Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Σαμουήλ μοναχός Αγιαννανίτης (1870 - 1960)


Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Αλέξανδρος Πασπαλεύρης στο Κοντοπούλι της Λήμνου το 1870. Προσήλθε στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το παλαιό Κυριακό της σκήτης της Αγίας Άννης, το 1894, και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος. Για ένα διάστημα μόνασε στο θε­οβάδιστο όρος Σινά, γιατί αναφέρεται στο μοναχολόγιο της σκήτης ως πρώην Σιναΐτης.
Ο Αγιαννανίτης Γέροντας Χερουβείμ (†1979) αναφέρει χαρακτηριστικά λίγα αλλά σημαντικά περί αυτού:
«Ήταν πάντα σχεδόν κλεισμέ­νος στην καλύβη του. Ελάχιστες φορές τον είδα, κατά το διάστημα της παραμονής μου στην σκήτη. Εθεωρείτο μεγάλο γεγονός να συναντήσης τον γερο-Σαμουήλ. Πώς εζούσε, τί έτρωγε, τί πρόγραμμα είχε, ήσαν όλα άγνωστα. Απέφευγε τις συναναστροφές με τους άλλους πατέρας. Πολ­λοί τον εθεωρούσαν μεγάλο ασκητή και βιαστή, ενώ άλλοι υποψιάζοντο, μήπως μία τέτοια ζωή τον είχε οδηγήσει στην πλάνη».
Ζούσε πάντοτε μόνος, το έγκλειστο αυτό γεροντάκι, στο φτωχό καλύβι του. Γιατί δεν τον έβλεπαν συχνά; Πώς ακριβώς ζούσε; Τί να έτρωγε; Τί να προσευχόταν; Τί πρόγραμμα άραγε να είχε στην τόσο μυστική ζωή του; Κανένας δεν βρέθηκε να πει κάτι παραπάνω, για τον κρυφό και μέγα αυτόν βιαστή. Πώς τόλμησαν να τον πουν πλανεμένο, αλήθεια; Η «ένδοξη αδοξία», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον μεγάλυνε.
Γέρασε μόνος και δεν είχε καμία βοήθεια. Έτσι τον πήρε κοντά του ένας άλλος μόνος Γέροντας, ο Βικέντιος, από την Καλύβη του Αγίου Δημητρίου, για να τον γηροκομήσει. Ανεπαύθη μακάρια στις 3.2.1960, μνήμη του αγίου Συμεών του Θεοδόχου.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Χερουβείμ αρχιμ., Νοσταλγικές αναμνήσεις από το Περιβόλι της Παναγίας, Ωρωπός Αττικής 1981, σ. 152.
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 629

http://www.pemptousia.gr

Μακάριος ιερομόναχος Αγιαννανίτης (1914 - 1983)


Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κατσιγιώργης είδε το φως του ήλιου το 1914 στο χωριό Παρπαριά της μυροβόλου και αγιοτρόφου Χίου. Μόλις ένδεκα ετών ήλθε στο πολυφημισμένο Άγιον Όρος. Προσήλθε στο Κελλί των Εισοδίων της Θεοτόκου της Κερασιάς το 1925. Εκεί μόναζε ο ενάρετος θείος του ιερομόναχος Αθανάσιος (†1935), που μαζί με τον οσιώτατο Γέροντά του Ιερόθεο (†1902), είχαν έλθει στην Κερασιά από τη μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ψαρών το 1885. Η συνοδεία συνολικά αποτελείτο από εφτά πατέρες. Διακρίνονταν όλοι για τη μεγάλη τους αγωνιστικότητα, την εγκράτεια, την άσκηση, τη σκληραγωγία και την αυταπάρνηση. Δεν κατέλυαν λάδι επί χρόνια και τους έλεγαν «αλάδωτους».

Θεοδόσιος ιερομόναχος Αγιαννανίτης (1881 - 1952)


Γεννήθηκε ο πανοσιώτατος αυτός ιερομόναχος στα Αρφαρά της Μεσσηνίας το 1882. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ηλίας Μουτεβέλης. 
Προσήλθε στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της σκή­της της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης το 1898 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος. 
Το 1911 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και το 1912 ιερεύς, και προχειρίσθηκε Πνευματικός.
Όπως αναφέρει περί αυτού ο μακαριστός Γέροντας Χερουβείμ, διακρινόταν για την πολλή σοβαρότητα, σύνεση και σιωπή του. Ήταν ένας μύστης της νοεράς προσευχής, λειτουργός του Υψίστου εξαίρετος και ευλαβής, συνομιλητής ταπεινός και καλός. Στις σχέσεις του με τους άλλους είχε για κρίκο την καλοκαγαθία. Ήταν ένας από τους στύλους της σκήτης.

