Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (6)



ΜΕΡΟΣ ΣΤ'
Το  «βοτάνι του διαβόλου»
Εκτός όμως από την αγάπη και την συμπόνια που έδειχνε ο Στάρετς Θε­όφιλος στα ζώα και τα πουλιά, είχε κι άλλες συνήθειες και ιδιοτροπίες. Κατ' αρχήν, δεν αγαπούσε καθόλου τους καπνι­στές και ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεχθή τον καπνό του τσιγάρου.

«Βλέπετε, έχετε δηλητηριασθή μ' αυτό το βοτάνι του διαβόλου», επιτιμούσε αυστηρά τους επισκέπτας που κάπνιζαν. «Ήλθατε ε­δώ στο μοναστήρι να σκορπίσετε το μίασμα του ταμπάκου. Τι καλό θα πρόκυψη για σας αύριο, όταν δεχθήτε τα Άγια Μυστή­ρια με την γεύσι του καπνού στο στόμα; Φύγετε από κοντά μου. Δεν σας δίνω την ευλογία μου!»

Κάποτε ο Θεόφιλος προχωρούσε ανάμε­σα στα δένδρα μέσα στην αυλή του μονα­στηριού μαζί με ένα από τα πιο αγαπημένα του πνευματικά παιδιά από την πόλι κρα­τώντας ένα πήλινο πιάτο γεμάτο ρεπάνια τριμμένα μέσα σε κβας. Τον πλησίασε τότε ο Βίκτωρ Ιγνάτιεβιτς Ασκοτσένσκυ, συντά­κτης και εκδότης της εφημερίδος Οικιακοί Διάλογοι. Εκείνη την ώρα κάπνιζε πούρο και καθώς άνοιξε το στόμα του να μιλήση, φύσηξε τον καπνό μέσα στο φαγητό του Στάρετς. Ο μακάριος δεν είπε τίποτε, βού­τηξε μόνο το δάκτυλο του στο πιάτο και τον πιτσίλισε με λίγο ζουμί.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Ασκοτσένσκυ κάθησε να φάη, μα το γεύμα που του σέρβιραν είχε έντονη μυρωδιά από ρεπάνι. Χωρίς να. υποψιασθή την αιτία, ο Ασκοτσένσκυ έστειλε το φαγητό πίσω και ζή­τησε να του φέρουν άλλο. Μα κι αυτή την φορά υπήρχε η ίδια μυρωδιά. Εξωργισμένος ο Ασκοτσένσκυ φώναξε την μαγείρισ­σα και τους υπηρέτες, κανείς όμως δεν μπορούσε να του εξηγήση από πού προερ­χόταν η μυρωδιά. Σερβίρισαν και το δεύτε­ρο πιάτο, αλλά και αυτό μύριζε έντονα ρεπάνι. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο πιάτο. Ο Ασκοτσένσκυ έχασε την υπομονή του. Βγήκε από το σπίτι και πήγε σ' έναν γνω­στό του. Την ώρα όμως που τον χαιρετού­σε, ο φίλος του παρατήρησε ότι μύριζε έν­τονα ρεπάνι. Παρ' όλα αυτά, ζήτησε κάτι να φάη, προβάλλοντας σαν δικαιολογία ότι το φαγητό στο σπίτι του ήταν κακομαγειρεμένο. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξίς του, όταν διεπίστωσε ότι ακόμη και το φα­γητό του φίλου του ήταν διαποτισμένο με την μυρωδιά του ρεπανιού. Έχοντάς τα εντελώς χαμένα, πήγε στον φούρνο να αγοράση κουλουράκια. Γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πιη τσάι. Αλλοίμονο, όμως! Το τσάι και τα κουλουράκια είχαν την ίδια μυ­ρωδιά του τριμμένου ρεπανιού.

Πέρασαν δύο-τρεις μέρες και ο Ασκοτσένσκυ είχε φθάσει σε τέλεια απόγνωσι, γιατί όσοι τον συναντούσαν του παρατη­ρούσαν πόσο δυσάρεστα μύριζε ρεπάνι. Ο δυστυχής προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρη την αιτία αυτού του παράξενου φαινο­μένου, όταν τελικά θυμήθηκε την συνάντησί του με τον Στάρετς Θεόφιλο. Συνειδητο­ποιώντας την απρέπεια της πράξεώς του, πήγε στο Κιτάγιεφ να βρη τον μακάριο. Του ζήτησε συγχώρησι και από εκείνη την στιγ­μή η δυσάρεστη μυρωδιά εξαφανίσθηκε.

Η γερόντισσα Μαγδαληνή από τη μονή Φλωρόφσκυ διηγείται κάποιο άλλο περι­στατικό:

«Κάποτε ήλθε από την Μόσχα ένας πλού­σιος έμπορος με την σύζυγό του και σταμά­τησαν στο μοναστήρι μας. Ακούγοντας τις διηγήσεις μας για τον Στάρετς Θεόφιλο, ο έμπορος ζήτησε να τον επισκεφθή οπωσδήποτε. Με παρεκάλεσε να τους συνοδεύω αυ­τόν και την σύζυγο του, μια και δεν γνώριζε τον δρόμο για το ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Εγώ δέχθηκα κι έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Καθώς περνούσαμε από το δάσος του Γκολοσέγιεφ, ο έμπορος ένοιωσε την επιθυμία να καπνίση. Έψαξε τις τσέπες του, αλλά δεν βρήκε σπίρτα. Τι να κάνη; Ευτυχώς είδε κάποιους να κάθωνται στην άκρη του δρό­μου και να βράζουν κουρκούτι πάνω σε μία πυροστιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να ανάψη το τσιγάρο. Μόλις όμως άγγιξε την φωτιά, η πυροστιά αναποδογύρισε και το φαγητό χύθηκε και την έσβυσε.

«Τι παράξενο! Δεν πρόλαβα να αγγίξω την πυροστιά και το φαγητό αναποδογύ­ρισε».

Προχωρήσαμε παρακάτω. Ο έμπορος εί­δε και πάλι κάποιους άγνωστους να βρά­ζουν χυλό στην άκρη του δρόμου. Έτρεξε στην φωτιά τους για να ανάψη το τσιγάρο, αλλά μόλις έσκυψε πάνω από την φωτιά, πάλι αναποδογύρισε η πυροστιά.

