Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Δούλοι του φθόνου


kordis

Δούλοι του φθόνου
(Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών)

Οι απλουστεύσεις κατά κανόνα βγάζουν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Και ήρθε η κρίση να ζητήσει επαναπροσδιορισμό. Ένα εξ αυτών και η αξία της ιεραρχίας. Όχι όπως την ξέραμε. Όχι όπως την εφαρμόζαμε. Καλούμαστε, να γίνουμε δίκαιοι μέσα στη φτώχεια μας, ώστε να την ξεπεράσουμε. Άλλωστε, είναι καλό να παραδεχόμαστε τους καλύτερους. Πρώτα για εμάς…
Είναι φαίνεται συνέπεια του γεγονότος ότι η κρίση χτύπησε κατακέφαλα τη χώρα μας, ότι όλοι πλέον ασχολούνται με το τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι τους. Φταίει η νοοτροπία μας, λένε, το κεφάλι μας που δεν αλλάζει. Τι κρύβεται, αλήθεια, εκεί μέσα; Τι φωλιάζει κάτω απ’ το συλλογικό μας καύκαλο και γεννάει τόσα παθήματα;
Προσποιούμαστε ότι το αγνοούμε. Στην πραγματικότητα, όλοι γνωρίζουν το μυστικό, όλοι ξέρουν πώς δουλεύει το μυαλό τους: τους αρέσει απλώς να «κάνουν το δικό τους». Αυτό είναι που δεν θέλουμε να ομολογήσουμε και τάχα απορούμε γιατί η πυξίδα να μας πηγαίνει μια από δω και μια από κει.
Ασφαλώς, δίνει και το παλαντζάρισμα μια ηδονή και μάλιστα από τις μεγαλύτερες. Σου επιτρέπει να αλλάζεις κατεύθυνση χωρίς να δικαιολογείσαι, να μένεις στα μισά του δρόμου χωρίς να μετανιώνεις που ξεκίνησες, να επιδιώκεις ταυτοχρόνως δύο πράγματα αντίθετα μεταξύ τους. Και μόλις φθάσεις στο αδιέξοδο να λες ότι έφταιγαν τα πράγματα που δεν ήταν ένα και ήταν περισσότερα.



H νιρβάνα…

Βόλευε από πολύ παλιά τον Έλληνα να έχει για οδηγό του ένα κεφάλι που δεν περιείχε τόσο γνώσεις όσο «ιδέες» και πρώτα απ’ όλα μια ιδέα για τον εαυτό του. Τον φανταζόταν και τον ήθελε ανεξάρτητο αυτόν τον εαυτό, να κάνει κουμάντο μόνος του, να χαίρεται με τις αυθαιρεσίες του, να καμαρώνει με τις αντιφάσεις του που τις άφηνε άλυτες.
Το αποτέλεσμα ήταν η ιδέα αυτή για τον εαυτό να συγκρούεται συχνά με την πραγματικότητα και να τραυματίζεται, όχι όμως τόσο πολύ, ώστε να αλλάζει ποιότητα. Απόδειξη ότι ποτέ οι οικονομικές συμφορές στην Ελλάδα δεν ταπείνωσαν βαθιά το εγώ των πληγέντων.
Συνέχιζε να ισχύει εκείνο το παλιό προεπαναστατικό: «Ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας πεθαίνω απ’ την πείνα». Η πτωχοαλαζονεία, άλλωστε, αυτό δεν είναι; Μια επιμονή του στερημένου ανθρώπου να αποδείξει ότι διαθέτει κάποιους τίτλους που δεν τους γράφουν τα χαρτιά. Πράγμα καθόλου κακό, αν δεν φουσκώνει υπερβολικά το μυαλό. Αλλά αυτό συνήθως γινόταν.

…και ο ρεαλισμός

Για άλλη μια φορά, αυτό το περίφημο μυαλό μας σήμερα ταρακουνιέται. Η κρίση το αμφισβητεί. Είναι χρήσιμο σε τέτοιες περιπτώσεις να μη ξεχνάει κανείς ότι κανένα μειονέκτημα δεν είναι εντελώς μειονέκτημα. Το όλο ζήτημα είναι ακριβώς να βρεθεί ποια πλευρά ενός εθνικού ελαττώματος μπορεί να αξιοποιηθεί, αφού, έτσι κι αλλιώς, το ελάττωμα στο σύνολό του θα μείνει αμετάλλακτο για πολύ ακόμη.
Ο άνθρωπος που θέλει να αυτενεργεί και να «κατεβάζει ιδέες» ερήμην της πραγματικότητας δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός. Αυτό είναι μειονέκτημα. Ταυτόχρονα, όμως, διατηρεί τη διάθεση να μην μείνει παθητικός. Και αυτό είναι μια μορφή πλεονεκτήματος.
Θέλουμε, λοιπόν, να δράσουμε, αλλά όπως μας καπνίσει. Πάντως, το θέλουμε. Εκείνο που λείπει, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι δεν έχει πειστεί το άτομο πως απέναντί του υπάρχουν κανόνες, στους οποίους θα του ήταν ωφέλιμο να συμμορφωθεί. Και οι πιο βασικοί κανόνες αφορούν την ιεραρχία. Εκεί είναι που χωλαίνει η σκέψη μας. Αυτό είναι που χωνεύεται πιο δύσκολα. Άλυτος κόμπος για την ελληνική νοοτροπία η διαφορά ανάμεσα στους πάνω και στους κάτω.
Η έννοια της ιεραρχίας στη συνείδηση του πολίτη παρουσιάστηκε πάντα σαν συνώνυμο της επιβολής από τα πάνω, σαν κατασκευή που δεν τη στήριζε καμιά οργανική λογική. Το πιο σημαντικό ήταν ότι θεωρήθηκε πως η ιεραρχία βάζει φραγμούς στις φιλοδοξίες των κατωτέρων.
Το να είναι υποχρεωμένος κάποιος να τηρεί ορισμένες διαδικασίες, να αποδέχεται τους ανωτέρους και να προσπαθεί παράλληλα ο ίδιος να ανεβαίνει σκαλί-σκαλί, εάν το ήθελε, έφτασε να σημαίνει τροχοπέδη στην αναρρίχηση, καθυστέρηση εκ του πονηρού, τυραννία των υψηλά ισταμένων. Ο πόθος του κάθε φιλόδοξου ήταν να βρεθεί μ’ ένα άλμα στην κορυφή.

Ιεραρχία χωρίς κύρος

Φάνταζε κουραστική η κλιμακωτή πορεία και επιπλέον έλλειπαν οι εγγυήσεις για ανταμοιβή. Να γιατί η ιεραρχία δεν εμπνέει σεβασμό. Γιατί αποπνέει σαθρότητα. Εκείνοι που κατέχουν θέσεις και αξιώματα δεν θεωρείται πως τα κέρδισαν με την αξία τους. Θεωρείται πως είναι τοποθετημένοι εκεί με τις γνωριμίες τους, με τους ελιγμούς τους, ή με την κομματική τους ταυτότητα. Από τους «ανωτέρους» λείπει το κύρος. Οπότε τέρμα στην ανωτερότητα!
Έτσι, το λαϊκό ένστικτο, ενώ λειτούργησε σωστά ως προς τη διάγνωση του προβλήματος, έπεσε έξω ως προς τη θεραπεία του. Οι υφιστάμενοι είδαν το καυχησιάρικο ύφος των νωθρών προϊσταμένων τους και νόμισαν ότι έπρεπε να καταργηθεί η σχέση προϊσταμένου-υφισταμένου.
Είδαν την εξουσία των ανίκανων και πίστεψαν ότι η ικανότητα στο εξής θα κρινόταν έξω από τύπους, έξω από καταστατικά, έξω από κάθε επιτροπή. Κηρύχθηκε η ισότητα μεταξύ ανυπάκουων. Σ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης αυτό εδραιωνόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο.
Μέσα στη Δημόσια Διοίκηση, μέσα στα σχολεία, μέσα στις επιχειρήσεις, ακόμη και μέσα στα κόμματα, καθιερώθηκε μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία, όποιος κατέχει πόστο είναι πρόσωπο φυτεμένο παρά φύσιν στην κοινωνική μας γη. Αυτό το πρόσωπο θα έπρεπε, λοιπόν, να ξεριζωθεί για να μπει κάποιος άλλος στη θέση του. Αλλά ποιος; Κανείς δεν ήταν σίγουρο ότι θα επικρατούσε επαξίως και νομίμως.
Ώσπου ήρθε η κρίση και μας το ζητάει αυτό επιτακτικά. Πρέπει να ξεπληρώσετε, λέει, οπωσδήποτε το χρέος σας. Βρείτε τρόπο να δουλέψετε αλλιώς… Είναι σαν να μας λένε ότι πρέπει να βρούμε τρόπο, ώστε να παραδεχθούμε τους καλύτερους. Να σεβαστούμε εκείνους που θα ξεχωρίσουν με τον κόπο τους. Να γίνουμε δίκαιοι μέσα στη φτώχεια μας, ώστε να την ξεπεράσουμε. Ενάρετοι δεν είμαστε. Τουλάχιστον από συμφέρον όμως, ας φερθούμε σαν να μην ήμασταν δούλοι του φθόνου.

Η εικόνα είναι του George Cordis

ΠΗΓΗ

http://alopsis.gr/

Εάν ετέραν ομολογήσομεν πίστιν, νοσούμεν απιστίαν της πίστεως



Εάν ετέραν ομολογήσομεν πίστιν, νοσούμεν απιστίαν της πίστεως
Η απολογία του αγίου Ιωσήφ, Πατριάρχου Κων/πόλεως, περί της ενώσεως των Εκκλησιών - Ιούνιος 1273

 ➥ Ἐκεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη.
 ➥ Ἐάν λοιπόν αὐτούς πού ὀρθοδοξοῦν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ ἑτερόδοξους πρέπει νά τούς ἀποβάλλουμε, πόσο μᾶλλον πρέπει νά ἀποφεύγουμε τούς Ἰταλούς… Πῶς θά ἀγκαλιάσουμε τούς μισητούς στό Θεό καί θά ἔλθουμε σέ κοινωνία μαζί τους; Οὐδαμῶς.
 ➥ Καί πῶς ἑτέραν ὁμολογήσομεν πίστιν,  εἰ μή προφανῶς νοσοῦμεν ἀπιστίαν τῆς πίστεως;
 ➥ Πρέπει ἀκόμα νά προσέξουμε αὐτούς πού προσποιῶνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά κοινωνοῦν με τούς ἑτερόφρονας, αὐτούς πρῶτα τούς κάνουμε ἐπίπληξι καί ἄν συνεχίζουν νά κοινωνοῦν ὄχι μόνον νά τούς ἔχουμε ἀκοινώνητους, ἀλλά οὔτε καί ἀδελφούς νά τούς ἀποκαλοῦμε.
  ➥  Η εἰρήνη  εἶναι καλή καί οὐδείς τήν ἀμφισβητεῖ, ἀλλά τότε “κρατύνεσθαι τό τῆς εἰρήνης ὄνομα καί πρᾶγμα, ὅταν μή ταῖς τῶν ἁγίων γνώμαις ἀντιταττώμεθα, μηδέ τοῖς ἐκείνων ἀντιπράττωμεν ὅροις”.


