποδόθηκαν στο ανθρώπινο πρόσωπο, όπως νους και διάνοια, δεν καθορίστηκαν ποτέ επακριβώς, και ερμηνεύτηκαν από διάφορους συγγραφείς με ποικίλους τρόπους. Αυτό που ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Florovsky συνήθιζε να λέει για την Εκκλησιολογία -ότι βρίσκεται ακόμη im Werden, «στη διαδικασία της διαμόρφωσης»— ισχύει σίγουρα και για την χριστιανική Ανθρωπολογία.
Ελπίζω ότι, στη διερεύνηση αυτού του ελάχιστα εξερευνημένου πεδίου της χριστιανικής ανθρωπολογίας, εμείς οι Ορθόδοξοι δεν θα προσπαθήσουμε να εργαστούμε σε απομόνωση. Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να μάθουμε από δυτικούς ειδικούς —φιλοσόφους, θεολόγους, κοινωνικούς επιστήμονες και ψυχολόγους— που θα εμβαθύνουν την κατανόηση της δικής μας ορθόδοξης παράδοσης. Ας προσπαθήσουμε να επιτύχουμε μια κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου, η οποία θα είναι γνήσια οικουμενική.
Η θεώρηση του ίδιου μας του εαυτού, πιστεύω, χρειάζεται να αναπτυχθεί στη νέα χιλιετία με τρεις τρόπους. Αυτοί μπορούν καλύτερα να συνοψιστούν στις λέξεις μυστήριο, εικόνα και μεσίτης:
-Πρώτον, ως ανθρώπινες υπάρξεις αποτελούμε ένα μυστήριο για τον εαυτό μας.
—Δεύτερον, το αποφασιστικό στοιχείο στην ανθρώπινη προσωπικότητά μας είναι ότι έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα, και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.
-Τρίτον, καθένας από εμάς έχει κληθεί να δράσει ως ιερέας της Δημιουργίας και μεσίτης.
Πρώτον, λοιπόν, ως ανθρώπινες υπάρξεις γνωρίζουμε και καταλαβαίνουμε μόνο ένα μικρό μέρος από αυτό που είμαστε· είμαστε μυστήριο για τον εαυτό μας. Ποιός είμαι; Τί είμαι; Η απάντηση δεν είναι καθόλου προφανής. Τα όρια του κάθε προσώπου είναι ευρύτατα, υπερκαλύπτοντας αυτά των άλλων προσώπων, αλληλοδιεισδύοντας, υπερεκτεινόμενα του χώρου και του χρόνου, απλώνονται έξω από τον χώρο, στο άπειρο, και έξω από τον χρόνο, στην αιωνιότητα, Δεν γνωρίζουμε ποιές είναι οι μέχρι τώρα κρυμμένες δυνατότητες της ανθρώπινης προσωπικότητας, ποιά είναι τα έσχατα όρια του προσώπου, ποιά είναι η αληθινή πληρότητα του να είσαι πρόσωπο.
Όπως και να επιλέξουμε να ορίσουμε το πρόσωπο -και στη σύγχρονη ψυχολογία και κοινωνιολογία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ένας μοναδικός και ευρύτερα αποδεκτός ορισμός- πρέπει να παραδεχθούμε ότι οποιοσδήποτε τέτοιος ορισμός απέχει πολύ από το να είναι εξαντλητικός. Το πρόσωπο παραμένει απεριόριστο· η πραγματικότητά του δεν μπορεί απλώς να υποδομηθεί και να αναχθεί στα δεδομένα των κατάλληλων επιστημών. Η πραγματική εμπειρία της προσωπικής ύπαρξης είναι πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε μερική εξήγηση· επιλέξουμε να της δώσουμε· δικαιολογημένα ο ψαλμωδός μιλάω για «καρδία βαθεία» (Ψαλμ. 63[64], 7). Με τα λόγια του Thomas Traherne, αγγλικανού ποιητή και θεολόγου του 17ου αιώνα, εμείς οι άνθρωποι είμαστε «απείρως μυστήριοι, θείοι και ευλογημένοι».