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (5)



ΜΕΡΟΣ Ε’
Ο Στάρετς Θεόφιλος και η σόμπα του 
Η σόμπα του μακαρίου Θεοφίλου έκαιγε χειμώνα-καλοκαίρι ή πιο σωστά, δεν έκαιγε, άλλα κάπνιζε. Καθώς έβαζε σ' αυτήν μεγάλα, απελέκητα κούτσουρα, αναγκαζόταν να την ξανανάψη αρκετές φορές. Όπως είναι φυσικό, με τέτοια θέρμανσι και ιδιαίτερα τον χειμώνα το κελλί δεν μπορούσε να ζεσταθή, και το νερό του κελλιού πάγωνε συχνά. Ο Στάρετς όμως δεν έδινε την παραμικρή σημασία γι' αυτό. Φορούσε ένα επανωφόρι από προβιά και τις τσόχινες μπότες του και βυθιζόταν στην προσευχή. Έτσι το πνεύμα του έμενε ψηλά, πάνω απ’ όλες τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του λιπόσαρκου κορμιού του. 
Ένα καλοκαίρι, όταν ο Στάρετς βρισκόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ και έμενε σε μία ξύλινη καλύβα, ο ηγούμενος του έστειλε τεχνίτες, για να επιδιορθώσουν την παμπάλαια κτιστή σόμπα του κελλιού του. Ο Θεόφιλος όμως δωροδόκησε τους τεχνίτες για να μην την αγγίξουν καθόλου. Ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, Ιερομόναχος Ιώβ, ωργίσθηκε τόσο πολύ, ώστε πήρε με τα ίδια του τα χέρια το μπουρί της σόμπας του Στάρετς και τον ίδιο τον μετέφερε σ' ένα κοντινό πέτρινο κτίριο, για να τον παρακολουθή πιο στενά.
Τότε ο μακάριος, ασκώντας την σαλότητά του, κάλεσε αμέσως δικούς του εργάτες και τους διέταξε να γκρεμίσουν την σόμπα του και να την ξαναχτίσουν όπως ήθελε ο ίδιος, τον σταμάτησαν όμως εγκαίρως. 
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά το τέλος του εσπερινού, ο Στάρετς αψηφώντας την αυστηρή απαγόρευσι του ηγουμένου, αποφάσισε να ανάψη την σόμπα του. Αφού έβαλε επάνω της την πήλινη χύτρα βγήκε στο δάσος και την άφησε αφύλακτη. Κατά την απουσία του, η φωτιά μεταδόθηκε στο ξύλινο πάτωμα, το οποίο άρχισε να καίγεται και να βγάζη πολύ καπνό. Οι αδελφοί έτρεξαν και με πολλή δυσκολία έσβησαν την φωτιά. Ο υπεύθυνος της ζημιάς άργησε να βρεθή, όταν όμως επέστρεψε άρχισε να τους παρηγορή όλους: «Μη θλίβεστε για κάτι που δεν έγινε», έλεγε. «Καλύτερα ας δοξάσουμε τον Κύριο για το έλεός Του, διότι είναι θαυμαστά τα έργα Του προς χάριν των ανθρώπων». 

Η τροφή του Στάρετς 
Ο Στάρετς έπαιρνε το φαγητό του από την τράπεζα των αδελφών και συνήθως τα ανακάτευε όλα μαζί σε ένα πιάτο —μπορς , χυλό. ραδίκια και κβας — χωρίς να νοιάζεται αν υπήρχαν μαζί και γλυκά και πικρά. 
«Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή», έλεγε σ' όποιον έμενε έκπληκτος με την παραξενιά του. Το πικρό, το ξινό και το αλμυρό ανακατεύονται με το γλυκύ και όλα αυτά πρέπει να τα χωνέψουμε. 
Το φαγητό όμως που προσέφερε ο μακάριος στους ξένους και τους φτωχούς το άφηνε όπως το έπαιρνε από την τράπεζα. Για τον εαυτό του μαγείρευε μερικές φορές ζυμαρικά, χυλό από σιμιγδάλι ή ακόμη και φιδέ. Δεν χρησιμοποιούσε όμως αλάτι και λάδι και έτσι είχαν πολύ αηδιαστική γεύσι. 
Γενικά, ο Θεόφιλος έτρωγε πολύ λίγο. Την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν δοκίμαζε τίποτε άλλο εκτός από μισό φλυτζανάκι μέλι, αραιωμένο με κρύο νερό και πάγο. Αυτό επίσης ήταν το φαγητό του για το Σάββατο και την Κυριακή της πρώτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Μεγάλο Σάββατο. Τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έβαζε στο στόμα του ούτε νερό. Ο Στάρετς δεν έπινε τσάι· αντί γι' αυτό έβραζε δύο φλυτζάνια δυόσμο, αλλά έπινε πάντα το μισό από κάθε φλυτζάνι. Το υπόλοιπο το έχυνε σε πήλινες κούπες και το προσέφερε στους ξένους. Ο μακάριος δεν έτρωγε το θρεπτικό μαύρο ψωμί αλλά μόνο το άσπρο ή το σικαλίσιο, διάλεγε δε μόνο λίγη ψίχα. 

Η τροφή των πουλιών 
Εκτός όμως απ’ όλες αυτές τις συνήθειες και τις παραξενιές, ο μακάριος είχε ακόμη ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την αγάπη και τη συμπόνοια για τα ζώα και τα πουλιά.
Από τον φράχτη του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ ως την άκρη της στέρνας του μοναστηριού απλωνόταν ένα μικρό ξέφωτο. Επειδή κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, ο Θεόφιλος προσέλαβε έναν γεωργό και του ζήτησε να οργώση την γη και να σπείρη καναβούρι.
«Τι σου χρειάζεται το καναβούρι, πατερούλη;»
«Τα πετεινά του ουρανού θα έρχωνται και θα τρώνε».
Ο γεωργός έκανε ό,τι του ζητήθηκε. Το καναβούρι μεγάλωσε και ολόκληρα σμήνη πουλιών έρχονταν εκεί για να φάνε και να φτιάξουν φωλιές. 

Τα ποντίκια και ο «ηγούμενος» 
Κάποτε, επειδή στο κελλί του Στάρετς βρίσκονταν διάφορες προμήθειες και φαγώσιμα, εισέβαλε ένα πλήθος ποντικών. Ο Θεόφιλος, όταν έχασε πια την υπομονή του από τις νυκτερινές επιδρομές τους, αποφάσισε να βάλη ένα τέλος. Κάλεσε ένα νεαρό αναγνώστη και του είπε:
«Πιάσε μου τον ηγούμενο. Πιάσ' τον κι εγώ θα σού δώσω λεφτά να πάρης τσουρέκι».
«Μα πώς θα γίνη αυτό, αφού συνέχεια κάθεται μέσα στο κελλί του; Για δοκίμασε να πλησίασης! Θα τις αρπάξης από τη μαγκούρα του και θα το θυμάσαι σ' όλη σου τη ζωή», απάντησε ο νεαρός χαμογελώντας. Νόμιζε ότι ο Θεόφιλος εννοούσε τον ηγούμενο Ιώβ.
«Όχι αυτόν τον ηγούμενο, ανόητε».
«Μα ποιον, πατερούλη;»
«Αυτόν που πιάνει τα ποντίκια. Κοίτα μόνο να πιάσης κανένα αδέσποτο γάτο, γιατί αυτός θα είναι αποδοτικός στη δουλειά του. Ένας σπιτόγατος όλη την ώρα θα κοιμάται μπροστά στη σόμπα». 
Σύντομα εγκαταστάθηκε στο κελλί ένας γάτος και τα ποντίκια εξαφανίστηκαν. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (4)