Στὴν δική μας ἐποχή, ἡ ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξη καθὼς τά προβλήματα πού ἔκαναν ἀναγκαῖα τήν σύνταξίν της εἶναι παρόμοια πρὸς τά δικά μας. Οἱ ἐνδοεκκλησιαστικές ἀντιπαλότητες, ἡ ὀξύτητα τῶν ἀντιπαραθέσεων, ἡ ἀφόρητη πίεσι ἐξωεκκλησιαστικῶν παραγόντων, τά ἐπιχειρήματα περί λόγων οἰκονομίας διά μίαν κοινὴν ἑνότητα, εἶναι λίγα ἀπό τά κοινά σημεῖα τῶν δύο ἐποχῶν.
   Πρός τά τέλη τοῦ 1272 εἶχε ἔρθει ἀντιπροσωπεία ἐκ τῆς Ρώμης, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἕνωσις Ρώμης καί νέας Ρώμης, πρέπει νά γίνη διά τῆς ἀποδοχῆς τῶν τριῶν «κεφαλαίων», δηλ. τήν ἀποδοχή τοῦ πάπα ὡς πρώτου ἀρχιερέως, τήν ἀποδοχή τῆς ἐκκλήτου καί τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματός του. Ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ἤθη καί ἔθιμα τῆς κάθε ἐκκλησίας, θά ἔμεναν ἀνέπαφα. Ἡ κάθε μία, θά κρατοῦσε τήν δική της παράδοσι.
    Ὁ Μιχαήλ Η Παλαιολόγος (1259-1282) ζήτησε τήν θεολογική γνώμη τῶν Ἀρχιερέων, τοῦ Πατριάρχου, πολλῶν μοναστικῶν κέντρων καί λογάδων κληρικῶν. Συγκάλεσε «Διάσκεψι» στήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν συμμετοχή τοῦ πατριάρχη Ἰωσήφ καί ἄλλων ἐπισκόπων. Στήν «Διάσκεψι» αὐτή ὁ αὐτοκράτορας ὑποστήριζε ὅτι οἱ διαφορές ἦσαν ἐπουσιώδεις. Ἡγέτης τῶν ἀνθενωτικῶν τότε ἦταν ὁ Ἰωάννης Βέκκος, ὁ ὁποῖος τόνισε, «ὀνομάζονταί τινες αἱρετικοί μή ὄντες τοιοῦτοι, ἄλλοι δέ εἰσί, καίπερ μή ὀνομαζόμενοι» (Γεωργ. Παχυμέρη, V, 12). Ἕνα ἀπό τά μοναστικά κέντρα πού ἀπάντησε πρός τόν αὐτοκράτορα, ἦταν καί τό Ἅγιον Ὄρος. (V. Laurent Darrouzes, Dossier Grecdel΄unionde Lyon, 1273-1277 Paris 1976, σελ. 377-403). Σέ αὐτή τήν «Διάσκεψι» ὁ πατριάρχης Ἰωσήφ ἔκανε ὅρκο ὅτι δέν θά ἀποδεχθῆ τήν ἕνωσι καθώς καί ὅλοι οἱv συνοδικοί. Ἡ «Διάσκεψις» ἀπέτυχε, ἀλλά ὁ αὐτοκράτωρ ἀπεδέχθη προσωπικά τήν λατινική Ὁμολογία πίστεως. Στή συνέχεια ἐκλήθη εἰδικά ὁ πατριάρχης Ἰωσήφ, ἀπό τόν αὐτοκράτορα, νά λάβη σαφῆ θέσι. Ὁ πατριάρχης υἱοθέτησε σέ συνεδρία τῆς Πατριαρχικῆς συνόδου τόν συνταχθέντα, ἀπό τόν μαθητή του Ἰώβ τόν Ἰασίτη, ἀντιρρητικό κατά τῶν λατίνων «τόμον» καί τόν ἀπέστειλε ὡς ἀπολογία του.
    Ὁ αὐτοκράτωρ ἀντέδρασε βίαια, ἀλλά ὁ πατριάρχης παρέμεινε ἀμετακίνητος, καί ἠρνεῖτο τήν ὁποιαδήποτε ὑποχώρησι στίς παπικές ἀξιώσεις. Πιεζόμενος δέ νά ὑποχωρήση γιά τήν ἐπικείμενη ἀποστολή ἀντιπροσωπείας στή σύνοδο τῆς Λυών, ἀναγκάσθηκε νά ἀποσυρθῆ στή μονή Περιβλέπτου (1274). Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ αὐτοκράτορα, τόν Ἰούλιο τοῦ 1274 στή Λυών, ὑπέγραψε τόν Ὅρκον πίστεως στήν ἕνωσι. Ὁ πατριάρχης Ἰωσήφ, ὡς μή δεχόμενος τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Λυών, δέν ἔγινε δεκτός γιά νά ἐπανέλθη στόν πατριαρχικό θρόνο. Ἡ πλειονότης τῆς συνόδου τῶν Ἀρχιερέων, δηλ. 28 Μητροπολίτες μέ τούς ὑποκειμένους ἐπισκόπους τους καί 9 Ἀρχιεπίσκοποι, πιεζομένη ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος ὑπέκυψε στό πρόσταγμά του καί ἐνέκρινε τήν ἕνωσι.
Στό συνοδικό γράμμα ἀνεφέρετο: «Ἐπειδήπερ ἅπαντες ἡμεῖς, εἰς ταὐτόν γνώμης γινόμενοι μετά τοῦ Θεοστεφοῦς καί κραταιοῦ ἁγίου ἡμῶν αὐθέντου καί βασιλέως, τήν εἰρήνην τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν, τῆς τε ἡμετέραςκαί τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, ὡς ἐπωφελῆ τε καί σωτήριον τῷ ἡμετέρῳ χριστιανικῷ πληρώματι κατεδεξάμεθα καί τήν ἕνωσιν ἤδη σύν Θεῷ ἐτελέσαμεν –ἐτελέσαμεν δέ ἐπί τούτοις τοῖς προσδιορισμοῖς· πρῶτον ἀρχιερέα καί ἡγεῖσθαι καί λέγειν τόν ἁγιώτατον πάπαν, εἶναι πρός αὐτόν ἔκκλητον ἐκ παντός ἐκκλησιαστικοῦ προσώπου ἀδικεῖσθαι τοῖς ἐνταῦθα δικαστηρίοις ὑπολαμβάνοντος, καί τρίτον ἀναφοράν ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ποιεῖσθαι...» (ὅπ. π. σελ. 321).
   Μάλιστα ἡ σύνοδος αὐτή ἔθεσε καί ἀπαγόρευσι, μετά τήν ὑπογραφεῖσα ἕνωσι νά ἀπαγορεύεται «…προφάσεις συμπλάττειν καί λόγους ἀνακινεῖν κακοτέχνως κατά τῆς τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς ἀποκαταστάσεως...» (ὅπ. π. σελ. 323). Ἀπαγορεύθηκε ἡ ὁποιαδήποτε διαμαρτυρία καί ἀπό τόν ὁποιοδήποτε, εἴτε λαϊκό, εἴτε κληρικό, διότι εἶναι ἐνάντια εἰς τό
κοινό καλό καί συμφέρον, καί ὑποκινεῖται ἀπό ματαιοδοξία. Ἐδέσμευσαν καί τούς ἑαυτούς των, ὅσοι συμμετεῖχαν σέ αὐτή τήν σύνοδο, γιά νά μήν ὑπάρξη περίπτωσι μετανοίας ἀρχιερέως. «Τόν τοιοῦτον ἅπαντες κοινῇ ψηφιζόμεθα αὐτοκατάκριτον εἶναι καί ἄνευ τοῦ συστῆναι ἐπ' αὐτῷ δικαστήριον, ὡς τῆς οἰκείας «ὑπογραφῆς ἀθετητήν» καί τό ἑαυτοῦ μέρος τόν τῆς εἰρήνης σύνδεσμον παραλύοντα… στερίσκεσθαι δέ πάσης ἀρχιερατικῆς καί ἱερατικῆς τιμῆς, ὡς ἄνθρωπον ταρακτήν καί τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ λυμεώνα» (ὅπ. π. σελ. 323).
   Πέραν ἀπό τούς ἑαυτούς των, ἐδέσμευσαν καί ὅλους τούς μελλοντικούς, «εἰς τό τῆς ἀρχιερωσύνης προβαίνειν ἀξίωμα καί οὕτως ἐγκαθίστασθαι εἰς ἀρχιερέα καί συντηρεῖν ταῦτα ἀμετακίνητα…» (ὅπ. π. σελ. 323).
    Ὁ διάδοχος τοῦ ὁμολογητοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ, ὁ Ἰωάννης Βέκκος, δημιούργησε μίαν λατινόφρονα καί φιλοπαπική παράδοσι στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία μέχρι καί σήμερα ταλαιπωρεῖ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.
Τό κείμενο τῆς ἀπολογίας τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ἁγιοπατερικό μνημεῖο πίστεως καί ὁμολογίας, τό πήραμε ἀπό τήν ἔκδοσι, πού ἤδη ἀναφέρθηκε, «DossierGrecdel’ uniondeLyon (1273-1277) – V. Laurent, et J. Darrouzes – Parris 1976, σελ. 135-301». Λόγω τῆς ἐκτάσεως τοῦ κειμένου, ἀνθολογήσαμε καίρια σημεῖα αὐτῆς καί τά διεσκευάσαμε καταλλήλως στή νεοελληνική. Οἱ ἀριθμοί πού ἀκολουθοῦν εἰς τά παρατιθέμενα αὐτούσια χωρία τῆς ἀπολογίας, παραπέμπουν στήν ἀρίθμησι τῆς ὡς ἄνω ἐκδόσεως.
--------------- .--------------- .------------
     «Κράτιστε, Θεόστεπτε, Θεοκυβέρνητε… βασιλεῦ» (σελ. 137).
    Μέ μίαν μακράν προσφώνησι εἰς τόν βασιλέα, κατά τόν συνήθη τρόπον τῆς ἐποχῆς, ἀρχίζει τόν λόγο του ὁ Πατριάρχης. Μετά ἐπικαλεῖται ἕνα χωρίον τῆς Γραφῆς: «Ζῶσαι ὡς ἀνήρ τήν ὀσφύν σου καί δός ἀπόκρισιν ἀνδρικήν» (Ἰώβ, 40,2). Ἀναφέρει ὅτι κατά προσταγήν τοῦ βασιλέως, πρέπει νά καταθέση τήν γνώμην του πρός τόν ἀποσταλέντα τόμο,  γιά τήν ζήτησι τῶν τριῶν κεφαλαίων. Δέν θά μιλήσει ἐξ ἑαυτοῦ, μέ λόγια δικά του,  ἀλλά θά λάβη τήν ἀφορμή καί τήν σύστασι τοῦ λόγου του ἀπό τά θεοπαράδοτα λόγια.  Δέν ἔρχεται σέ ἀντίρρησι μέ τόν βασιλικόν λόγον, ἀλλά «ὡς πρός τήν ὑπόθεσιν ἀντιτίτεσθαι» (σελ. 137).
  Εἰς τήν συνέχεια ἀναφέρει ὅτι οἱ πρό αὐτοῦ Πατέρες, ἐχρησιμοποίησαν μίαν «οἰκονομικήν σιωπήν» μέ τούς Ἰταλούς. Ἔκριναν, «μήθ' ὑποκύπτειν τούτοις πρός ἕνωσιν παντελῶς, ἵνα μή συγκατακριθῶμεν διά τό ἀδιάφορον τῆς ἑνότητος» μαζί τους, ἀλλά οὔτε «μήν ἀποβάλλειν παντάπασι τούτους καί ἀναθεματίζειν ὡς αἱρετίζοντας», ἐλπίζοντας εἰς μίαν ἐπιστροφήν τους πρός τήν ἀλήθειαν καί γιά νά μή τούς προκαλοῦμε «πρός ἄσπονδον ἔχθραν καί πόλεμον ἀδιάλλακτον» (σελ. 139).
    Εἰς τό σημεῖο αὐτό, παρενθετικῶς, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ἡ σύνοδος τῶν Βλαχερνῶν τό 1285, ἐπί Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Κυπρίου, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Ἰωάννην Βέκκον, ἀναθεμάτισε καί τούς παπικούς ὡς αἱρετικούς.
    Μέχρι τήν ἐποχή του, συνεχίζει ὁ Ἅγιος Ἰωσήφ, ὅσοι ἀπό τούς Ἰταλούς ὁμολογοῦσαν τήν ὀρθόδοξον πίστιν, «καί τό βάπτισμα δεχόμεθα τούτων καί τά νόμιμα συνοικέσια τῶν ἐξ ἀμφοῖν τοῖν γενοῖν γίνεσθαι οὐ κωλύομεν» (σελ. 139). Δηλαδή ἐδέχοντο, κατόπιν ὁμολογίας, τό βάπτισμα τῶν Ἰταλῶν –τό ράντισμα αὐτῶν εἰσήχθη ἀργότερα– καί τούς μικτούς γάμους μέ αὐτούς.  Ἐπίσης γινόντουσαν «παρ΄ εὐσεβῶν βασιλέων ἐν τοῖς τοιούτοις οἰκονομίαι». Δηλαδή, ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού δέν ἐτηρήθη ἡ «εἰρημένη ἀκρίβεια» σέ ἰδικές περιπτώσεις μερικῶν βασιλέων, ἀλλά τό σπάνιον δέν γίνεται νόμος διά τήν Ἐκκλησίαν, οὔτε μέ αὐτό ἀνατρέπονται αἱ ἐκκλησιαστικαί παραδόσεις. «Τίς γάρ ἀνάγκη διά τήν τῶν πολλῶν ἀδιαφορίαν συναδιαφορεῖν τόν τήν ἀκρίβειαν ἀσπαζόμενον;» (σ. 141).