Ένας συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο φανερώνεται αυτή η διάσταση του μυστηρίου είναι η δημιουργικότατα. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι αυτό στο οποίο συνεχώς πραγματοποιούνται νέες απαρχές. Αντιθέτως ένας υπολογιστής δεν είναι δημιουργικός. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο παρά να ξαναοργανώσει το υλικό με το οποίο έχει τροφοδοτηθεί και με αυτό τον τρόπο να αποκαλύψει αλληλοσυνδέσεις τις οποίες προηγουμένως αγνοούσαμε· αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει νέες απαρχές. Το ανθρώπινο πρόσωπο από την άλλη πλευρά είναι οντολογικά ανοικτό, παραπέμποντας πάντα σε κάτι πέραν της παρούσας καταστάσεως προς ένα μέλλον το οποίο δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί: «Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού έσμεν, και ούπω εφανερώθη τί εσόμεθα» (Α ‘ Ίω. 3, 2). Η προσωπικότητα είναι σ’ αυτή την προοπτική ένα δυνάμει σημείο ελπίδας. Να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι ατελεύτητα ποικίλος, καινοτόμος, απροσδόκητος, και να υπερβαίνεις τον εαυτό σου.
Οι Έλληνες Πατέρες έδωσαν μια συγκεκριμένη εξήγηση γι’ αυτό τον μυστηριακό, ακαθόριστο χαρακτήρα του προσώπου. Ως ανθρώπινες υπάρξεις έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού· αφού ο Θεός είναι ακατάληπτος, το ίδιο είναι και η εικόνα του, το ανθρώπινο πρόσωπο. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Μπόρεσε ποτέ κανείς να καταλάβει τον ίδιο του το νου; […] Μια εικόνα είναι αληθινή τόσο όσο μπορεί να εκφράσει τα κατηγορήματα του αρχετύπου της. […] Ένα από τα χαρακτηριστικά της θεότητας είναι να είναι στην ουσία της πέραν της κατανοήσεως μας· και έτσι η εικόνα πρέπει να το εκφράσει αυτό επίσης».
Στη συζήτησή μας, λοιπόν, για τους ανθρώπους όπως επίσης και στη συζήτησή μας για τον Θεό, χρειάζεται να υπάρχει μια αποφατική διάσταση. Η αποφατική θεολογία χρειάζεται ως συμπλήρωσή της μια αποφατική Ανθρωπολογία.
πηγή: Επισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Ware, «Η Ορθόδοξη Θεολογία στον 21ο αιώνα», εκδ. Ίνδικτος, σ.13-18

Οι Πατέρες της Εκκλησίας και η Παλαιά ΔιαθήκηΠρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ


Η περίφημη φράση του αγ. Αυγουστίνου μπορεί να θεωρηθεί σαν τυπική για τη στάση όλων των Πατέρων απέναντι στην Παλαιά Διαθήκη. Νονum Τestamentum in Vetere latet. Vetus Testamentum in Novo ratet. (Η Καινή Διαθήκη κρύπτεται στην Παλαιά. Η Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται στην Καινή). Η Καινή Διαθήκη είναι η εκπλήρωση και ολοκλήρωση της Παλαιάς. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μεσσίας για τον οποίον μίλησαν οι Προφήτες. Στο πρόσωπό του όλες οι επαγγελίες και οι προσδοκίες εκπληρώθηκαν. Ο Νόμος και το Ευαγγέλιο πάνε μαζί. Και κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι αληθινός οπαδός του Μωυσέως παρά μόνο αν πιστεύσει ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος. Εκείνος που δεν αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Χριστού τον Μεσσία, «τον Χριστόν του Κυρίου», προδίδει μ’ αυτό την ίδια την Παλαιά Διαθήκη. Μόνο η Εκκλησία του Χριστού κρατά τώρα το σωστό κλειδί για το άνοιγμα των Γραφών, το αληθινό κλειδί για την κατανόηση των αρχαίων προφητειών. Γιατί όλες αυτές οι προφητείες εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Χριστού.