ΜΕΡΟΣ Δ'
Μυστικοί αγώνες 
Ο μακάριος προσευχόταν πάντοτε κρυφά. Πριν αρχίση τον κανόνα του στο κελλί, φορούσε τον μανδύα του, και όταν διάβαζε το Ευαγγέλιο και τους Χαιρετισμούς άναβε τρία κανδήλια σαν τά­μα στην μνήμη των τριών διασώσεών του από το νερό. Φορούσε μία μεταλλική ζώνη με την εικόνα των θεοφανείων προσαρμο­σμένη μόνιμα πάνω της. Για να μη μένη ού­τε στιγμή αργός, ο μακάριος έγνεθε μαλλί, έπλεκε κάλτσες και ύφαινε καναβάτσο, το οποίο έδινε συνήθως στους αγιογράφους για την εργασία τους. Κατά την διάρκεια της εργασίας του απήγγελλε το Ψαλτήρι, το οποίο ήξερε απ’ έξω, καθώς και άλλες προ­σευχές. Καθημερινά έκανε αμέτρητες μετά­νοιες μπροστά στις εικόνες κι έδινε στο ε­ξαντλημένο σώμα του πολύ λίγη ανάπαυσι. Για το σκοπό αυτό είτε έγερνε την πλάτη του και ακουμπούσε στον τοίχο ή ξάπλωνε στην βάσι της σόμπας του, όπου είχε τοπο­θετήσει ένα κούτσουρο ή καθόταν στο μέσο του κελλιού του σ' ένα μικρό, υπερβολικά στενό πάγκο, ώστε αν τον πάρη ο ύπνος, να πέση κάτω και να ξυπνήση, και. να επιστρέψη έτσι γρήγορα στις προσευχές του. Ωστόσο ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, ο Ιερομόναχος Ιώβ, αποστρεφόταν τον μακάριο για την σαλότητά του και διαρκώς παρατηρούσε τη ζωή και τη συμπεριφορά του. Δεν τον έβλεπε ποτέ να προσεύχεται ή να κάνη κάποια ψυχοσωτήρια άσκησι. Οποτεδήποτε τύχαινε να τον επισκεφθή στο κελλί του, ο προορατικός Στάρετς γνώριζε πάντα ότι ερχόταν. Αφαιρούσε λοιπόν τα εξωτερικά του ενδύματα, έπεφτε στον πά­γκο του και έκανε τον κοιμισμένο. Με τον τρόπο αυτό εφάρμοζε τον λόγο του Κυρίου, ο οποίος είπε: Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω Πατρί σου τω εν τω κρύπτω, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω φανερώ[1]. 
Με αυτούς τους κρυπτούς κόπους και τις προσευχές έκτιζε ένα αιώνιο κατάλυμα στον ουρανό και αποταμίευε αγαθά που μέ­νουν στην αιωνιότητα. 

Η μετακόμισις 
Το κελλί του μακαρίου Στάρετς ήταν πάντοτε ακατάστατο, γεμάτο σωρούς από άχρηστα πράγματα. Όταν τον ρώτησαν γιατί αφήνει το κελλί του σ' αυτήν την κατάστασι, απάντησε: 
«Έτσι ώστε όλα όσα με περιβάλλουν να μου θυμίζουν διαρκώς την ακαταστασία της ψυχής μου».
Μερικοί γέροντες από την Λαύρα, που είχαν επισκεφθή το κελλί αυτού του ανθρώπου του Θεού, ανέφεραν ότι ήταν γεμάτο από σειρές βάζα και δοχεία που περιείχαν φαγητά για τους επισκέπτες —τραχανά, τσάι. λάδι, αλεύρι, ζάχαρι, ψωμί, κουλου­ράκια, μέλι, χαβιάρι, φρούτα, ψάρια, σταφύλια, γλυκά και άλλα παρόμοια. Ευνόητο ήταν, αυτή η συλλογή των τροφίμων να προκαλέση κάποια ζήλεια στο μοναστήρι, κυρίως μεταξύ των νεωτέρων αδελφών. Οι νέοι αυτοί ήθελαν να τα πάρουν για τον εαυτό τους και κατέστρωσαν γι' αυτό το σκοπό ένα αρκετά μελετημένο σχέδιο. Έχοντας προσέξει ότι ο προϊστάμενος του ερημητηρίου αποστρεφόταν τον Θεόφιλο, έπεισαν τον αγαπημένο του εκκλησιαστικό, τον Πολύκαρπο, να παρακάλεση τον Ιώβ να μεταφέρη για χάρι του τον Στάρετς σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος ήταν πολύ πρόθυμος να το κάνη αυτό, μια και μισούσε τον μακάριο όσο και ο προϊστάμενος. Απ' ότι φαίνεται, ο Θεόφιλος είχε την συνήθεια να μαζεύη ολόκληρο πλήθος από σκουλή­κια, σκαθάρια, κατσαρίδες και ζωύφια μέ­σα σ' ένα ύφασμα και κατόπιν να τα αφήνη στην εκκλησία, όπου όλα αυτά πήγαιναν σε κάθε γωνιά. Ο Πολύκαρπος τότε έπρεπε —αλλοίμονο— να ψάξη και να εξόντωση αυτή την στρατιά. Στο ξέσπασμα της οργής του ωρμούσε με βρισιές επάνω στον μακά­ριο και συχνά τον κτυπούσε, αλλά ο Στά­ρετς στεκόταν ακίνητος μπροστά του, σταύρωνε τα χέρια και παρέμενε αμίλητος. 
Η βουλή των πονηρών άνομα βουλεύσεται καταφθείραι ταπεινούς εν λόγοις αδίκοις και διασκεδάσαι λόγους ταπεινών εν κρίσει[2], είπε ο προφήτης Ησαΐας. Αυτή ήταν η αιτία του μίσους του Πολυκάρπου
προς τον Θεόφιλο. Συκοφαντώντας τον μακάριο στον γέροντα, έλαβε την εντολή από αυτόν να μεταφέρη τον «ένοχο» σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος έτρεξε τότε αμέσως στον Στάρετς με ένα χαιρέκακο μειδίαμα: 
-Πάτερ Θεόφιλε! Ο γέροντας έδωσε την εντολή να μεταφερθήτε σε ένα άλλο κελλί».
Τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου[3], απάντησε ταπεινά ο Στάρετς. Και παίρνοντας τον μανδύα του, μία εικό­να και το Ψαλτήρι, πήγε γρήγορα στο κελλί που του υπέδειξαν. Αυτό ακριβώς περίμεναν και οι δόκιμοι. Με την πρόφασι ότι με­ταφέρουν τα πράγματα του μακαρίου (ο οποίος δεν είχε τίποτε στο κελλί του παρά μόνο ένα αναλόγιο, έναν πάγκο κι ένα χον­τροκομμένο τραπέζι), πήραν τα τρόφιμα. Αλλά ο Στάρετς Θεόφιλος δεν ενωχλήθηκε καθόλου για την απώλεια των νόστιμων φαγητών και μέσα από την καλωσύνη της αγγελικής καρδιάς του, αναφωνούσε: Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε![4] 