    Μή, λοιπόν, ἀθετοῦμε «καί ἀναιρεῖν πατέρων θεσμούς». Μή μετακινοῦμε τά ὅρια πού μᾶς ἔθεσαν, διότι αὐτό εἶναι ἔργο ἀπιστίας καί ἀθετήσεως πρός τόν ἴδιον τόν Κύριον. «Ὁ γάρ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. 10.16). «Ἀθετεῖ δέ πάντως ὁ μή τοῖς δόγμασι στοιχῶν, ἀλλά πέρα προβαίνειν τῶν κειμένων ὅρων βουλόμενος» (σ. 141). Οἱ Ἰταλοί, ὅπως θα ἀποδείξη στὴ συνέχεια ὁ λόγος, κατεφρόνησαν τόν Θεόν, γι΄ αὐτό «καί τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρύττειν καί ἀναθεματίζειν τούτους… ἀποδιαστάντες αὐτῶν ὡς λοιμῶν» (σ. 141). Οἱ πρό ἐμοῦ Πατέρες «οὐχ ὑποβαλόντες δέ τούτους τῷ ἀναθέματι, καί μετριάσαντες μέν τήν τιμωρίαν αὐτοῖς δι΄ οἰκονομίαν», παρόλο πού ἦσαν ἄξιοι τοῦ ἀναθέματος «ὡς αἱρετίζοντες» (σ. 141).
    Ἔγινε ἐρώτησις καί ἀπαιτήθηκε ἀπό ἐμᾶς νά ἀναφέρουμε σέ ποιά τάξι ἔχουμε τούς Ἰταλούς, σύμφωνα μέ τή διαίρεσι τοῦ Μεγ. Βασιλείου γιά ὅσους ἐκπίπτουν ἀπό τό κοινό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Ὁ Ἅγιος τούς χωρίζει σέ αἱρετικούς, σχισματικούς καί παρασυναγωγές. «Οἴδαμεν γάρ τοῦτο καί προδιαγγέλομεν ὅτι ἐν τῇ πρώτη τάξει τῶν ἄνωθεν ἀπηριθμημένων, τῶν ἀποβάλλεσθαι δή παντάπασιν ἀξίων, καί οἱ Ἰταλοί τάττεσθαι καθεστήκασιν ἄξιοι» (σ. 143). Διότι, ὅποιος ἐκκλίνει ἔστω καί λίγο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, εἶναι αἱρετικός. Ὁ ἀνατρέπων τό εὐαγγέλιον «καί τοῖς ὅροις μή ἐμμένων τῆς πίστεως», ἀνήκει στήν μερίδα τῶν κακοδόξων.
     Πῶς ὅμως ἀνατρέπει τό Εὐαγγέλιον ὁ Ἰταλός, καί πώς ἀθετεῖ τούς ὅρους τῆς πίστεως; Ἄκουσε τόν Χρυσορρήμονα, ὅπου στήν πρώτη ὁμιλία του, στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, λέγει : «καί μικρόν παραποιηθέν, τό ὅλον λυμαίνεται… ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως κἄν τό βραχύτατον ἀνατρέψῃ τῷ παντί λυμαίνεται» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, P.G.61,622-623).
    Ἀμφιβάλλει κανείς διά τήν ἀποβολή τῶν Λατίνων; Μᾶς ζήτησαν, γιά νά ἔχουμε κοινωνία μαζί τους, νά παραχωρήσουμε τά πρωτεῖα στόν πάπα, νά τόν κάνουμε κριτή τῶν πάντων καί νά τόν συναριθμήσουμε στούς εὐσεβεῖς Ἀρχιποιμένες τοῦ Χριστοῦ μνημονεύοντας τό ὄνομά του. «Ὁ γάρ καταδεχόμενος ταῦτα οὐχ ὅπως κατάκριτος μόνον καί ἄθλιος διά τό τοῖς κανόσι μή πάντα ταῦτα δοκεῖν, ἀλλά καί τό εὐαγγέλιον συνανατρέπων Χριστοῦ οἷς τούς ἀθετητάς τούτου συμπαραδέχεται, βαρυτάτην ἑαυτῷ καί ἀπαραίτητον τήν κόλασιν προξενήσειεν» (σ. 145). Ὁ καταδεχόμενος, λοιπόν, τά τρία αὐτά κεφάλαια ἀποδέχεται τούς ἀθετοῦντας τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστο καταργεῖ τό Εὐαγγέλιον. Τόν νά ἀθετήσουμε κάτι ἀπ΄ ὅσα εἶναι στίς Γραφές, εἶναι ἔκπτωσις πίστεως. «Πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεόν οὐκ ἔχει» (Β΄ Ἰω. 9). Τό ὅτι δέν ἔμειναν στήν διδαχή τοῦ Χριστοῦ τό ἔθνος τῶν Λατίνων, τό δείχνει τρανῶς ἡ βλασφημία ποῦ πρόσθεσαν κατά τοῦ ἉγίουΠνεύματος. «Ἄραγε οἱ μή τηροῦντες τόν λόγον ὅν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶπεν οὐκ ἀγαπῶσιν αὐτόν˙ εἰ γάρ ἠγαπήκασι, καί τόν λόγον τούτου τετηρήκασιν ἄν» (σ. 151). Μέ αὐτούς τούς λόγους μου «Τό ζητούμενον ἀπεδείχθη». Τούς Ἰταλούς ἐγώ «καί μή ἀναθεματίζων γάρ ἀναθεματίζω, ὡς ἐδηλώθη, καί ἀναθεματίζων οὐκ ἀναθεματίζω. Πρός πρόσωπον γάρ τοῦτον τόν ἀναθεματισμόν οὐκ ἐκφωνῶ, τῇ οἰκονομία τῶν πατέρων ἀρκούμενος…» (σ. 153).
    Ἔρχομαι τώρα νά ἐκθέσω τί ὁμολογῶ διά τήν μακαρίαν καί ὑπερούσιον Τριάδα, ἀκολουθῶν τήν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά ἰδοῦμε ἀπό ἐδῶ σέ τί παρεκκλίνουν οἱ Ἰταλοί ἀπό τήν παράδοσι. Σέ ἐμᾶς πού εἴμαστε ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας, πιστεύεται ὅτι ὁ Θεός εἶναι δημιουργός τῶν ἁπάντων «ὅσα τε κατ΄ αἴσθησιν καί ὅσα τούς νοητούς διακόσμους πληροῦσι καί τήν φύσιν τήν ὑπερ κόσμιον». Πιστεύεται «ἕν τε καί τρία ὁ Θεός ἐστιν. .. Τριάς ἐν μονάδι καί ἐν Τριάδι μονάς, Θεός εἷς τά τρία καί Θεός οὐδέν ἧττον ἕκαστον τῶν τριῶν» (σ. 155). Διαιροῦνται οἱ συμφυεῖς καί ἀχώρισται ὑποστάσεις, μόνον κατ΄ ἐπίνοιαν. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον «τρεῖς ὑποστάσεις ἐν μιᾷ φύσει πρός μίαν ἀσύγχυτον συνάφειαν ἑνιζόμεναι, καί μία θεότης ἐν τρισί χαρακτῆρσιν ἀτμήτως πάντη καί ἀδιαιρέτως τήν διαίρεσιν ἔχουσα… (σ. 155).  Ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα, ἀναφέρονται εἰς μίαν ἀρχήν καί αἰτίαν, τόν Πατέρα, ἐκ τοῦ ὁποίου «ἀνάρχως καί ἀϊδίως καί ὑπέρ αἰτίαν καί λόγον, ὡς ἀκτῖνες δίδυμοι συνεξέλεμψαν, ὁ μέν γεννητῶς, τό δέ ἐκπορευτῶς, οὐ χρόνου τινός, οὐ τομῆς, οὐ πάθους κατά τήν ἄρρητον γέννησιν καί τήν ἀνέκφραστον ἐκπόρευσιν μεσιτεύσαντος» (σ. 157). Ἡ διαφορά τῶν ἰδιοτήτων εἶναι «παντάπασιν ἀνεπικοινώνητος».
    Ὁμολογώντας λοιπόν, τήν καλήν αὐτήν ὁμολογίαν, διαφεύγω ἀπό τήν «ἰουδαϊκήν πενίαν», διότι τά προσκηνούμενα εἶναι τρία, «εἰ καί ἕν τῇ φύσει». Ἐπίσης ἀποπέμπω καί τήν εἰδωλολατρικήν μυθολογία, διότι «εἰς μίαν ἀρχήν καί ἕν αἴτιον, τόν Πατέρα, τά ἐξ΄ αὐτοῦ ὑπερούσια φῶτα εὐσεβῶς ἀναφέρων, τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί τά τρία ἕν γινώσκω τῇ φύσει καί τῷ μοναδικῷ τῆς θελήσεως» (σ. 157). Οἱ Ἰταλοί ὅμως, λέγουν ἀσεβῶς ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε ὅτι ἕνα εἶναι καί ὄχι δύο, τό αἴτιον τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων. Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά ἀριθμήση τόν φόρτο τῶν πολλῶν ἀτοπημάτων πού γεννῶνται ἀπό αὐτό τό ψεῦδος; Συγχέει τίς ἰδιότητες τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων καί καταλύει τήν ἐπίγνωσι τῆς Τριάδος. Δυναμώνει καί πάλι τήν φλόγα τῆς ἑλληνικῆς πολυθεϊας, πού ἐδῶ καί πολλούς χρόνους  εἶχε σβησθεῖ, ἀποταμιεύοντας σέ ὅσους ἔτσι πιστεύουν «πῦρ ἄσβεστον» (σ. 159).
   Ὅσο ἀπαρνεῖται ὁ Ἰταλός τό Πνεῦμα καί τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἐκπόρευσι ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, καί τό θέτει σέ σχέσι μέ τόν Υἱό,  ἀθετεῖ τόν ἴδιο τόν Σωτήρα καί «τόν λόγον αὐτοῦ ὅν ἡμῖν αὐτολέκτως περί τοῦ Πνεύματος παραδέδωκεν, καί ὡς ἀθετητής  ἐμοί τῆς ὅλης Τριάδος καί λελόγισται καί μεμίσηται» (σ. 163). Γι΄αὐτό καί τίθεται ἀναντιρρήτως σέ ἀναθεματισμό ὑπό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Πῶς λοιπόν κάποιος θά ἀξιώση τήν οἱανδήποτε κοινωνίαν μαζί τους; Ἤ, θά συναριθμήση τήν μερίδα του μαζί μέ τούς Ἰταλούς; Οὐδείς, ἀπό ὅσους ποθοῦν νά εἶναι ἡ μερίδα τους μετά τοῦ Χριστοῦ.
    Ἐπειδή, ὅμως, ὁ τόμος τοῦ Βασιλέως ἀπό τήν ἀρχήν τοῦ προοιμίου «περί εἰρήνης διείληπται, καλόν ταύτην καί κοινωφελές φάσκων καί διά τοῦτο καί τήν μετά τῶν Ἰταλῶν καθολικήν εἰρήνην εἰσηγούμενος τε καί προτρεπόμενος ὡς ἀγαθόν τί…», πρός αὐτά καί ἡ δική μου μετριότης «μετά τῆς περί αὐτήν θείας καί ἱεράς ἀδελφότητος ποιήσεται τήν ἀπάντησιν» (σ. 169).
    Τό σημαινόμενον τῆς εἰρήνης δεν εἷναι ἁπλοῦν, οὔτε μονοειδές, ἀλλά ποικίλον καί πολυσχιδές. Συμμεταβάλλεται καί συμμορφώνεται προσαρμοζόμενον στή φύσι τῶν πραγμάτων. Ἡ εἰρήνη, ἐάν εἶναι κατά Θεόν, εἶναι ἀγαθόν, ἐάν δέν εἶναι κατά Θεόν εἶναι ὀλέθριον. Κατά Θεόν εἰρήνη ὑπάρχει ὅταν δέν ἀκολουθεῖ ἀθέτησις τῶν θείων νόμων καί διατάξεων. Κάνοντας εἰρήνη μετά τῶν Ἰταλῶν, εἰσπράττω ὡς ἀντάλλαγμα τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν μερίδα τῶν ἁγίων καί τήν ἀποστέρησι τῆς κοινωνίας μετ΄αὐτῶν. Διαχωρίζομαι «παρ΄ ὧν ἐγεννήθην. …ἀναγεννηθείς διά τοῦ λουτροῦ... παρ΄ ὧν Θεῷ συνηρμόσθην σύσσωμος τῷ Χριστῷ γεγονώς διά τῆς κοινωνίας τῶν θείων αὐτοῦ μυστηρίων ἅ σάρξ καί αἷμα τούτου καί λέγεται καί πιστεύεται, παρ΄ ὧν ἐμυήθην τό τῆς θεογνωσίας μυστήριον, παρ΄ ὧν τό τοῖς λειτουργοῖς Θεοῦ συντετάχθαι...» (σ. 171). Ἐάν ὅλα αὐτά ἀθετήσω, ἀδικῶ τόν ἑαυτόν μου καθιστώντας αὐτόν ἐλεεινόν. Μή λοιπόν, προτείνετε μόνον τό εἰρηνεύειν, ἀλλά νά προσέξετε τό «πῶς εἰρηνεύειν» καί ἐάν εἶναι κατ΄ ἐντολήν Θεοῦ. Δέν εἶναι πάντοτε ἡ ὁμόνοια καλό, διότι καί οἱ ληστές συμφωνοῦν καί ἔχουν ὁμόνοια. «Μή τοίνυν θορυβεῖσθε· ὅταν γάρ ἀποσχισθῇ τό χεῖρον, τότε λοιπόν τό κρεῖττον συνάπτεται τῷ οὐρανῷ» (σ. 177). Μήν ἐπιζητεῖτε ἁπλά καί μόνον τήν εἰρήνην μετά τῶν Ἰταλῶν, ἀλλά νά τήν προσδιορίσετε ἀκριβῶς.