Νεκτάριος μοναχός Αγιαννανίτης (1887 - 1982)


Η καταγωγή του ήταν από τη Ρουμανία. Νέος ήλθε στο Άγιον ’Όρος με τον αδελφό του. Εκάρη μοναχός από τον Γέροντα Ναθαναήλ στην Καλύβη του Αγίου Αρτεμίου, που είναι η πιο απόμακρη της σκήτης της Αγίας Άννης, πλησίον της Καλύβης του Αγίου Παντελεήμονος.
Ήταν πολύ φτωχός. Ζούσε μεταφέροντας ξύλα για τους φούρνους των Καλυβών, φασουλόβεργες για τους κήπους των πατέρων, τα πρόσφορα του Δικαίου από την παραλία. Κατά τις μεταφορές του έλεγε τις Παρακλήσεις και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Έζησε μία αυστηρή και ασκητική ζωή. Ποτέ δεν βγήκε από το Άγιον Όρος, παρότι είχε πολλές υλικές ανάγκες. Εργαζόταν πολύ σκληρά για τα λίγα αναγκαία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αδύναμος από τα βαθιά γεράματα, έμενε στο φτωχοκάλυβό του, σχεδόν έγκλειστος, καταγινόμενος μόνο με την προσευχή κι εντρυφώντας στην ιερή ήσυχία.
Αυτά μας πληροφόρησε ο μακαριστός Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης († 1996). 
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20.4.1982.
Πήγες – Βιβλιογραφία
Ανθίμου Αγιαννανίτου ιερομ., Αγία Άννα το ιερό βήμα του Άθωνα, Άγιον Όρος 1992, σσ. 95-96 (απ’ όπου και η φωτογραφία).
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Μέγα Γεροντικό ενάρετων αγιορειτών του εικοστού αιώνος, τόμος Β΄ 1956-1983. σελ. 1025

Μακάριος μοναχός Αγιαννανίτης (1832 - 1918)


Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ του Ευστρατίου από την Τούσλα της Νικομήδειας ήλθε στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της σκήτης της Άγιας Άννης στην υπακοή του μακαρίου Γέροντος Μακαρίου, που ήταν από τη Χίο. Μαζί του είχε τον συμπατριώτη του Θεόκτιστο. Ήταν ιδιαίτερα εγκρατείς, ασκητικοί, αυστηροί και παραδοσιακοί πατέρες. Είχαν σαράντα χρόνια να φάνε ψάρια. Όταν ασθένησε βαριά και ήταν προς θάνατο, του είπε ο Πνευματικός να καταλύσει ψάρι. Πήγε τότε ο Θεόκτιστος στη θάλασσα και δίχως αγγίστρι έπιασε ένα μεγάλο ψάρι, με την ευχή του Γέροντος, το οποίο μαγείρευσε για εκείνον και παράτεινε κάπως τη ζωή του…
Σε αυτό το ασκητικό περιβάλλον ήλθε το 1866 και μεγάλωσε πνευματικά και ο νεώτερος Μακάριος. Μαζί του ειχε στις πνευματικές αναβάσεις και τον παραδελφό του Φιλόθεο (1828-1918), που ήταν και πρώτος εξάδελφός του. Ο Φιλόθεος ήταν απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, λόγιος, δραστήριος και πολύ εργατικός.
Κοιμόταν για λίγο σε μία σπηλιά. Έφτιαξε τα περισσότερα πεζούλια της Καλύβης τους. Διετέλεσε για χρόνια γραμματέας της σκήτης τους. 
Ο Μακάριος ανέλαβε Γέροντας από το 1889. Ήταν και καλός άγιογράφος και ειχε μαθητέψει στους αγιογράφους Ιωσαφαίους.

Ιάκωβος μοναχός Αγιαννανίτης (†1982)