Μαθητές και συγκάτοικοι 
Με σκοπό να αποφύγη παρόμοια περιστατικά και για να βοηθήση να ξερριζωθή η κακία που είχε εκδηλωθή σε ωρισμένους ανθρώπους, ο μακάριος άρχισε να δέχεται υποτακτικούς για συγκατοίκους στο κελλί του. Αυτοί δεν προερχόταν από τους αδελφούς, αλλά τους διάλεγε κατ' ευθείαν από λαϊκούς. Ο Στάρετς δεν πρόσεχε την συμπεριφορά εκείνου που επέλεγε, αν ήταν δηλ. εμπαθής ή όχι, φτάνει μόνο να διέθετε προθυμία, ειλικρίνεια και ελπίδα για διόρθωσι. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (3)



ΜΕΡΟΣ Γ'
Προρρήσεις στην οικογένεια Ντικόφσκυ
Ο Ιωσήφ Ντικόφσκυ δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ο Θεόφιλος το είχε μέ­σα στην καρδιά του. Αγαπούσε ολό­κληρη την οικογένεια. Η μεγαλύτερη κόρη του Ντικόφσκυ παντρεύτηκε με έναν ζωέ­μπορο, τον Ιβάν Γρηγόριεβιτς Ρούντκιν. Ευλαβούμενος τον μακάριο Στάρετς, ο Ρούντκιν δεν ξεκινούσε καμμία υπόθεσι χωρίς την συμβουλή και τις ευλογίες του. Ακόμη και όταν ετοιμαζόταν για το παζά­ρι, πήγαινε πρώτα στο Κιτάγιεφ για τις ευ­λογίες του Στάρετς και μετά ξεκινούσε. Κά­ποτε η Ευγενία ήλθε στον πατέρα Θεόφιλο για κάποιο ζήτημα και ο Στάρετς την ρώ­τησε: «Γιατί, δούλη του Θεού, δεν παντρεύ­εις τα παιδιά σου;» «Δεν βρίσκω γαμπρούς, πάτερ». «Δεν μπορείς να βρης γαμπρούς; Τότε λοιπόν, πρόσεχε, θα είναι άσχημα τα πράγματα για την ψυχή σου, όταν θα έλθη η ώρα να πέρασης τον πύρινο ποταμό». 
«Μα θα μου απλώσης το μπαστούνι σου, πάτερ, και θα περάσω», απάντησε αυτή αστειευόμενη.
Ο Στάρετς μπήκε μέσα στο κελλί του και έφερε έξω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί αλειμμένο με μαύρο χαβιάρι.
«Να κάτι για σένα. Μη φοβάσαι, πάρε το. Και μόλις γυρίσης στο σπίτι σου δώσ' το στην κόρη σου. Θα παντρευτή σύντομα ένα ξακουστό πρόσωπο». 
Αφού πέρασε λίγος καιρός, η κόρη των Ρούντκιν αρραβωνιάσθηκε και παντρεύθηκε τον καθηγητή Κωνσταντίνο Σκβορτσώφ.
Μία άλλη φορά η σύζυγος του Ρούντκιν ήλθε πάλι στον Στάρετς για κάποιο ζήτημα. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγη, είπε: «Πάτερ, πώς έγινε και ξέχασες εντελώς τον πατέρα μου; Έλα να τον επισκεφθής. Να δης τι ω­ραίο είναι το περιβόλι μας τώρα!» 
«Θα έλθω, θα έλθω», απάντησε στοργικά ο Στάρετς.
Και πράγματι, πολύ σύντομα ήρθε στο κτήμα τους, στην Γκλουμποσίτσα. Η συνάντησις του μακαρίου με τον Ντικόφσκυ ή­ταν πολύ συγκινητική. Ο Ιωσήφ Νικηφόροβιτς είχε να δη τον Στάρετς αρκετά χρό­νια και, εκφράζοντας την χαρά του σαν μικρό παιδί, άρχισε να του δείχνη τις διάφορες βελτιώσεις που είχε κάνει στο κτήμα του. 
«Ωραία, πολύ ωραία», έλεγε ο όσιος. «Έχει ανθίσει πολύ όμορφα».
Αργότερα, ενώ έκανε περίπατο στο περιβόλι με τον Ντικόφσκυ, σταμάτησαν κάτω από μία μεγάλη βαλανιδιά. Ο Στάρετς ύψωσε το βλέμμα του και είπε με σοβαρότητα: «Προσευχήσου, δούλε του Θεού Ιω­σήφ. Το μέρος που πατάμε είναι ιερό».
«Πώς είναι ιερό;» ρώτησε ο Ντικόφσκυ. «Τις σχόλες η νεολαία της πόλεως έρχεται εδώ και κάνει όργια κι εσύ το λες ιερό;» 
«Όχι, όχι!» είπε ο προορατικός Στάρετς με βεβαιότητα. «Αλήθεια σου λέω! Εδώ, στο σημείο που στεκόμαστε τώρα, θα ακτινοβολήση η χάρις του Θεού. Μία εκκλησία θα κτισθή εδώ. Η βαλανιδιά θα κοπή και εδώ θα είναι το μέρος όπου θα γίνη το ιερό της εκκλησίας. Και όλο το κτήμα σου θα γί­νη ένα μεγάλο γυναικείο μοναστήρι, από μία βασιλική κυρία, που θα γίνη και ιδρύτρια και ηγουμένη του». 