Ο αγ. Ιουστίνος απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι ένας κρίκος που συνδέει μαζί την Εκκλησία και τη Συναγωγή. Γι’ αυτόν το εντελώς αντίθετο είναι αληθινό. Όλοι οι ισχυρισμοί των Ιουδαίων πρέπει ρητά να απορριφθούν. Η Παλαιά Διαθήκη δεν ανήκει πλέον στους Ιουδαίους. Ανήκει μόνο στους Χριστιανούς. Και η Εκκλησία του Χριστού επομένως είναι ο μόνος αληθινός Ισραήλ του Θεού. Ο Ισραήλ των παλαιών χρόνων δεν ήταν παρά μια ανανάπτυκτη Εκκλησία. Η ίδια η λέξη «Γραφές» στη χρήση της από τους πρώτους Χριστιανούς σήμαινε πρώτα απ’ όλα ακριβώς την Παλαιά Διαθήκη και προφανώς μ’ αυτήν την έννοια αυτή η λέξη χρησιμοποιείται στο Σύμβολο της Πίστεως: «κατά τας Γραφάς», δηλ. κατά τις προφητείες και τις προσδοκίες της Παλαιάς Διαθήκης.

Η ενότητα της Αγίας Γραφής
Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς παραθέτουν πάρα πολλά χωρία από την Παλαιά Διαθήκη. Ακόμα και προς τους Εθνικούς το μήνυμα της σωτηρίας παρουσιάζεται πάντοτε μέσα στο κλίμα της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό ήταν ένα επιχείρημα από την αρχαιότητα. Η Παλαιά Διαθήκη δεν καταργήθηκε από τον Χριστό, αλλά ανανεώθηκε και εκπληρώθηκε. Μ’ αυτήν την έννοια ο Χριστιανισμός δεν ήταν μια καινούργια θρησκεία, αλλά μάλλον η πιο αρχαία. Οι καινούργιες χριστιανικές «Γραφές» απλώς ενσωματώθηκαν μέσα στην κληρονομημένη εβραϊκή Βίβλο σαν οργανικό της συμπλήρωμα. Και μόνο η όλη Αγία Γραφή, δηλαδή και οι δύο Διαθήκες μαζί, θεωρήθηκε σαν επαρκής εξιστόρηση της χριστιανικής αποκαλύψεως. Κανένα χάσμα δεν υπάρχει μεταξύ των δύο Διαθηκών, αλλά υπάρχει ενότητα της θείας οικονομίας. Και το πρώτο καθήκον της χριστιανικής θεολογίας ήταν να δείξει και να εξηγήσει με ποιό τρόπο η Παλαιά Διαθήκη ήταν η προπαρασκευή και η προσδοκία αυτής της τελικής αποκαλύψεως του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Το χριστιανικό μήνυμα δεν ήταν απλώς μια διακήρυξη μερικών διδασκαλιών, αλλά πρώτ’ απ’ όλα μια εξιστόρηση θαυμαστών ενεργειών και έργων του Θεού διά μέσου των αιώνων. Ήταν μια ιστορία θεϊκής καθοδηγήσεως, που κορυφώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, τον οποίον ο Θεός έστειλε να λυτρώσει τον λαό του. Ο Θεός διάλεξε τον Ισραήλ για κληρονομιά του, να γίνει λαός του, να γίνει ο φύλακας της αληθείας του, και σ’ αυτόν τον εκλεκτό λαό μόνο εμπιστεύθηκε τον θείο λόγο. Και τώρα η Εκκλησία παραλαμβάνει αυτή την ιερή κληρονομιά.
Η Παλαιά Διαθήκη ως σύνολο θεωρήθηκε σαν χριστιανική προφητεία, σαν «ευαγγελική προπαρασκευή». Πολύ νωρίς μερικές ειδικές συλλογές κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης καταρτίσθηκαν για να χρησιμοποιηθούν από χριστιανούς ιεραποστόλους. Τα Τestimonia (Αποδείξεις) του αγ. Κυπριανού είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα αυτού του είδους. Και ο αγ. Ιουστίνος στο έργο του: «Διάλογος προς Τρύφωνα» έκανε μια προσπάθεια να αποδείξει την αλήθεια του Χριστιανισμού μόνο από την Παλαιά Διαθήκη.
Η προσπάθεια του Μαρκίωνος να αποσπάσει την Καινή Διαθήκη από τις παλαιοδιαθηκικές της ρίζες αποδοκιμάστηκε σθεναρά και καταδικάσθηκε από τη μεγάλη Εκκλησία. Η ενότητα και των δύο Διαθηκών, καθώς και η εσωτερική τους συμφωνία, τονίσθηκε με μεγάλη δύναμη. Υπάρχει πάντα κάποιος κίνδυνος να διαβάζει κανείς πάρα πολλή χριστιανική διδασκαλία μέσα στα κείμενα της Πα¬λαιάς Διαθήκης, Και η ιστορική προοπτική μερικές φορές επικίνδυνα επισκοτίζεται. Αλλά πάρα ταύτα υπήρχε μεγάλη αλήθεια σ’ όλες αυτές τις εξηγητικές προσπάθειες. Ήταν ένα ισχυρό αίσθημα της θείας καθοδηγήσεως διά μέσου των αιώνων.