    Ἐάν τήν θεωρεῖτε «κατά φύσιν», καί οἱ Λατίνοι ἄνθρωποι εἶναι ὅπως καί ἐμεῖς καί δέν ἐρχόμαστε σέ ρῆξι, ἀλλά ἐπικοινωνοῦμε σέ πολλά πράγματα ἀπ΄ ὅσα δέν παραβαίνετε ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας. Γιά παράδειγμα, συνδεόμαστε μέ τούς νόμους τῆς φιλίας καί ἔχουμε ἐμπορικές σχέσεις. Ἐάν ὅμως κάποιος μέ φιλόνεικη διάθεσι προβαίνει σέ κάτι πέρα ἀπό αὐτά ἀντιπροτείνοντας εἰρήνη, σέ αὐτούς τούς παρακεκινδυνευμένους λόγους πού ἐγκυμονοῦν ἀπώλεια ψυχῶν, τότε θά ἀντισταθοῦμε καί θά ἀποστραφοῦμε τήν συμβουλή ὡς ἐπιβλαβῆ. Διατί; Διότι οἱ ἅγιοι προτρέπουν, ὅτι καί αὐτούς ἀκόμα πού ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ αὐτούς πού δέν ἔχουν ὀρθή πίστι, νά ἀπέχετε ἀπό αὐτούς. Ἐάν λοιπόν αὐτούς πού ὀρθοδοξοῦν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ ἑτερόδοξους πρέπει νά τούς ἀποβάλλουμε, πόσο μᾶλλον πρέπει νά ἀποφεύγουμε τούς Ἰταλούς, πού τόλμησαν τήν βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Προσπερνάω τό θέμα τῶν Ἀρμενίων, μέ τούς ὁποίους οἱ Ἰταλοί ἔχουν κοινωνία καί ἀσπασμούς, λαμβάνοντας ἀπό αὐτούς τήν ὑποταγή, καί δέν τούς ἀποστρέφονται γιά τίς αἱρέσεις πού ἔχουν, οὔτε πάλι ὑπολογίζουν ὅτι ἔχουν ἀποβληθεῖ καί ἀναθεματισθεῖ ὑπό τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου.
    Ὡς πρός τό θέμα λοιπόν τῆς εἰρήνης μετά τῶν Ἰταλῶν, «…καί παρακαλοῦμεν καί ποθοῦμεν καί ἀξίωσιν προτεινόμεθα καί ἱκεσίας προβαλούμεθα, εἰ δοκεῖ, ἀλλ΄ὡς ἐνδέχεται, ἀλλ΄ὡς δύναται» (σ. 187). Εἶναι δυνατόν αὐτό νά γίνη ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν εἶναι «εὐαπόδεκτον τῷ Θεῷ». Ἀλλά πῶς θά γίνουν εὐαπόδεκτοι στόν Θεό ὅταν εἶναι εἰς Αὐτόν μισητοί; καί πῶς θά ἀγκαλιάσουμε τούς μισητούς στό Θεό καί θά ἔλθουμε σέ κοινωνία μαζί τους; «Οὐδαμῶς. Εἰ δυνατόν, τό ἐξ ἡμῶν...» (σ. 187).
     Οὐδέποτε ἐμεῖς δώσαμε κάποια ἀφορμή διενέξεως στόν μέγιστον πάπαν, οὔτε λεηλατήσαμε τίς χώρες του,  οὔτε κάναμε δική μας τήν δική του γῆ, οὔτε ξεριζώσαμε τά ἀμπέλια του, οὔτε κλέψαμε τούς ἵππους του,  οὔτε ληστέψαμε τά κοπάδια του. Οὐδέποτε προξενήσαμε σέ αὐτόν ἀπό πλεονεξία κάτι τό μικρό, ἤ τό μεγάλο. Ἐάν λοιπόν θέλη ὁ μέγιστος αὐτός, νά ἔχη πρός ἐμᾶς τήν ὅμοια εἰρήνη, ἄς καταπραΰνη τόν θυμό τῶν ὁμοφύλων του καί νά μή τούς σπρώχνη σέ πολέμους καί μάχες ἐναντίον μας. Ἐπειδή δέν παραχωροῦμε σέ αὐτόν νά ἐμπαίξη τά ἱερά μας, οὔτε ἀπομακρυνόμεθα τῶν ἀποστολικῶν καί πατρικῶν θεσμῶν πού μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ, θέλει νά μᾶς σφάξη καί σηκώνει ψηλά τό ξίφος κατά τῆς κεφαλῆς μας, χωρίς νά ὑπολογίζη τίποτε καί κανέναν. «Λίθον πάντα κινείτω, καί μηδέν τι παραλιμπανέτω τῶν ὅσα δύναται καθ΄ ἡμῶν. Ἔχομεν Θεόν, ὑπέρ οὗ καί δι΄ ὅν ἡ ἔχθρα· πολεμήσει ὑπέρ ἡμῶν καί ἡμᾶς ἀμερίμνους ποιήσειε» (σ. 187).
   Ὁ τόμος τοῦ Βασιλέως, προβάλλει τήν γνώμη ὅτι θά διατηρήσουμε ἀπαράτρωτον τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας, ὅπως περιέχεται στό ἅγιον σύμβολον καί ὅπως διδαχθήκαμε καί ὁμολογοῦμε. Ἐπίσης ὅτι θά διαφυλάξουμε τίς ἔγγραφες καί ἄγραφες παραδόσεις τῶν Πατέρων μας, πού παρελάβαμε ἀπό τίς ἅγιες ἑπτά οἰκουμενικές συνόδους καί ὅλες τίς ἔγκριτες τοπικές συνόδους. Οὐδεμία κατάκρισις –λέγει– θά ἐπακολουθήση σέ μᾶς, ἄν ὀνομάσουμε πρῶτον ἀρχιερέα τόν ἁγιώτατον πάπαν, ἄν τοῦ ἀποδώσουμε τήν ἔκκλητον καί ἄν μνημονεύουμε του ὀνόματός του στίς ἐκκλησίες μας κατά τήν λατρείαν τοῦ ἁγίου Θεοῦ μας.
    Εἰς αὐτούς τούς λόγους τοῦ βασιλέως,   ἐμεῖς λέγουμε, πῶς γίνεται νά εἰρηνεύση ὁ πάπας μέ τόσους πολέμους πού ἔχει κινήσει ἐναντίον μας; Αὐτό δέν τό ἔχει κάνει οὔτε σέ αὐτούς πού εἶναι ὑποτεταγμένοι σέ αὐτόν, πού ἔχουν τήν ἐκείνου θρησκείαν καί εἶναι ἀπό τό ἰδικόν του γένος. Διότι πολλούς ἀπό τούς ὁμοεθνεῖς του, δέν μπόρεσε νά τούς κάνη νά συνδιαλλαγοῦν καί νά ἀκολουθήσουν τήν δική του θέλησι. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά παράσχη εἰρήνη σέ μᾶς, πού δέν εἴμαστε ἀπό τήν δική του φυλή καί διαφέρουμε κατά πολύ ὡς πρός τήν κατάστασι τῆς θρησκείας;
   Ἐάν σέ αὐτά πού ζητεῖ ὁ βασιλεύς, ἡ συγκατάβασις εἶναι ἀναμάρτητος, ὅπως λέει, εἶναι ὡς νά ζητᾶμε ἀπό κάποιον νά τόν καρατομήσουμε καί νά τόν βεβαιώνουμε ὅτι δέν θά τοῦ προξενήσουμε ἄλλη βλάβη. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἄν παραδεχθοῦμε αὐτούς, ἀθετοῦμε τούς ἑαυτούς μας, τό βάπτισμα καί τήν πίστι πού  ὁμολογήσαμε. Διότι, καί αὐτό, τό νά ζητᾶ νά μεταβάλουμε κάτι ἀπό τίς  ἐκκλησιαστικές μας παραδόσεις,  εἶναι καθαρή παράβασις.
     «Τά ζητούμενα κεφάλαια τῷ μεγίστῳ πάπα δοθῆναι τρία μέν εἰσι τό δοκεῖν, ἕν δέ τά πάντα, εἴ τις σκοποίη κατά ἀλήθειαν» (σ. 199). Διότι ἐάν δοθῆ τό ἕνα ἀπό τά τρία, αὐτό φέρει μαζί του καί τά ἄλλα.  Ἐάν ἀναιρεθῆ τό ἕνα, αὐτό καταργεῖ καί τά ἄλλα. Ὁ πρῶτος τῆς κάθε ἐπαρχίας, ἔχει διορισθεῖ ἀπό τούς κανόνες νά ἔχη καί τήν ἔκκλητον, καί αὐτός πού ἔχει αὐτό ἐξ ἀνάγκης ἔχει καί τήν ἀναφορά στίς μυστικές εὐχές πρό τῶν ἄλλων, ὅταν ἐκφωνεῖτε ἡ προσφορά. Αὐτά εἶναι ἀλληλένδετα.
      Τό πρῶτο ζητούμενον κεφάλαιον εἶναι, νά ὀνομάζεται ἀπό ἐμᾶς ὁ  ἁγιώτατος πάπας πρῶτος ἀρχιερέας.  Ποῦ καί ἀπό ποιούς  ἀρχιερεῖς;  Στούς δικούς του καί ἀπό τούς δικούς του ἤδη ὀνομάζεται.  Σέ μᾶς καί ἀπό ἐμᾶς ἀπεδείξαμε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν. Ἐάν εἶναι ἄξιος καταποντισμοῦ, ὅπως λέγει ὁ Κύριος, «ὁ σκανδαλίσας ἕνα τῶν μικρῶν τούτων» (Ματθ. 18,6), δηλ. τῶν πιστῶν, μέ πόσους καταποντισμούς εἶναι ἄξιος, ὡς ὑποβρύχιος, αὐτός πού ἔχει κατασκανδαλήσει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Πώς γίνεται νά εἶναι αὐτός πρῶτος;
   Τό δεύτερον ζητούμενον κεφάλαιον, ὅσοι κρίνονται καί καταδικάζονται ἀπό ἐμᾶς, σέ ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις καί νομίζουν ὅτι ἀδικοῦνται, νά προστρέχουν εἰς αὐτόν καί νά ἔχη αὐτός τήν ἔκκλητον. Ἀλλά, μέ τήν ἀνατροπή τοῦ πρώτου κεφαλαίου ἀνατρέπεται καί αὐτό, πλήν ὅμως θά προσθέσω σέ αὐτά καί κάτι ἀκόμα. Εἶναι δυνατόν νά εὑρίσκουν τήν ἰατρειά τους οἱ ὑγιαίνοντες ἀπό τούς νοσοῦντας; Ἤ, οἱ βλέποντες ἀπό τούς τυφλούς; Πῶς εἶναι δυνατόν νά εὕρη τήν εὐλογία τῆς εὐθυδικίας ὁ  εὐσεβής ἀπό τούς διεστραμμένους;
     Τό τρίτον ζητούμενον κεφάλαιον, ὅτι δέν εἶναι πρός κατάκρισιν τό νά μνημονεύεται  ἀπό ἐμᾶς τό ὄνομά του στίς ἱερές ἀκολουθίες μας. Πῶς εἶναι δυνατόν, αὐτός πού ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι δέν ὀρθοφρονεῖ  νά συνταχθῆ μέ τούς ὀρθοφρονούντας; Ἀντιθέτως, δέν θά παραιτηθοῦμε εἰς τό νά τόν μνημονεύουμε ὅπως ἐπιστρέψη «καί μεταμαθεῖν τό καλόν» (σ. 203). Τό πρῶτο ὁδηγεῖ στήν αἰώνιο κατάκρισι, ἐνῶ τό δεύτερον δέν ἀντιβαίνει στούς θεσμούς καί στίς διατάξεις τοῦ Θεοῦ.
   Ἑπομένως, δέν εἶναι δίκαιον νά ὀνομάσωμεν πρῶτον εἰς τήν τάξιν τῆς ἱεραρχίας τόν πάπαν, οὔτε ὡς πατέρα, οὔτε ὡς ἀδελφόν, οὔτε κατ' ἄλλον τρόπον οἰκονομικῶς. Ὁ μέγας ἀσκητής καί μάρτυς Στέφανος, ὅπως ἀναφέρεται στόν βίον του, ὅταν τοῦ ἔδωσαν στά χέρια του τόν ψευδῆ τόμον τῶν κακοδόξων καί ἐδιάβασε τήν ἐπιγραφήν πού ἔλεγε, «ὅρος τῆς ἁγίας ἑβδόμης συνόδου», εἶπε: «Πῶς μπορεῖ νά λεχθῆ ὡς ἑβδόμη, ἐφ΄ ὅσον δέν ἀκολουθεῖ τίς ἕξι πρό αὐτῆς συνόδους; Κάθε τί πού εἶναι ἕβδομον, εἶναι ἕβδομον γιατί ἕπεται τοῦ ἕκτου, τοῦ πέμπτου μέχρι καί τοῦ πρώτου». Ἑπομένως καί τό δεύτερον εἶναι ἑπόμενον τοῦ πρώτου, γι΄ αὐτό καί εἶναι δεύτερον. Θά ἀκολουθήσω, λοιπόν, καί ἐγώ τίς ἀσέβειες τοῦ πάπα καί θά συμβλασφημήσω τό Πανάγιον Πνεῦμα,  θά «συναζυμοθυτήσω καί συντηρήσω τά σάββατα καί τό ὅλον εἰπεῖν συναθετήσω τῶν θείων πατέρων τάς παραδόσεις καί τά ἐντάλματα;» (σ. 207). Νά ἀνοίξει ἡ γῆ νά μέ καταπιῆ, ἐάν θελήσω τέτοιο πράγμα ποτέ.
     Ἐάν δώσουμε στόν πάπα τά πρεσβεῖα στήν δική μας ἱεραρχίαν,  δέν θά οἰκονομήσουμε τήν παῦσι τῆς ἀσεβείας, ἀλλά τήν στήριξιν αὐτῆς.  Ὄχι, τήν λύσι τῆς κακίας, ἀλλά τήν ἰσχυροτέραν βεβαίωσίν της.  Ἐάν  τώρα πού ἐλέγχεται ἀπό ἐμᾶς, ἐπιτιμᾶται, κατηγορεῖται καί πού παρακαλεῖται ὅπως ἐπιστρέψη γιατί ὀνομάζεται ἀπόβλητος, ὅλα αὐτά τά θεωρεῖ ὡς ἕνα μηδέν, καί κλωτσάει καί ἀντιλέγει, πώς γίνεται ὅταν καθίση ἐπάνω μας  μέ ἐξουσία ὡς δικαστής,  καί μᾶς ἔχει ὑποχείριους ἐμᾶς πού ἀντιδρούσαμε, πώς γίνεται –λέγω– νά μήν ἀνομήση περισσότερο,  νά  μήν ἀσεβήση καί νά μή διαπράξη χειρότερα;
     Λέγουν, ὅτι πρέπει νά τοῦ ἐμπιστευθῶ τήν ἐπιστασία τῆς ποίμνης καί νά καταδεχθῶ τά δευτερεῖα, μετά ἀπό αὐτόν δηλαδή. Δέν μέ ἀπασχολεῖ οὐδόλως τό πρωτεύειν, οὔτε ἔμαθα νά φιλονικῶ περί αὐτοῦ. Ἔχω μάθει ὅμως νά ἐκδιώκω τούς λύκους ἀπό τήν ποίμνη. Ἐάν δέ ἔρθουν εἰς τήν εὐσέβειαν, ὄχι μόνον τά πρωτεῖα θά παραχωρήσω στόν πάπα, ἀλλά καί μέ χαρά θά ἐξέλθω ἀπό αὐτόν τόν θρόνο, καί ἐάν θελήση θά ἀσπασθῶ καί τό κόκκινο πέδιλό του (σ. 213).