Η γυναικεία μονή της Αγίας Σκέπης 
Η προφητεία του Στάρετς εκπληρώθηκε επακριβώς. Το 1888, η σύζυγος του Μεγά­λου Δούκα Νικολάου Νικολάγιεβιτς, Μεγά­λη Δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, ζούσε στο Λίπκυ, ένα προάστιο του Κιέβου. Εκεί κοντά βρισκόταν κι ένα μικρό μοναστήρι που είχε κτίσει. Άρχισε όμως να ψάχνη στην περιοχή γύρω από το Κίεβο ένα κα­τάλληλο μέρος για να κτίση ένα μεγάλο μο­ναστήρι. Η Θεοδοσία Πονυρκίνα, κόρη του Ντικόφσκυ, άκουσε για τα σχέδια της και πρότεινε στην Μεγάλη Δούκισσα να αγοράση το κτήμα που ανήκει στον Ντικόφσκυ, για τον σκοπό αυτό. Η Αυτής αυτο­κρατορικής Υψηλότης έστειλε την σύζυγο του διακόνου της στον Ντικόφσκυ, παραγγέλοντάς της να εξετάση το κτήμα και να της φέρη ένα σχεδιάγραμμα. Της άρεσε πάρα πολύ το σχεδιάγραμμα. Το κτήμα του Ντικόφσκυ αγοράσθηκε και σύντομα, με τον ζήλο των ευλαβών και με τα μέσα της Μεγάλης Δούκισσας, κτίσθηκε το γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης. 
Όταν η Μ. Δούκισσα έγινε πια μοναχή και έμαθε για την προφητεία του Στάρετς Θεοφίλου, έμεινε έκπληκτη. «Θεέ μου! Εί­ναι αλήθεια;» αναφώνησε. «Γιατί δεν μου το είχες πει νωρίτερα;»
«Μου διέφυγε τελείως, Υψηλοτάτη», απάντησε η Πονυρκίνα.
Η Μεγάλη Δούκισσα έστειλε αμέσως μία μοναχή στο ερημητήριο Κιτάγιεφ, με εν­τολή να κάνουν ένα μνημόσυνο στον τάφο του Στάρετς Θεοφίλου. Από τότε και στο εξής τιμούσε με ευλάβεια την μνήμη του μακαρίου, και παρήγγειλε μάλιστα να της φτιάξουν και μία εικόνα του.
Στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (2)



 ΜΕΡΟΣ Β'
Αποτογή του κόσμου
Ο Θωμάς ήταν άριστος μαθητής στην εκκλησιαστική σχολή, αλλά δεν είχε κλίσι να συνεχίση ανώτερες σπουδές. Δεν μπορούσε να τις δεχθή ως πραγματικό μέσο για την απόκτησι εκείνης της γνώσεως, που οδηγεί στην αλήθεια του Θεού και της μεγαλωσύνης Του. Ο Θωμάς διάλεξε ως ανώτατο σχολείο του την Εκκλησία. Αφοσιωνόταν στην ανάγνωσι και την ψαλμωδία και συμμάζευε το μυαλό του σε συνεχή πνευματική αδολεσχία και προσευχή. Από τον καιρό αυτό οι σκέψεις περί μοναχισμού δεν τον άφηναν ούτε στιγμή και προσανατόλιζε τις πρόσκαιρες επιδιώξεις του προς αυτόν τον τελικό σκοπό. 
Ο καλός θείος του Θωμά πέθανε γρήγορα και άφησε τον ανηψιό του χωρίς πόρους ζωής και χωρίς πραγματική στέγη. Δεν υπήρχε πλέον καμμία σκέψι για να συνεχίση τις σπουδές του. Εγκατέλειψε την σχολή και άρχισε να εργάζεται για να ζήση. Στα 1810 πήγε στην πόλι Τσιγκιρίν ως αναγνώστης, αλλά επειδή η φωνή του ήταν λίγο αδύνατη, τον έστειλαν στο χωριό Ομπούχοφ για νεωκόρο. 
Ο Θωμάς δεν έμεινε εκεί για πολύ. Ο κόσμος, που δεν είχε συμπαθήσει τον Θωμά απ’ την στιγμή που γεννήθηκε, τον πίεζε τώρα με τους κανόνες και τους νόμους του και απωθούσε την ψυχή του. Επιποθεί η ψυχή μου, έλεγε ο Θωμάς, και εκλείπει εις τας αυλάς του Κυρίου [1]. Αισθανόμενος βαθειά μέσα του μια απαρέσκεια για το πλήθος των κακόβουλων και ανέντιμων ανθρώπων, ο Θωμάς εισήλθε στην μονή Μπράτσκυ του Κιέβου το 1812, πάνω στην έξαρσι του Πατριωτικού Πολέμου[2]. 
Με τι απερίγραπτη χαρά γέμισε η ψυχή του νεαρού ασκητή! Μπήκε και πάλι μέσα στον ιερό χώρο του ήσυχου μοναστηριού, τον οποίο είχε αφήσει πριν δύο χρόνια. Αυτή την φορά όχι για σπουδές, αλλά για προσευχή, υπομονή, κόπο και νηστεία. Ήταν νεκρός για τον κόσμο και ο κόσμος είχε πεθάνει γι' αυτόν μια για πάντα. 