Η Παλαιά Διαθήκη ως αλληγορία
Η ιστορία της ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης στην αρχαία Εκκλησία είναι ένα από τα πιο συγκινητικά αλλά και προβληματικά κεφάλαια μέσα στην ιστορία της χριστιανικής διδασκαλίας. Μαζί με την ελληνική Παλαιά Διαθήκη η Εκκλησία κληρονόμησε επίσης μερικές ερμηνευτικές αρχές. Ο Φίλων, αυτός ο ελληνιστής Ιουδαίος από την Αλεξάνδρεια, ήταν ο καλύτερος εισηγητής αυτής της προχριστιανικής προσπάθειας να προβληθεί η Παλαιά Διαθήκη στον εθνικό κόσμο. Υιοθέτησε για τον σκοπό αυτόν μια πολύ ιδιάζουσα μέθοδο, την μέθοδο της αλληγορίας. Ο ίδιος ο Φίλων δεν κατανοούσε καθόλου την ιστορία. Μεσσιανικές ιδέες (motives) παραθεωρήθηκαν τελείως και αγνοήθηκαν στη φιλοσοφία του για τη Βί6λο. Γι’ αυτόν η Βίβλος ήταν απλώς ένα σύστημα της θεϊκής φιλοσοφίας και όχι τόσο μια ιερά ιστορία. Τα ιστορικά γεγονότα δεν είχαν γι’ αυτόν κανένα ενδιαφέρον και καμιά σπουδαιότητα ως ιστορικά γεγονότα. Η Βίβλος γι’ αυτόν ήταν απλώς ένα ενιαίο βιβλίο, μέσα στο οποίο δεν κατάφερε να διακρίνει καμιά Ιστορική προοπτική ή πρόοδο. Την μεταχειρίστηκε μάλλον σαν μια συλλογή περίφημων παραβολών και διδακτικών διηγήσεων που είχαν σκοπό να μεταδώσουν και να διασαφηνίσουν ορισμένες φιλοσοφικές και ηθικές ιδέες.
Μ’ αυτήν την ακραία μορφή της η αλληγορική μέθοδος ποτέ δεν έγινε δεκτή από την Εκκλησία. Εν τούτοις πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι υπάρχει μια ισχυρή επίδραση του Φίλωνος πάνω σ’ όλα τα ερμηνευτικά έργα των πρώτων αιώνων. Ο αγ. Ιουστίνος ακολούθησε σε πολλά τον Φίλωνα. Ο Ψευδό – Βαρνάβας (αρχές του 2ου αιώνα) προχώρησε τόσο πολύ, ώστε να αρνηθεί εξ ολοκλήρου τον ιστορικό χαρακτήρα της Παλαιάς Διαθήκης. Οι αρχές του Φίλωνος υιοθετήθηκαν από την Κατηχητική σχολή της Αλεξάνδρειας. Και ακόμα αργότερα ο αγ. Αμβρόσιος ακολούθησε πιστά τον Φίλωνα στα ερμηνευτικά του έργα και θα μπορούσε δίκαια να χαρακτηρισθεί ως Ρhilo Latinus (Λατίνος Φίλων). Αυτή η αλληγορική ερμηνεία ήταν αμφίβολη και παραπλανητική.
Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να βρεθεί ή αποκατασταθεί η ισορροπία. Κι όμως δεν πρέπει κανείς να παραβλέψει τη θετική συμβολή αυτής της μεθόδου. Ο καλύτερος εισηγητής της αλληγορικής ερμηνείας μέσα στην Εκκλησία ήταν ο Ωριγένης και η επίδρασή του ήταν τεράστια. Μερικές φορές μπορεί κανείς να εκπλαγεί από την ερμηνευτική του τολμηρότητα και ασυδοσία. Συνήθιζε πράγματι να διαβάζει μέσα στο ιερό κείμενο πάρα πολλά δικά του.