      Οἱ κανόνες θεσμοθετοῦν ὅτι ἕκαστος τῶν μεγάλων ἀρχιερέων ἔχει τήν ἔκκλητον στήν ἐπαρχίαν του καί δέν διορίζουν νά ὑποτάσσεται ὁ  ἕνας εἰς τόν ἄλλον, οὔτε νά ἐπεμβαίνη ὁ ἕνας στήν ἐπαρχία τοῦ ἄλλου. Ὁ καθένας νά διοικῆ τά καθ΄ ἑαυτόν καί νά ἀναγνωρίζεται ὡς κεφαλή εἰς τούς ὑπ΄ αὐτόν ἀρχιερεῖς, συναρμολογούμενος μέ τόν Χριστόν, ὡς κεφαλήν ὅλων. Νά ἐκλέγεται καί νά ψηφίζεται καί νά χειροτονεῖται ἀπό τούς ἀρχιερεῖς τῆς ἐπαρχίας, κατά τήν ἀνέκαθεν τάξιν καί παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας (κανών ΚΗ΄, Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου). Ἑπομένως δέν εἶναι πρῶτος ὁ πάπας, οὔτε ἔχει ὑποτεταγμένον κανένα πατριάρχην. Μή γένοιτο! Ἐάν θέλουμε νά μήν παραβαίνουμε τούς κανόνες, ὁ  πάπας οὔτε πρῶτος εἶναι, οὔτε καί ἔκκλητον ἔχει. Ὁ κανών «τῶν ἐξ Ἰταλίας μόνων τήν ἐξουσίαν τῷ πάπα δίδωσιν... ὅπου δ΄ ἄν οὗτοι καί τύχωσι διατρίβοντες...» (σ. 231) (κανών Α΄, τῆς ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου -879).
     Ὡς ἀνακεφαλαίωσι τοῦ λόγου.  Ἤ, θά εὐσεβήσουν οἱ Ἰταλοί καί θά τούς χαρίσουμε τά πάντα, ἀκόμα καί αὐτές τίς ψυχές μας –διότι δέν προτιμοῦμε τίποτε περισσότερο ἀπό τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν–, ἤ, νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό ἐμᾶς, διότι δέν δεχόμεθα τήν «ζύμην» αὐτῶν, ὡς φαρισαϊκήν, ὑπέρογκον καί ὑπερήφανον. «Οὐκ οἴδαμεν αὐτῶν τήν φωνήν, ἀλλοτρίαν τε οὖσαν καί τῆς τοῦ ἡμετέρου διδασκάλου καί σωτῆρος ἀντίθετον» (σ. 243).
«Ἀθετήσας τις νόμον Μωσέως, ἐπί δυσίν ἤ τρισί μάρτυσι χωρίς πάσης φιλανθρωπίας ἀποθνῄσκει καθά φησιν ὁ ἀπόστολος» (Ἑβρ. 10,28).
    Πόσων θανάτων εἶναι ἄξιος ὁ Ἰταλός πού ἔχει ἐκφαυλίσει τήν φωνήν τοῦ Σωτῆρος καί βλασφήμησε στό Πνεῦμα τό Ἅγιον; Καί αὐτό ὄχι μπροστά σέ δύο ἤ τρεῖς μάρτυρες, ἀλλά μέ ἀναίδεια κηρύττει τήν βλασφημία του ὡς σέ θέατρο, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου «καί πάντας ὑπαγαγεῖν πρός τό ἴσον τῆς ἀπωλείας βάραθρον μηχανώμενος» (σ. 243). Ὁ Ἰταλός ἀπέθανε καί χάθηκε, διότι δέν μετέχει τοῦ ἀληθινοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, ἕνεκα αὐτῆς τῆς βλασφημίας του. Δέν ἔχει τόν Ζῶντα Θεόν, ἐπειδή ἀρνήθηκε τήν διδαχή του καί πρόσθεσε τόν ἑαυτόν του «τῇ νομικῆ καί νεκρά λατρεία διά τῆς ἀζυμοθυσίας...» (σ. 243) Ἐμεῖς «Θεῷ λατρεύομεν ζῶντι, αὐτῷ μόνῳ προσκυνεῖν δεδιδάγμεθα, αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθεῖν. Εἶεν» (σ. 243).
      Ὅσον ἀφορᾶ τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος τοῦ πάπα, «εἴρηται μέν ἡμῖν ἀνωτέρω πολλάκις, καί ἀποφευκτέα καί ἀποτρόπαιος ἀποδέδεικται» (σ. 243), ἀλλά περί αὐτοῦ τοῦ ζητήματος θά ἀναφέρουμε λίγα λόγια ἀκόμη. Εὐχόμεθα «ὑπέρ βασιλέων καί πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων». Πολλές φορές αὐτοί εἶναι ἀσεβεῖς. Εὐχόμεθα, «τούς πεπλανημένους ἐπίστρεψον, τούς διασκορπισμένους ἐπισυνάγαγε».  Αὐτοί βέβαια εἶναι πλανεμένοι καί ὄχι ὀρθόδοξοι. Εὐχόμεθα «ὑπέρ παντός τοῦ στρατοπέδου». Μέσα στό στρατόπεδο δέν εἶναι μόνον εὐσεβεῖς, ἀλλά καί ἄπιστοι καί κακόπιστοι. Ὑπερευχόμεθα λοιπόν ὑπέρ πάντων, καί τῶν ἀπίστων ἀκόμη, τό ὁμολογῶ.  Οὔτε πάλι θά παραιτηθοῦμε ποτέ τῆς εὐχῆς ὑπέρ τῶν ἀσεβούντων, μή γένοιτο. Ἀλλά καί ποτέ δέν θά συνάψουμε μέ τούς εὐσεβεῖς, τούς μή εὐσεβεῖς, οὔτε θά πάψουμε νά διακρίνουμε ἀνάμεσα βεβήλου καί καθαροῦ, οὔτε θά μολύνουμε τήν Ἐκκλησία «διά τῆς αὐτῶν ζύμης» (σ. 247), τοῦ «αἰγυπτιακοῦ καί ἀθέου φυράματος» αὐτῶν. Ἀπαιτεῖ ὁ βασιλεύς νά γίνεται δέησις ὑπέρ τοῦ πάπα, «ὅ ζητεῖ, ἔχει λαβών καί πρό τῆς αἰτήσεως... καί ἔστι καί γίνεται· καί οὗτος γάρ ἐκ τοῦ κόσμου, καί οὗτος πεπλάνηται» (σ. 245).
     Ἑπομένως, δέν θά ὑποκύψω στόν πάπα,  οὔτε θά τόν συντάξω μαζί μέ μένα καί μέ ὅλους τούς ἁγιωτάτους πατριάρχας. Οὔτε καί τό μνημόσυνον αὐτοῦ θά ἀποδεχθῶ, ὄχι ὅτι ἐγώ εἶμαι ἀκατάδεκτος, ἀλλά διότι ἐκεῖνος εἶναι «ἀθετητής καί ψευδάδελφος» (σ. 249). Δέν θά τόν προσφωνήσω ὡς πρῶτον τῶν ἱερέων τοῦ Θεοῦ, οὔτε ὡς ἡγεμόνα τῶν ψυχῶν πού ἔχουν νυμφευθεῖ τόν Θεό διά τῆς πίστεως. «Τούς περί τήν ὁμολογίαν σφαλέντας καί τούς λοιπούς σκανδαλίζοντας, χρεών ἀποκόπτειν καί ἀπορρίπτειν μακράν, μηδέν αὐτοῖς κοινωνοῦντας, ἵνα μή σύν αὐτοῖς ἐν γεέννῃ κατακριθῶμεν καί ἐκπέσωμεν τῆς βασιλείας...» (σ. 249). «Πρῶτον γάρ ἐκφωνοῦντος τοῦ τήν θυσίαν τελεταρχοῦντος τό τοῦ οἰκείου ἀρχιερέως ὄνομα καί χαρισθῆναι τοῦτον τῇ ἐκκλησία σῶον, ἔντιμον, ὑγιῆ, μακροημερεύοντα, «ὀρθοτομοῦντα τον λόγον τῆς ἀληθείας», οὕτως ὁ διάκονος τήν τῶν ἁγίων πατριαρχῶν ἀπαρίθμησιν ἐκφωνεῖ, ὡς ὀρθοτομούντων δηλαδή τόν λόγον τῆς ἀληθείας καί ταυτογνωμονούντων τῷ τήν θυσίαν προσφέροντι» (σ. 251). Ἤ, λοιπόν δεῖξε μου τόν πάπα νά ὀρθοτομῇ τόν ὑγιαίνοντα λόγον, καί τότε θά τόν συντάξω μέ τούς ὁμοίους, ἤ ἄφησε νά προσφέρετε ἀκατάκριτος ἡ ἀληθινή λατρεία στόν Θεόν. Ἐσεῖς ζητεῖτε, ὄχι νά εὐχόμεθα  ὑπέρ τοῦ πάπα, ἀλλά διά τοῦ μνημοσύνου νά τόν συντάξωμεν μέ τούς εὐσεβεῖς ἀρχιποιμένας. Αὐτό πώς θά γίνη δέν γνωρίζω, διότι εἶναι «τῇ φύσει μαχόμενον». Δέν γίνεται ἡ ἴδια πηγή νά βγάζη καί ἁλμυρό καί πόσιμο νερό, οὔτε καί ἡ Ἐκκλησία νά διδάσκη δύο ἀντίθετα δόγματα. Ὅποιος μνημονεύει τόν πάπα ὡς ἀρχιερέα, ἤ τοῦ προσφέρει τήν ἔκκλητον, ἤ τόν ἀναγνωρίζει ὡς πρῶτον,  εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἐκτελῆ καί ὅλον τόν λατινισμόν, νά ἑορτάζη Ἰουδαϊκῶς, νά δέχεται τά ἄζυμα καί νά μεταλαμβάνη ἀπό αὐτά,  νά σαββατίζη καί νά περιφρονῆ τήν νηστεία, καί γιά νά φθάσω στόν κολοφῶνα τῶν κακῶν, νά βλασφημῆ ἀθέως εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. «Ἴδε, ἐγώ μετά Παύλου λέγω ὅτι, ἐάν συγκαταβῆτε Λατίνοις, Χριστός ὑμᾶς οὐδέν ὠφελήσει» (σ. 253). Μαρτύρομαι, λοιπόν, καί ἐγώ ὅτι ὅποιος συγκαταβαίνει σέ κάτι ἀπό αὐτά πού ζητάει ὁ πάπας «ὀφειλέτης ἐστί πάντα τά ἔθη καί πᾶσαν παράβασιν λατινικήν διαπράττεσθαι καί ὅτι κατήργηται ἀπό Χριστοῦ ὁ τοιοῦτος καί ἐκπίπτει τῆς χάριτος» (σ. 253).
   Μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ὅταν γάρ τί καινόν ἐπεισενεχθῆ, ἀεί καινοτομίας τίκτει· καί ἄπειρος ἡ πλάνη τοῦ ἐξελθόντος τόν λιμένα τόν εὔδιον καί οὐδαμοῦ ἵσταται. Ἐπί πλεῖον προκόψουσιν ἀσεβείας καί ο λόγος αὐτῶν  ὡς γάγγραινα νομήν ἕξει· ἀκάθεκτον γάρ τό κακόν...» (Ἁγ.  Ἰω. Χρυσοστόμου, Ἐπιστολή πρός Τιμόθεον, P.G, 62,626). Ἐγώ θά προσθέσω κάτι σύντομο καί ἁπλό. Ἐάν δέν ἔχουμε τήν βέβαιη πληροφορία στίς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐάν δέν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν πίστι μας, ἐάν θεωροῦμε μάταιο τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα, ἐάν τά μυστήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας πολιτείας διαφέρουν ἀπό τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί μᾶς ἀποπλανοῦν, τότε ἄς δεχθοῦμε τούς Ἰταλούς καί ἄς πράξουμε αὐτά πού εἶναι σέ αὐτούς εὐάρεστα. Ἐάν ὅμως δέν θέλουμε ὅλα αὐτά, οὔτε κἄν νά τά ἀκούσωμε, ἄς ἀναπηδήσουμε φεύγοντες ὡς ἀπό φίδια. «Αὐτούς γάρ καί φιλοῦμεν καί ὡς μέλη σεσηπότα πενθοῦμεν καί τήν ἴασιν αὐτοῖς ἐπευχόμεθα » (σ. 257).
    «Τί οὖν; Ἆρ' ἐν γωνίᾳ ὁ πάπας καί ὑπ΄ ὀδόντα καί μόνοις ψιθυρισμοῖς τήν αἵρεσιν καινοτομεῖ τήν κατά τοῦ Πνεύματος, ἤ παρρησία κηρύττει καί ἀνερυθριάστως καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, μηδέν τι δεδοικώς μηδ΄ ὑποστελλόμενος;» (σ. 261). Ὁ πάπας με ἀναίδεια «καθ΄ ὑπερβολήν εἰς ὑπερβολήν» κηρύττει τήν αἵρεσιν. Πρίν λίγο καιρό ἔστειλε πρός τόν κράτιστον καί ἅγιον μου αὐτοκράτορα,   γραφές μέ λόγους θεολογικούς.
     Στή συνέχεια τῶν γραφῶν βλασφημεῖ εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί μέ θρασύτητα «ἀποτετόλμηκε τήν φωνήν· Εἰ γοῦν ὁμολογήσετε τήν ἄνωθεν εἰρημένην πίστιν, ἑτοίμως ἔχομεν δέξασθαι ὑμᾶς» (σ. 263). «Ὦ γῆ καί ἥλιε καί Θεοῦ προφῆται καί μύσται καί οἰκονόμοι καί πατέρων θεία πληθύς καί διδασκάλων ὁμήγυρις –καλῶ γάρ ὑμᾶς εἰς κοινόν θέατρον–, οἵαν συνέλαβε καί ἔτεκε βλασφημίαν "ὁ εἰς τό ὕψος ἀδικίαν λαλήσας" ὁ νοῦς ὁ ὑψηλός, ὁ Ἀσσύριος... Ἔστι δέ ἄλλη πίστις ὀρθῶς ἔχουσα παρά τήν παραδεδομένην ἡμῖν, εἰς ἥν ὡμολογήσαμεν, εἰς ἥν ἐβαπτίσθημεν καί τῆς προπατορικῆς κατάρας ἠλευθερώθημεν; Μή γένοιτο. Καί πῶς ἑτέραν ὁμολογήσομεν πίστιν, εἰ μή προφανῶς νοσοῦμεν ἀπιστίαν τῆς πίστεως;  Ὁρᾶτε ὅπως οὐ μόνον γυμνῇ τῇ κεφαλῇ κηρύττει τήν αἵρεσιν, ἀλλά καί ἀθέτησιν τῆς ἡμῶν καταφρυάττεται πίστεως...» (σ. 263).