Επειδή ήταν κοντός και λεπτός, όλοι οι Αγιαννανίτες πατέρες τον, ήξεραν ως «Ιακωβάκι». Τον συναντούσες στα καλντερίμια φτωχοντυμένο και ασκεπή, στις αυλές των Καλυβών να σκουπίζει ή να κουβαλά ξύλα και μ’ ένα κονσερβοκούτι να παίρνει λίγο φαί. Γύρω από το Κυριακό της Αγίας Άννης τον έβρισκες συχνά να διακονεί σε ότι μπορούσε τον εκάστοτε Δίκαιο. Δεν είχε χτένα, κάλτσες, σκουφί, ζώνη και ντορβά. Τελείως ακτήμων. Πάντοτε φτωχός. Όταν δεν του έδιναν καμία σημασία, δεν στενοχωριόταν καθόλου. Όταν τον απέρριπταν δεν έδειχνε καμία διαμαρτυρία και μάλιστα χαμογελούσε άκακα.
Μία φορά μόνον τον συνάντησα από μακριά δίχως να μιλήσουμε.
Μερικοί τον θεωρούσαν αρκετά ολιγόμυαλο και ανόητο, ακόμη και δαιμονισμένο. Άλλοι τον είχαν για διά Χριστόν σαλό. Ο Γέροντάς μας, Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, έλεγε πως και οι διά Χριστόν σαλοί είχαν μία δόση τρέλλας. Παρά τα γηρατειά του, την αλουσία του, τις δοκιμασίες, τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς, είχε στο πρόσωπό του μία ιλαρή φωτεινότητα, μία παιδική αθωότητα, μία συγκινητική γλυκύτητα που σε προβλημάτιζε και δεν σε άφηνε να κάνεις πρόχειρες κι επιπόλαιες σκέψεις. Μερικές φορές οι ακροατές του θαύμαζαν, γιατί μέσα από τ’ ασυνάρτητα λόγια του άκουγες και σοφά και αποκαλυπτικά λόγια. Σε μια Καλύβη που του έδωσαν φακή στο ντενεκάκι του, φεύγοντας μονολογούσε, πως τα ψάρια δεν είναι γι’ αυτόν. Πράγματι στην Καλύβη θα γευμάτιζαν με ψάρια.
Λίγες ημέρες πριν κοιμηθεί τον ύπνο του δικαίου ο Γέροντας Παύλος († 1987), της Καλύβης του Αγίου Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, τον έκειρε μεγαλόσχημο.  Έπιστρέφοντας από την αλλαγή του Δικαιάτου, στις 8.5.1982, τον βρήκαν στη θέση του, εκεί που έμενε τελευταία, με τα χέρια σταυρωμένα, νεκρό. Είχε κάνει δόκιμος στην Καλύβη των Αρχαγγέλων, στην Ανάσταση του Κυρίου στη Μικρά Αγία Άννα και είχε καρεί μοναχός στην Καλύβη της Γεννήσεως του Χριστού του Γέροντος Ιωσήφ του Λεσβίου (†1957) του σπουδαίου ιεροψάλτου.

Αζαρίας μοναχός Αγιαννανίτης (1867 - 1947)


Η καταγωγή του ήταν από τα Βουρλά της Σμύρνης. Υπήρξε υποτακτικός και διάδοχος του ιερομονάχου Αβερκίου Αγιαννανίτου († 1915) της Καλύβης του Τιμίου Προδρόμου.
Ήταν πάντοτε συνετός, σιωπηλός και νηστευτής. Ποτέ δεν έκανε την παραμικρή κατάλυση στις καθιερωμένες νηστείες της Εκκλησίας. Ακόμη και όταν ήταν άρρωστος. Στις καθημερινές ιερές ακολουθίες πάντα πήγαινε πρώτος και έφευγε τελευταίος. Το ίδιο και στις συχνές ολονύκτιες αγρυπνίες του Κυριακού. Το εργόχειρό του ήταν να φτιάχνει καλογερικούς σκούφους. Είχε πάντοτε αδιάλειπτη προσευχή και τα μοναχικά του καθήκοντα τηρούσε απαράβατα. Πρόσεχε πολύ τα λόγια του. Κανένας δεν τον άκουσε να πει απρεπή κουβέντα. Ήταν προσηλωμένος στη θεωρία του κάλλους του Θεού.
Αγαπούσε να μελετά τη Νέα Κλίμακα του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Είχε μεγάλη ευλάβεια στον Τίμιο Πρόδρομο. Όταν έλεγε τους Χαιρετισμούς του, πετούσε από χαρά. Στις εορτές του Τιμίου Προδρόμου το πρόσωπό του γινόταν χαρωπό κι ευφρόσυνο. Είχε και μια μικρή βάρκα κι ένα μικρό δίχτυ κι όλοι θαύμαζαν για το πόσα πολλά ψάρια κάθε φορά έπιανε. Αν έβλεπε μοναχό ανυπάκουο και ανυπότακτο, δάκρυζε από λύπη κι έλεγε: «Τον υποτακτικό, έστω κι αν ο Γέροντάς του είναι μακράν, η ευχή του τον σκεπάζει και τον διαφυλάττει από πολλά κακά, διότι είναι υπό σκέπην πατρός. Όταν δε είναι ανυπότακτος, ομοιάζει με βάρκα, η οποία δεν έχει μέσα φορτίον, και μή έχουσα φορτίον το ένα κύμα την κτυπά, το άλλο την αφήνει, και το τέλος της είναι να την βουλιάζουν τα κύματα…».