Πρώτοι αγώνες 
Στήν μονή Μπράτσκυ ο Θωμάς εργάστηκε σε πολλά διακονήματα. Στην αρχή ζύμωνε και έψηνε ψωμί στο φούρνο. Εκείνη την εποχή μάλιστα δεν έφτιαχναν πρόσφορα στην μονή Μπράτσκυ και ο Θωμάς πήγαινε να τα προμηθευθή από την γυναικεία μονή Φλωρόφσκυ. Αργότερα τον έβαλαν στο μαγειρείο να φτιάχνη μπόρστς. Κατόπιν τοποθετήθηκε βοηθός στο νοσοκομείο και τέλος έγινε εκκλησιαστικός και καμπανάρης. Αυτό το τελευταίο διακόνημα μάλιστα του άρεσε ιδιαίτερα. Με το χάραμα σηκωνόταν, ανέβαινε στο καμπαναριό και παραδινόταν σε βαθειά περισυλλογή και μυστική προσευχή. Κανένας δεν τον ενοχλούσε εκεί. Ο μάταιος κόσμος εκτεινόταν μπροστά στα πόδια του με όλο το μεγαλείο του έως εκεί που έφθανε το βλέμμα του. Μπορούσε να ατενίζη συνεχώς τον γαλανό ουρανό, όπου κατοικούσε ο Δημιουργός των όλων, ορατών και αοράτων. 
Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια. Διπλασιάζοντας τις προσευχές και τους αγώνες του, ο Θωμάς ήταν για όλους υπόδειγμα πραότητος, υπακοής, ταπεινώσεως και σωφροσύνης. Με όλη του την ψυχή ποθούσε την ισάγγελη ζωή. Επεπόθησα το σωτηριόν σου, Κύριε, και ο νόμος σου μελέτη μου εστίν[3], επανελάμβανε διαρκώς. 
Ο Θωμάς δεν πίεζε την υπόθεσι της κουράς του, που ήταν η επιθυμία της καρδιάς του. Ήθελε πρώτα να διδάξη στον εαυτό του την αυστηρή εκπλήρωσι των κανόνων της μοναχικής ζωής. Ωστόσο ο προϊστάμενος του μοναστηρίου διέκρινε τον ζήλο του στους πνευματικούς αγώνες και τίμησε τον Θωμά κουρεύοντάς τον μοναχό στις 11 Δεκεμβρίου του 1821. Κατά την κουρά του ο Θωμάς πήρε το όνομα Θεοδώρητος. 
Μετά από λίγο ο Θεοδώρητος τοποθετήθηκε βεστιάριος (φύλακας των αμφίων) και στις 30 Σεπτεμβρίου του 1822, λόγω της αφοσιώσεώς του στην εκτέλεσι αυτού του διακονήματος και της υποδειγματικής και αυστηρής μοναχικής ζωής του, προήχθη στον βαθμό του ιεροδιακόνου. 
Η νέα θέσις έδωσε νέα ώθησι στους πνευματικούς αγώνες του. Ικανός τώρα να στέκεται πλησιέστερα στην Αγία Τράπεζα του Βασιλέως της Δόξης, ο Θεοδώρητος προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να μιμηθή την αγγελική ζωή όλων εκείνων που είχαν ευαρεστήσει τον Θεό και παραστέκονταν τώρα στον ουράνιο θρόνο του Αρνίου, του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου. Λόγω της θέσεώς του, ο Θεοδώρητος είχε τώρα ένα μικρό εισόδημα, παρέμενε όμως αυστηρός νηστευτής και δεν είχε κανένα προσωπικό αντικείμενο στο κελλί του. Αντιθέτως, του ήταν εντελώς ξένο το να αποκτά διάφορα πράγματα και έτσι με αυτό το εισόδημα βρήκε τρόπο να ασκή την ποθητή του ελεημοσύνη. Παρέμενε χωρίς φαγητό για δύο ή τρεις ημέρες και έδινε το μερίδιο του φαγητού του και τον μισθό του σε προσκυνητές, φτωχούς και ζητιάνους. 
«Τι την χρειάζομαι αυτήν την σάρκα και το αίμα, που μία μέρα θα γίνουν σκόνη;» συνήθιζε να λέη ο Θεοδώρητος και κατόπιν διπλασίαζε την νηστεία του. 
Έδειχνε μία θεομίμητη αγάπη για τους πλησίον του και υπηρετούσε πρόθυμα και τους πιο κατωτέρους του, επωμιζόμενος συχνά τις εργασίες άλλων και υπηρετώντας σαν αγορασμένος δούλος. Έτσι ακολουθούσε στα ίχνη του ίδιου του Σωτήρος, ο οποίος ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι.[4]

Φεύγοντας την δόξα των ανθρώπων

Στις 6 Φεβρουαρίου του 1827 ο Θεοδώρητος χειροτονήθηκε ιερομόναχος και την ίδια περίοδο τοποθετήθηκε οικονόμος της Μονής Μπράτσκυ. Το αξίωμα αυτό εθεωρείτο τιμητικό στο μοναστήρι και ήσαν πολλοί εκείνοι που το επιθυμούσαν. Είχε όμως πολλή μέριμνα και δεν ταίριαζε καθόλου στις βαθύτερες κλίσεις του ιερομονάχου Θεοδωρήτου. Για να αποφύγη τους ανθρώπους και επειδή προτιμούσε να μένη σε πλήρη απομόνωσι, ζήτησε αμέσως να τον απαλλάξουν από την θέσι του οικονόμου και αρνήθηκε κάθε διακόνημα.
Ζήτησε άδεια να ησυχάση στις σπηλιές που είχαν ανοιχθή από τον Άγιο Θεοδόσιο στο χωριό Λέσνικι. Όταν του το αρνήθηκαν, ο Θεοδώρητος αποφάσισε να ακολουθήση έναν ιδιαίτερο δρόμο ασκήσεως αναλαμβάνοντας τον μεγάλο αγώνα της «διά Χριστόν σαλότητος». Έτσι άρχισε να κρύβη την ανδρεία του χαρακτήρος του πίσω από μια προσποιητή εκκεντρικότητα. Προχωρώντας εκ δυνάμεως εις δύναμιν στον δύσκολο δρόμο της πνευματικής του τελειώσεως, εφήρμοζε τα λόγια του Αποστόλου: ει τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός [5]. 

Μοναχική τελείωσις 
Τώρα είχε λιγώτερη βία στον αγώνα της ηθικής του τελειώσεως, επειδή εδοκίμασεν αυτόν ο Κύριος και έγνω την καρδίαν του[6]. Από την παιδική του ηλικία, ο Θεοδώρητος είχε το δώρο της ταπεινώσεως και της πνευματικής καθαρότητος. Είχε δυνατή πίστι στην βοήθεια του Θεού, ο οποίος τον είχε βγάλει από τον αμμώδη και βαλτώδη δρόμο και έστησεν επί πέτραν τους πόδας του και κατεύθυνε τα διαβήματά του. Ο Θεοδώρητος μπορούσε τώρα να λέη αληθινά: Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου![8]  Ένώ λοιπόν είχε αρχίσει το ανώτατο είδος ασκήσεως που υπάρχει στην μοναχική ζωή, ο Θεοδώρητος έλαβε το μεγάλο μοναχικό σχήμα στις 9 Δεκεμβρίου του 1834 και μετωνομάσθηκε σε Θεόφιλο. 
Για τον μοναχό το μεγάλο σχήμα είναι συνήθως μια απεικόνισις του σωματικού θανάτου και μία πάλη προς τα άνω, για να ανυψωθή στην αιωνιότητα. Για τον μακάριο Θεόφιλο, που είχε προετοιμασθή να υπηρέτηση τον Θεό από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής του, έγινε ένα ορόσημο για την τέλεια απάρνησι του κόσμου και την πνευματική μεταθέσί του στον ουρανό. Ο θάνατος, η κρίσις και η βασιλεία των ουρανών —να τι απασχολούσε τώρα τις σκέψεις του και όλες τις ώρες της περισυλλογής του. 