   Μή ξεχνᾶμε ἀκόμη, ὅτι ὁ πάπας ἔχει ἀποβληθεῖ καί ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, μέ τήν κοινή ψῆφο ὅλων τῶν πατριαρχῶν. Τῆς πατριαρχικῆς αὐτῆς Συνόδου «παρῆν μέν ὁ Κηρουλάριος... παρῆν καί ὁ Ἀντιοχείας καί ὁ Βουλγαρίας καί ὁ Κύπρου... ὁ Ἀλεξανδρείας καί ὁ Ἱεροσολύμων ἀπῆσαν μέν, ἀλλ΄ οὐκ ἐστασίασαν, ἀπεδέξαντο δέ μᾶλλον τά περί τοῦ πάπα ὁρισθέντα καί κατεδέξαντο καί ὁμογνώμονες καί σύμψηφοι ἐπί τῇ τούτου ἀποβολῇ ἐχρημάτισαν...» (σ. 267). Ποιός τώρα, ἀπό τούς τέσσερεις ἁγιώτατους πατριάρχας ἀνέχεται νά ἔχη ὡς κοινωνόν τόν πάπαν; Ἤ, νά τόν συναριθμῆ στούς ἀρχιερεῖς; «Ἐκβεβλημένος δέ καί ὁ πάπας ἐδείχθη, καί πῶς τοῦτον ἀδελφόν καί συλλειτουργόν ὀνομάσαιμι;» (σ. 267). Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἐν Ἐφέσῳ εἶναι ἡ Τρίτη οἰκουμενική σύνοδος, ὅπου δέν ἦσαν ὅλοι παρόντες ἐκ τῶν μεγάλων ἀρχιερέων, καί μάλιστα μερικοί ἀπό τούς ἀπόντες πῆραν ἀρνητική θέσι, πολύ περισσότερο αὐτή ἡ σύνοδος πού ἀπέβαλε τόν πάπα ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι οἰκουμενική καί ἀνεπίληπτος. Τό ὅτι ἀπουσίαζαν μερικοί μεγάλοι ἀρχιερεῖς, συνέβη καί στίς δύο συνόδους. Σέ αὐτή τή σύνοδο κατά τοῦ πάπα ἔχουμε τό περισσόν, ὅτι δέν πῆραν ἀρνητική θέσι οἱ ἀπόντες, οὔτε ἔκαναν μάχη πρός τή σύνοδο. Ἑπομένως «παρ΄ οἰκουμενικῆς συνοδικῆς διαγνώσεως διά τό ταυτόγνωμον καί σύμψηφον πάντων ὁ  πάπας τῆς ἐκκλησίας ἀπεσφενδόνηται...» (σ. 267).
  Πολλοί ἀναφέρουν ὅτι προκύπτουν λόγοι οἰκονομίας, προβάλλοντες μάλιστα μεγάλον ὄγκον ἐπιχειρημάτων. Τούς ἐρωτῶ ὅμως, ὁ Κύριος ποιούς οἰκονόμους μακαρίζει; Αὐτούς πού ἁπλά οἰκονομοῦν; Ἤ, τούς πιστούς καί φρονίμους; Φανερόν εἶναι ὅτι τούς δευτέρους. Δέν πρέπει νά κάνουμε παράβασι τῶν διατεταγμένων γιά λόγους οἰκονομίας, διότι ἡ παράβασις εἶναι γνώρισμα ἀπιστίας καί ὄχι πίστεως. Ἡ οἰκονομία δέν ταυτίζεται μέ τήν παρανομία. Δέν εἶναι οἰκονομία ὅταν παραχωρεῖς συμβιβασμούς στούς Ἰταλούς, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν.
    Ὁ μέγας Βασίλειος σέ μία ἐπιστολή του λέγει, ὅτι πρέπει νά καταρτιζώμασθε διά τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, «αἵ οὔτε καιροῖς οὔτε περιστάσεσιν ἀνθρωπίνων πραγμάτων συμεταβάλλονται... (Μ. Βασιλείου, ἐπιστ. 244, P.G. 32,921 §8). Ἴσως κάποιος νά μᾶς κατηγορήση ὅτι δείχνουμε ἔλλειψι συμπαθείας καί ὅτι ἔχουμε μνησικακία. «Ὑπερεύχεσθαι γάρ τοῦ πάπα εἰς τό ἐπιστρέψαι οὐ παραιτούμεθα,  οὐδέ διψῶμεν τήν ἀπώλειαν αὐτοῦ, μή γένοιτο» (σ. 277). Τόν Ἰταλόν πολύ εὐχαρίστως θά τόν παραδεχθῶ καί θά τόν κάνω κοινωνόν μου, ἐάν ὀμολογήση τήν πίστι σέ ὅλες τίς πρό ἐμοῦ ἁγίας συνόδους, καί ὅταν ἀπαρνηθῆ ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἐάν θελήσουμε νά γίνη ἕνωσις, θά γίνη σέ ὅσα δέν βλάπτονται ψυχές καί σέ ὅσα δέν κινδυνεύουμε νά χωρισθοῦμε ἀπό τόν Θεό. Δυστυχῶς ὅμως «οὐδέ καί Τριάς κηρύττεται τοῖς Λατίνοις... οὐδέ τόν ὅρον ἀπαραλύμαντον τετηρήκασι  καί τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως· βοᾶ γάρ πρός τοῦτο ἡ κατά τοῦ Πνεύματος βλασφημία, ἥν ἐν τῇ ὁμολογίᾳ προσέθεντο» (σ. 281).
    Κυριεύεται ἡ ψυχή μου ἀπό φρίκη ἀκούγωντας τά λόγια τοῦ θαυμαστοῦ Ἱερεμία, τοῦ ἡγιασμένου ἐκ κοιλίας  μητρός. «Ποιμένες ἠφρονεύσαντο, καί τόν Κύριον οὐκ ἐξεζήτησαν. Ὤ, οἱ ποιμένες οἱ ἀπολλύντες καί διασκορπίζοντες τά πρόβατα τῆς νομῆς μου· διά τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ἐπί τούς ποιμαίνοντας τόν λαόν μου... ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ὑμῶν εἰς σφαγήν» (Ιερεμ. 10,21-25). Γι΄ αὐτό ἐσεῖς, ὁ λαός μου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποίαν ἐνυμφεύθη ὁ Χριστός ὡς νύμφη ἄμωμον καί ἀμίαντον, «φυλάξασθε ἀπό τοῦ μιάσματος τούτου, παρακαλῶ, τοῦ τῶν Ἰταλῶν· μή προσάψωμεν ἑαυτοῖς τόν ἐκ τούτων μιασμόν καί ἀποστραφῇ ἡμᾶς ὁ τῶν ψυχῶν νυμφίος καί αἰωνίως καταισχυνώμεθα» (σ. 289).
     Ἡ εἰρήνη εἶναι καλή καί οὐδείς τήν ἀμφισβητεῖ, ἀλλά τότε «κρατύνεσθαι τό τῆς εἰρήνης ὄνομα καί πρᾶγμα, ὅταν μή ταῖς τῶν ἁγίων γνώμαις ἀντιταττώμεθα, μηδέ τοῖς ἐκείνων ἀντιπράττωμεν ὅροις» (σ.291). Πρέπει ἀκόμα νά προσέξουμε αὐτούς πού προσποιῶνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά κοινωνοῦν με τούς ἑτερόφρονας, αὐτούς πρῶτα τούς κάνουμε ἐπίπληξι καί ἄν συνεχίζουν νά κοινωνοῦν ὄχι μόνον νά τούς ἔχουμε ἀκοινώνητους, ἀλλά οὔτε καί ἀδελφούς νά τούς ἀποκαλοῦμε. Γι΄ αὐτό σᾶς παρακαλῶ, ὅλους ὅσους ἐπιποθεῖτε νά κληρονομήσετε τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νά μήν ὑποκύψετε σέ αὐτά τά ζητήματα πού ἀναφέραμε, διότι «εἰς παντελῆ λατινισμόν εἰσάγουσιν ἡμᾶς» (σ. 291). Αὐτός πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη.
    «Οὐκ ἔχουσιν τοίνυν ἀπολογίαν οἱ Ἰταλοί εὔλογον περί τῆς ἑαυτῶν  πλάνης· αὐτοί γάρ ἑαυτοῖς πλάνη καί ἀπώλεια γεγόνασι, καί οὐ μόνον εἰς τό Πνεῦμα βλασφημοῦσι τό Ἅγιον, ἀλλά καί πᾶσαν ἀσέβειαν κατεργάζονται» (σ. 297-299). Μή μολυνθοῦμε ἀπό τήν κοινωνία μαζί τους, οὔτε νά μετάσχουμε στήν λοιμική νόσο τους καί τήν ψώρα πού ἔχουν. Νά φυλάξουμε τούς ἑαυτούς μας μέ κάθε τρόπο καί τελείως νά ἀπέχουμε ἀπό τήν μερίδα τους. «Μή μέντοι ὡς ἐχθρούς αὐτούς ἡγητέον, μηδέ μισητέον, εἰ καί αὐτοί καθ΄ ἡμῶν ἀεί λυσσῶσι καί μαίνονται» (σ. 299). Κάποτε ἦσαν ἀδελφοί μας, διότι εἶχαν ἀναγεννηθεῖ ἀπό τήν ἴδια κολυμβήθρα τοῦ Θείου Βαπτίσματος. Παρ΄ ὅλο ὅμως πού ψωρίασαν καί ἀσθενοῦν καί ἐπιμένουν στή νόσο, δέν εἶναι ἄξιοι νά τούς μισοῦμε, ἀλλά μᾶλλον νά τούς ἐλεοῦμε, νά τούς ἀγαποῦμε καί νά ἀναφέρουμε εὐχάς ὑπέρ αὐτῶν συνεχῶς, ἐλπίζοντες νά τούς ἐπισκεφθῆ κάποτε ὁ Θεός καί νά ἐπιστρέψουν, νά τούς χαρίση τήν ὑγεία, νά σταματήση  ἡ σῆψις, νά τούς ἀπαλλάξη ἀπό τήν μανία καί νά τούς ἀποκαταστήση ὡς μέλη ἄμωμα τῆς ἁγίας Αὐτοῦ καί καθολικῆς Ἐκκλησίας.
    Τά ἔγραψα ὅλα αὐτά πρός ἀπολογίαν «τοῦ δοθέντος λόγου καί παραίνεσιν πατρικήν» (σ. 299), συλλέξας λίγα ἐκ τῶν πολλῶν. «Τό μέν διά τήν σήν θείαν καί σεπτήν κέλευσιν –πρός σέ γάρ ὁ λόγος τήν ἐπιστροφήν ἤδη ποιεῖται, κράτιστε καί ἅγιε καί θεοφρούρητε καί θεόστεπτε αὐτοκράτορ μου–, τό δέ διά τήν ἀνατεθειμένην ἡμῖν ἐκ Θεοῦ ἐνοχήν καί τό χρέος τό ἀπαραίτητον» (σ. 299).
--------------- ----------------
      Ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ «διῴκησε τήν ἐκκλησίαν μέχρι τοῦ Μαΐου 1275, ὅτε μή δυνάμενος ἐπί πλέον νά ὑπομείνῃ τήν ἐν τῷ ὀρθοδόξῳ δόγματι ἐμμονήν τοῦ πατριάρχου ὁ λατινόφρων αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ὁ Παλαιολόγος, ἀπεμάκρυνεν ἀπό τοῦ θρόνου...» (Μανουήλ Γεδεών, Πατριαρχικοί πίνακες, Ἀθῆναι 1996², σελ. 286). Μετά τήν ἔκδοσι τῆς ἀπολογίας του (Ἰούνιος 1273) περιορίσθηκε στήν Μονήν τῆς Περιβλέπτου. Τόν Μάϊο τοῦ 1275, μέ τήν ἐκλογή τοῦ Ἰωάννου Βέκκου, ἐξορίσθηκε στό φρούριο τῆς ἐν Χιλῇ τοῦ Εὐξείνου  Πόντου.
       Ὁ Ἰωάννης Βέκκος πατριάρχευσε ἀπό 26 Μαΐου 1275 μέχρι 26 Δεκεμβρίου 1282. Μετά τήν ἐκλογή του ἐπεκύρωσε τήν ἕνωσι πού εἶχε γίνει στή Λυών τό 1274, καί τήν εἶχαν ὑπογράψει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορα. Ὁ νέος πατριάρχης εἶχε ὡς ἀποστολή νά ἐπιβάλη τήν βούλησι τοῦ αὐτοκράτορα για τήν ἕνωσι, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς, γι΄ αὐτό καί «πάντα ἦν  αὐτός τῷ βασιλεῖ καί γλῶσσα καί χείρ καί κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου καί λέγων καί γράφων καί δογματίζων…». Ὁ Βέκκος ἐδίωξε ἀπηνῶς κάθε ὀρθόδοξον πού ἀντιδροῦσε στήν ἕνωσι, μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Μιχαήλ τοῦ Παλαιολόγου τό 1282. Στή συνέχεια, ταραττομένης τῆς Ἐκκλησίας, ὁ νέος αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος κατεβίβασε ἐκ τοῦ θρόνου τόν Ἰωάννη Βέκκο καί τόν περιώρισε στήν Μονή τῆς Παναχράντου. Τότε, μετά τήν ἀποχώρησι τοῦ λατινόφρονος ἔγιναν θυρανοίξια καί ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας «ἐπλήσθη πᾶσα δι΄ ἁγιασμοῦ, πρόστωα κατά ἐξώστωα, ἀναστήματά τε καί κίονες, ἀλλά καί τίμιαι εἰκόνες τοῦ μέγιστου νεώ διά τῆς τοῦ ὕδατος ἐπιρραντίσεως ἡγιάζοντο· διείρχετο τοίνυν τυφλῷ παιδί χειροκρατούμενος, ὁ Γαλακτίων καί ἐπεῤῥάντιζε» (Μ. Γεδεών, ὅπ. π., σελ. 289). Ὁ Ἱερομόναχος Γαλακτίων ὁ Γαλησιώτης εἶχε τυφλωθεῖ ὑπό τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου, διότι τόν εἶχε ἐλέγξει ὡς «χρώμενον ἀζύμοις», δηλ. ὅτι κοινωνοῦσε μέ τούς αἱρετικούς λατίνους. Ἐπανῆλθε τότε στόν πατριαρχικό θρόνο ὁ ὁμολογητής πατριάρχης ἅγιος Ἰωσήφ, ὅπου μετά τρεῖς μήνας ἀπεβίωσε. Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γεραίρει τήν μνήμη του στίς 30 Ὀκτωβρίου. «Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ὁ θεός, ἐλέησον ἡμᾶς καί ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ νῦν πειρασμοῦ».

Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης Καθηγητής Ἀθωνιάδος Σχολῆς
 Ἰούνιος 2017, Ἐτήσιος μνήμη τῆς ἐν Κολυμπαρίῳ Κρήτης ἀντορθοδόξου συνόδου
πηγή

https://paterikiparadosi.blogspot.gr/2017/08/blog-post_28.html

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Ποιος ήταν ο γέροντας Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας


Ο Γέρων Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης γεννήθηκε στο χωριό Ρεΐζ- Δερέ της επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας το 1871 από φτωχούς και ευσεβείς γονείς

Από μικρός δοκίμασε την φτώχεια ενώ πολύ λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή της μικρής του ηλικίας. Η μητέρα τον οδήγησε στην Ορθοδοξία καθώς από αυτήν έμαθε τους βίους των αγίων, την νηστεία, την προσευχή και την αγάπη προς τον Θεό.
Λέγεται πως δύο φορές τον θεράπευσε ο Άγιος Δημήτριος καθώς ξεπέρασε ασθένειες παραμένοντας νηστευτής για 40 μέρες μέσα στο ναό του Αγίου.
Η κοίμηση του ήλθε στις 6 Ιανουαρίου 1957 ενώ ο άγιος Γέροντας προείδε και προμήνυσε σε πολλούς με διάφορους τρόπους την κοίμηση του.
Ο Ιερομόναχος Μύρων Σιμωνοπετρίτης μιλά για τον άγιο Γέροντα Ιερώνυμο

Ποιος ήταν ο γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης, ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας


Ο Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης για το 666 και τον Αντίχριστο
Ο Γέροντας Δανιήλ γεννήθηκε στην Σμύρνη το ίδιο έτος με τον άγιο Νεκτάριο (1846). Το κατά κόσμον όνομα του ήταν Δημήτριος Δημητριάδης. Ήταν ο μικρότερος γιος μιας ευσεβούς, πολύτεκνης οικογένειας και αριστούχος της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης.