Ανοδική πορεία 
Με χαρά ξεκίνησε ο μακάριος Θεόφιλος να βαδίση την αυτή στενή και τεθλιμμένη οδό, ώστε να μπορέση κάποτε να φθάση στην γαλήνια κατάστασι της ελευθερίας από τα πάθη της σαρκός. Τώρα ήταν ένας πραγματικός στρατιώτης του Χριστού, εφωδιασμένος με όλα τα όπλα του Θεού εναντίον όλων των ανθρωπίνων πειρασμών και αδυναμιών. Ξένος προς κάθε ανθρώπινη ματαιότητα, καταφρονούσε κάθε συμβατικότητα της καθημερινής ζωής. Ο Θεόφιλος δεν δημιουργούσε στενές σχέσεις με κανένα κλείνοντας τελείως τον ναό της ψυχής του προς τον κόσμο, που άλλωστε τον είχε απωθήσει σαν κάτι το ξένο από τότε ακόμη που ήταν βρέφος. Μόνο η προσευχή άνοιγε τα χείλη του και οι ύμνοι προς τον Δημιουργό κινούσαν την γλώσσα του. Με χαμηλωμένο βλέμμα βάδιζε πάντα ήρεμος και βυθισμένος σε σκέψεις στην συνηθισμένη του διαδρομή από το κελλί στην εκκλησία, δίχως να χάση ποτέ έστω και μία ακολουθία. Σταματώντας είτε στην είσοδο, είτε κοντά στις θύρες της εκκλησίας που ήταν συχνά κλειστές, στεκόταν ακίνητος μέχρι το τέλος της ακολουθίας. Κοντά του υπήρχε πάντα ένα καλάθι γεμάτο με διάφορα τρόφιμα, προορισμένα για τους ενδεείς συνανθρώπους του. Κρατούσε πάντα ένα κουβαδάκι ή μία γαβάθα ή κανάτα και ένα μικρό ψαλτήρι. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (1)



ΜΕΡΟΣ Α'
Ασκητής από τα γεννοφάσκια του
Στην πόλι Μάχνοβο της περιφερείας Κιέβου ζούσε κάποτε ο ιερεύς Ανδρέας Γκορενκόβσκυ, εφημέριος του ενοριακού ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Τον Οκτώβριο του 1788 η πρεσβυτέρα του Ευφροσύνη (το γένος Γκοσκόβσκυ) απέκτησε δίδυμα. Όταν τα βάπτισαν, το πρώτο το ωνόμασαν Θωμά και το δεύτερο Καλλίνικο. Ήταν και τα δύο πάρα πολύ όμορφα και υγιή. 
Τον καιρό εκείνο συνηθιζόταν οι μητέρες να θηλάζουν μόνες τα μωρά τους. Η Ευφροσύνη θέλησε να τηρήση αυτή την συνήθεια, αν και στην περίπτωσί της το πράγμα ήταν αρκετά δύσκολο, γιατί είχε να κάνη με δύο μωρά. Απέρριψε όλες τις προτάσεις για βοήθεια που της έγιναν από διάφορες παραμάνες. Προς μεγάλην της όμως έκπληξι η Ευφροσύνη διεπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος γιος της Θωμάς αρνιόταν επίμονα να θηλάση, στρέφοντας με πείσμα το πρόσωπο του προς την αντίθετη κατεύθυνσι. Μπροστά στον κίνδυνο να τον χάση από ασιτία, η απελπισμένη μητέρα δοκίμασε όλα τα δυνατά μέσα για να τον ταΐση. Αφού αποστρεφόταν κάθε μορφή γάλακτος, τον τάιζε με πατατόζουμο, βρασμένα γογγύλια και καρότα. 

Μητρική άσπλαχνία 
Αυτού του είδους η απόρριψις από το ίδιο το παιδί της δημιούργησε φυσικώ τω τρόπω μια ψυχρότητα για το βρέφος μέσα στην μητρική καρδιά της. Προς επιδείνωσι δε της όλης καταστάσεως κάποιες προληπτικές γειτόνισσες άρχισαν να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες στο φαινόμενο, να πλάθουν ανόητες ιστορίες και να θεωρούν τον Θωμά ένα τερατώδες «αρκουδόπαιδο». 
Η Ευφροσύνη από την άγνοια και απλότητά της πίστεψε και έβαλε βαθειά μέσα της όλες αυτές τις προλήψεις. Τρομοκρατήθηκε και η αντιπάθεια της για τον Θωμά μεγάλωσε. «Αυτός δεν είναι ο γιος ο δικός μου», έλεγε. «Δεν ήθελαν να τον βαπτίσουν την ίδια μέρα μαζί με τον Καλλίνικο και γι’ αυτό κάποια μάγισσα τον πήρε κι έβαλε άλλον στη θέσι του». 
Επί έξι μήνες η Ευφροσύνη προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνη τον Θωμά να συμπεριφερθή όπως ένα φυσιολογικό παιδί. Ολοένα όμως και διέκρινε σ' αυτόν τις απαρχές κάποιων κλίσεων που της ήταν ακατανόητες. Έτσι η απλοϊκή γυναίκα κατέληξε στο ότι ο Θωμάς ήταν ένα ηθικό τέρας και απεφάσισε να απαλλαγή από αυτόν μια για πάντα. Ένα απόγευμα κάλεσε μια υπηρέτρια και της εμπιστεύθηκε μυστικά τα εξής: 
«Δεν μπορώ άλλο να βλέπω αυτόν τον βρυκόλακα, δεν μπορώ να τον ανέχωμαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Αύριο με το χάραμα πήγαινε τον στο ποτάμι και πέταξε τον μέσα. Ορκίσου όμως πως κανένας άλλος εκτός από μας τις δύο δεν πρόκειται να μάθη τίποτε γι’ αυτό». 
Η υπηρέτρια ικέτευσε την μητέρα να σπλαχνισθή το αθώο παιδί. Όμως όσο και αν παρεκάλεσε και έκλαψε και της υπενθύμισε την οργή του Θεού, η ψυχραμένη μητέρα ήταν αμετάπειστη. Τελικά η υπηρέτρια αναγκάστηκε να υπακούση. 

Το τριπλό θαύμα της διασώσεως 
Πρωί-πρωί, ίσα που φώτιζε, η υπηρέτρια πήρε τον Θωμά στα χέρια της, έτρεξε στο ποτάμι και κάνοντας το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί το έρριξε στο νερό. Τότε συνέβη κάτι το θαυμαστό. Ο Θεός θέλησε να διαφύλαξη το παιδί: Ο Θωμάς ανήλθε στην επιφάνεια του νερού και έπλευσε ήσυχα μέχρι την αντίπερα όχθη, όπου βγήκε στην ξηρά. 
Βλέποντας το αυτό η υπηρέτρια τρομοκρατήθηκε. Έχοντας ήδη διαπράξει ένα έγκλημα και φοβούμενη την οργή της κυρίας της θέλησε να δώση ένα σύντομο τέλος στην φοβερή υπόθεσι. Διέσχισε το ρεύμα και πήρε τον Θωμά στα χέρια της. Το παιδί κοιμόταν αμέριμνα και ειρηνικά. Διώχνοντας κάθε σκέψι η υπηρέτρια πέταξε γρήγορα το μωρό στο ποτάμι για δεύτερη φορά. Όμως είδε και πάλι την δύναμι του Θεού: Τα κύματα μετέφεραν τον Θωμά σ' ένα μικρό νησάκι που είχε σχηματισθή μέσα στο ποτάμι και τον απέθεσαν απαλά πάνω στην λεπτή άμμο. 
Συγκλονισμένη από ένα τέτοιο αναντίρρητο θαύμα η υπηρέτρια βρήκε ένα πέρασμα, έφθασε στο νησάκι και πήρε στα χέρια της το παιδί. Όταν είδε ότι το βρέφος ήταν ζωντανό και απείραχτο, ξέσπασε μετανοημένη σε πικρά δάκρυα. Πήγε τον Θωμά στην μητέρα του και με φωνή τρεμάμενη από τον φόβο της εξιστόρησε τι είχε συμβεί. 

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Ιερομόναχος Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης (1913 – 17 Μαΐου 1998)


Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου)
Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Γαβριήλ Φιλοθεΐτου)
Τά προσυπέγραφα άνετα τα παρακάτω λόγια του αγαπητού ιερομονάχου Ιωαννικίου Κοτσώνη για τον αείμνηστο παπα-Νικάνορα, τον οποίο γνωρίσαμε από κοντά, όπως ακριβώς τον περιγράφει: «Ο παπα-Νικάνωρ υπήρξε η δεσπόζουσα των τελευταίων ετών μορφή στα Καυσοκαλύβια. Τον ενθυμούμαι με ευγνωμοσύνη για την αγάπη και τη φιλοξενία του. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος και εικών Αγιορείτου ασκητού. Μακρυγένης, υψηλός, άδολος στην ομιλία, στη συμπεριφορά, παιδική καρδιά, εργατικός (ησχολείτο με την κατασκευή μάλλινων φανελλών). Πρόσχαρος, προσηνής κι ομιλητικός, σαν Μωραΐτης που ήταν στην καταγωγή. Προπάντων όμως διεκρίνετο για την αγάπη του προς τη θεία Λατρεία. Υπήρξε φιλακόλουθος και ευλαβής λειτουργός του Κυρίου. Έτρεχε σε όλα τα Καλύβια να λειτουργήσει, να εξυπηρετήσει τους Πατέρες και, στο τέλος, άφησε την τελευταία του πνοή, κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας».
Ο Γέροντας Νικάνωρ ο Καυσοκαλυβίτης
Ο Γέροντας Νικάνωρ ο Καυσοκαλυβίτης
Γεννήθηκε, ο κατά κόσμον Νικόλαος Μανέτας, στο χωριό Λεόντιο Πατρών το 1913. Το 1929 ήλθε στην Καλύβη της Αγίας Άννης στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το 1930 εκάρη μοναχός. Το 1937 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Ο υποτακτικός του και διάδοχός του Παύλος λέγει πως είχε αγαθότητα, φιλοξενία, πραότητα, ευγένεια, ελεημοσύνη. «Βοηθούσε με ό,τι υλική βοήθεια μπορούσε, αλλά και πνευματικά με λειτουργίες, με τα κομποσχοίνια τους μνημόνευε, χωρίς να κουράζεται καθόλου, προσφέροντας στους πονεμένους συνανθρώπους του ψυχική γαλήνη και ανακούφιση. Ουδέποτε είπε ότι “κάτι είμαι”. Έλεγε: “ένα τίποτα είμαι. Ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου είμαι”. Καμιά φορά δεν είπε ότι “έχω αρετή εγώ. Τίποτα μή με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω τίποτα, είμαι αγράμματος”. Πάντοτε αυτά μας έλεγε. Και στους λαϊκούς, πάντοτε, τα ίδια έλεγε, αν και αυτοί τον θαυμάζανε για όλες του τις αρετές, που αυτός προσπαθούσε να τις κρύψει, χωρίς όμως να το καταφέρνει…».
Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Χαρίτωνος Καρουλιώτου)
Γέροντας Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, πάντοτε ευγενής, καταδεκτικός και φιλόξενος (φωτ. μοναχού Χαρίτωνος Καρουλιώτου)
Συνήθιζε να ταπεινώνεται, να βάζει πρώτος μετάνοια, ακόμη και στους μικρότερους και στους υποτακτικούς του. Συχνά έλεγε το «μετανοείτε». Τη μετάνοια κήρυττε συνέχεια, με λίγα και απλά λόγια. Δεν έλεγε γενικά πολλά λόγια. Απέφευγε συστηματικά τα παραπανίσια. Λειτουργούσε σχεδόν κάθε μέρα, όσο ήταν καλά. Η καθημερινή ακολουθία στην Καλύβη ήταν όπως στα μοναστήρια, 5-6 ώρες. Έκανε και πολλά σαρανταλείτουργα. Αν δεν λειτουργούσε στην Καλύβη τους, πήγαινε πρόσχαρα όπου τον καλούσαν. Κάνοντας σαρανταλείτουργο για ένα παιδί κωφάλαλο βρήκε θαυματουργικά τη φωνή του.
Geron Nikanor_04Στις ασθένειες ήταν πολύ υπομονετικός. Οι ασθένειες δεν τον λύγιζαν. Ανεπαύθη στις 17.5.1998. Την παραμονή πήγε ο παπάς και τον μετέλαβε. Του είπε τρεις φορές «ευχαριστώ». Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Μετά έπεσε σε κώμα και την άλλη ημέρα εκοιμήθη «τον ύπνο του δικαίου» ο Καυσοκαλυβίτης γεροπλάτανος. Στην εξόδιο ακολουθία του προέστη ο επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος, που πολύ αλληλοεκτιμούνταν, γνωρίζονταν πενήντα χρόνια, καθώς και στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του.
Έγραφε περί αυτού ο Αγιορείτης ωραιογράφος επίσκοπος: «Οσιακή μορφή· μέχρι τη ζώνη του η γενειάδα, εκφραστικά και βαθυστόχαστα τα μάτια του, βαρειά και ανδροπρεπής η άρθρωσις των λέξεων, απλοϊκή η διατύπωσις των σκέψεών του, μόνιμη η έκφρασις της χαράς στο πρόσωπό του. Ευγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θα λείψει λοιπόν απ’ τη Σκήτη και απ’ ανάμεσά μας η κυπαρισσένια του κορμοστασιά και η βιβλική του φυσιογνωμία, που κάλλιστα θα μπορούσε να παραβληθεί με τις πρωτατινές τοιχογραφίες των πινελιών του Πανσελήνου»…
Πηγές –  Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνου Ρώϊμπα, Ο παπα-Νικάνορας ο Καυσοκαλυβίτης (1929-1998), Άγιον Όρος 2002. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομητορικά και εξόδια στον ΆΘωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 395-398.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Γ΄ 1984-2000, σελ.1445-14.