Έχοντας διακαή πόθο να μονάσει έφυγε σε νεαρή ηλικία (19 ετών) από την οικογένεια του και επισκέφθηκε στην αρχή, μετά από συμβουλή του Αγιοταφίτη πνευματικού του, διάφορα μοναστήρια στην Πελοπόννησο και στα νησιά (Ύδρα, Τήνο, Πάρο, Ικαρία), όπου γνώρισε σπουδαίους και φημισμένους για την αγιότητα τους Γέροντες.
Ο σοφός και διακριτικός αγιορείτης Γέροντας
Αποφασιστική ήταν η συνάντηση του στην Πάρο με τον πνευματικό Αρσένιο, τον όσιο Αρσένιο της Πάρου, ο όποιος στην παράκληση του νεαρού Δημητρίου να μείνει και να ασκητεύσει κοντά του, του συνέστησε να μεταβεί στο περιώνυμο τότε και ακμάζον κοινόβιο του αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος. Προέβλεψε μάλιστα προφητικά ότι θα πεθάνει στις υπώρειες του Άθω. Υπακούοντας στον όσιο Αρσένιο κοινοβίασε στην Ιερά Μονή του Άγιου Παντελεήμονος όπου εκάρη μοναχός το 1866, απολαμβάνοντας μεγάλη αγάπη και εκτίμηση από τον ΄Ελληνα ηγούμενο της Μονής και τους άλλους, κατά πλειοψηφία ΄Ελληνες μοναχούς, αλλά και από της πλευράς των Ρώσων μοναχών πού αποτελούσαν τότε την μειοψηφία.
Οι φιλονικίες πού ξέσπασαν μέσα στην Μονή από τις προσπάθειες των Ρώσων μοναχών να ελέγξουν την διοίκηση της Μονής (1874-1875) είχαν σαν συνέπεια να δοκιμασθεί σκληρά ο μοναχός Δανιήλ, ο όποιος την περίοδο αυτή ως γραμματέας της Μονής γνώριζε καλά τις επιδιώξεις και τα σχέδια των Ρώσων, τα όποια όμως δυστυχώς δεν μπόρεσε να αποτρέψει. Αντίθετα, αντί να επαινεθεί για τους αγώνες του αυτούς, τιμωρήθηκε και εξορίστηκε για ένα δίμηνο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Είχαν σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, με εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Γέροντας Δανιήλ με έναν ακόμη ΄Ελληνα μοναχό και δυο Ρώσους, για να εκθέσουν εκεί εκ μέρους των δύο πλευρών τα της διενέξεως. Το Πατριαρχείο, υπακούοντας τότε στις ανάγκες των καιρών, δικαίωσε τους Ρώσους.

 άγιος Αρσένιος της Πάρου
Ο άγιος Αρσένιος της Πάρου ήταν αυτός πού προέτρεψε τον Γέροντα Δανιήλ να άσκητεύσει στην Ι. Μ. Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος. Πρόβλεψε μάλιστα δτι θα πεθάνει στις υπώρειες του Άθω.
Για να κατασιγάσει δε η ταραχή μέσα στην ελληνική αδελφότητα, έστειλε με συνοδεία τους δυο ΄Ελληνες μοναχούς στον τότε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ, τον μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, με εντολή να τους εξορίσει στα Μετέωρα. Ο μητροπολίτης είδε το άδικο αυτής της αντιμετωπίσεως και είπε τα έξης, όπως διασώζει ο ίδιος ο Γέροντας Δανιήλ στην γνωστή Ιστορική Μελέτη πού συνέγραψε για την αναφυείσα διαφορά μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων μοναχών: «Εγώ την πράξιν της Εκκλησίας την θεωρώ άγαν άδικον και όλως άστοργον και κατά τούτο πολύ μέμφομαι τον Πατριάρχη και μολονότι τον έχω Γέροντα πλην εις την πράξιν ταύτην διαφωνώ και ας όψεται!». Σύμφωνα δε με άλλη πηγή πρόσθεσε και τα έξης: «Εσέ, παιδί μου, έπρεπε η Εκκλησία να σε στεφάνωση με κλάδον ελαίας και όχι να σε στείλη εξορίαν». Από συμπάθεια ο μητροπολίτης τους πρότεινε αντί των Μετεώρων να επιλέξουν ανάμεσα στην Μονή Βλατάδων της Θεσσαλονίκης και στην παρά τα Βασιλικά Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας.
Ο Γέροντας Δανιήλ προτίμησε την Αγία Αναστασία, και πάρα την μικρή παραμονή του εκεί, ωφέλησε πνευματικά την αδελφότητα της Μονής, ιδιαίτερα ως προς την εφαρμογή αυστηρού αγιορείτικου τυπικού στην νηστεία και στις ακολουθίες, και κέρδισε την αγάπη όλων. Εφόσον είχε επιτευχθεί η εκρώσσιση της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος και είχε επικυρωθεί με Πατριαρχικό Σιγίλλιο η εκλογή του Ρώσου Ηγουμένου Μακαρίου, ανακλήθηκε η εξορία του μονάχου Δανιήλ. Βέβαια αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να επανέλθει στο Άγιον Όρος, αλλ’ όχι και στην Μονή της μετανοίας του. Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος παρέμεινε για πέντε περίπου χρόνια στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Εκεί συνέβη και η θαυματουργική θεραπεία του από τον φοβερό κολικό του νεφρού πού τον ταλαιπωρούσε συχνά. Την ήμερα πού το μοναστήρι γιόρταζε την εορτή της Αγίας Ζώνης (31 Αυγούστου), θεραπεύτηκε ξαφνικά και η θεραπεία του ήταν οριστική. Κατά το διάστημα της πενταετούς παραμονής του στο Βατοπαίδι, ανέλαβε το αρχονταρίκι της Μονής πού το οργάνωσε κατά κοινοβιακό τρόπο, ακόμη και με ανάγνωση πατερικών κειμένων πού τα διάβαζε ο ίδιος. Στάλθηκε από την Μονή Βατοπαιδίου στην πατρίδα του, την Σμύρνη, για να διευθετήσει υποθέσεις του εκεί μετοχίου της Μονής. Παρέμεινε στην Σμύρνη εννέα μήνες και τόσο πολύ εκτιμήθηκε από τον τότε μητροπολίτη Σμύρνης Μελέτιο, ώστε του έγινε η πρόταση να μείνει εκεί και να χειροτονηθεί επίσκοπος βοηθός του.
Ησυχαστής στα Κατουνάκια: «Ησυχαστής εστίν τύπος Αγγέλου επίγειος»
Ο Γέροντας Δανιήλ όμως αρνήθηκε και επέστρεψε στο Άγιο Όρος όπου, εκπληρώνοντας την επιθυμία του για πραγματική ησυχία και μόνωση, έστησε το 1881, στην έρημο του Άγιου Όρους, στα Κατουνάκια, πάνω από τα φρικτά Καρούλια, την ασκητική του φωλιά, στον απαραμύθητο και σκληρό σαν τους βράχους του, αγιασμένο όμως από τα ασκητικά παλαίσματα και ευλογημένο αυτό τόπο, ο όποιος επί εκατόν είκοσι δύο χρόνια τώρα (1881-2003) και εβδομήντα τέσσερα από την κοίμηση του (1929-2003) διατηρεί ζωντανή την παρουσία του αγιασμένου μέσα στους ασκητικούς αγώνες και φωτισμένου από την Χάρη του Άγιου Πνεύματος Κατουνακιώτη ασκητή.

Κατουνάκια
Το 1881 ο Γέροντας Δανιήλ έστησε στα Κατουνάκια την καλύβη του, η οποία υπήρξε το θεμέλιο για το σημερινό ησυχαστήριο της αδελφότητας των Δανιηλαίων. Στην φωτογραφία άποψη του ησυχαστηρίου.
Ήδη ενώ ζούσε ακόμη στην λιτή και πενιχρή στην αρχή καλύβη του, διευρυμένη αργότερα για να φιλοξενεί τους διερχόμενους προσκυνητές, είχε επιβληθεί στην συνείδηση των Αγιορειτών Πατέρων ως κανών και γνώμων Ορθοδοξίας, ως ασφαλές κριτήριο για την διάγνωση των πλανών με τις όποιες ο «δολομήτης Σατάν», όπως έλεγε, παρέσυρε και προχωρημένους ακόμη μοναχούς. Κατέληξε να είναι ο εκφραστής της αυτοσυνειδησίας του Άγιου Όρους, ο υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, την γνώμη του όποιου, ως εγγύηση Ορθοδοξίας, ζητούσαν από τον κόσμο με ερωτήματα και επιστολές αγωνιώντες για την αποστασία και τις παρεκκλίσεις ορθόδοξοι πιστοί. Πάμπολλες πραγματείες και μελέτες και εκατοντάδες επιστολών του Γέροντα Δανιήλ αντιμετωπίζουν συνετά και φωτισμένα, με άφθονη και πλούσια πάντοτε πατερική κατοχύρωση, σοβαρά πνευματικά και θεολογικά ζητήματα, τον Μακρακισμό και τους οπαδούς του, τα οικουμενικά ανοίγματα προς τους ετεροδόξους, τους εχθρούς του μοναχικού βίου και των ορθοδόξων παραδόσεων, τους Προτεστάντες Καλαποθακιστές, τους πλανεμένους οραματιστές, τους νεωτερίζοντες λαϊκούς θεολόγους των πανεπιστημίων και των οργανώσεων. Συγχρόνως οί μοναστικές πραγματείες του -μία από τις όποιες μάλιστα γράφτηκε μετά από παράκληση του άγιου Νεκταρίου για την γυναικεία μοναστική αδελφότητα της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος Αιγίνης- απόσταγμα της πολύχρονης ασκητικής εμπειρίας του και της μεγάλης του αγάπης προς τα φιλοκαλικά κείμενα, παρουσιάζουν τον Μοναχισμό ως γνήσιο αποστολικό βίο και ευσύνοπτα εκθέτουν τα βασικά γνωρίσματα, τις βασικές αρχές της μοναστικής βιοτής. Όταν τις διεξέρχεται κανείς, σκέπτεται ότι θα μπορούσαν και σήμερα πού ο μοναχισμός, ιδιαίτερα ο γυναικείος, γνωρίζει ελπιδοφόρα άνθηση, εκδιδόμενες σε εύχρηστα τεύχη, να βοηθήσουν στην οργάνωση της ζωής και στην πνευματική προκοπή παλαιών και νέων αδελφοτήτων.
Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης κοσμήθηκε από τον Θεό πλούσια με τα χαρίσματα του διδασκάλου της πνευματικής ζωής και της διακρίσεως των πνευμάτων, της διακρίσεως ανάμεσα στην αλήθεια και στην πλάνη• ήταν κατ’ εξοχήν διακριτικός Γέροντας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καταξιωμένοι Γέροντες και πνευματικοί, όπως ο Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, του ζητούσαν συμβουλές και κατευθύνσεις για την άσκηση του έργου του πνευματικού, όπως φαίνεται από επιστολές του Γέροντα Φιλόθεου, πού σώζονται στο αρχείο του ησυχαστηρίου, όπως και από επιστολή του Γέροντα Δανιήλ προς τον Φιλόθεο Ζερβάκο πού στάλθηκε τον Ιανουάριο του 1913. Επικοινωνία με τον Γέροντα Δανιήλ είχε επίσης και ο γνωστός Γέροντας της Πάτμου, Αμφιλόχιος Μακρής. Σώζεται επιστολή του Γέροντα Δανιήλ προς τον Γέροντα Αμφιλόχιο με προσφωνηματική επιγραφή «Τω εριτίμω φίλω Αμφιλόχιω Μοναχώ τώ έν τη κατά Πάτμον Ιερά Μονή του όσιου Χριστοδούλου ησυχάζοντι». Ο Γέροντας Αμφιλόχιος είχε γνωρίσει μάλιστα προσωπικά τον Γέροντα Δανιήλ, όπως γράφει η τελευταία εκτενής και συγκροτημένη βιογραφία του: «Περιήλθεν όλα τα μοναστήρια και τάς σκήτας, εγνώρισεν άγιους άνδρας, όπως τον Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτην και άλλους, έκ των οποίων τα μέγιστα ωφελήθη».
Τα ελάχιστα αυτά και πενιχρά λόγια για τον μεγάλο αγιορείτη Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη υπομνηματίζουν και συμπληρώνουν κατάλληλα μερικές από τις πολλές μαρτυρίες προσώπων πού τον γνώρισαν και τον έζησαν. Ο μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο άλλος μετά τον Παπαδιαμάντη άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων, ήταν το πνευματικό τέκνο του Γέροντος Δανιήλ, από το πρόσωπο και τις διδαχές του όποιου τόσο πολύ εντυπωσιάσθηκε, ώστε εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Ανδρόνικος στον Ιερό Ναό των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου στις 16 Σεπτεμβρίου του 1929. Νωρίτερα έγινε μοναχή η γυναίκα του Βασιλική με το μοναχικό όνομα Αθανασία, η οποία μόνασε στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κεχροβούνι της Τήνου, όπου ηγουμένευε η ονομαστή για την οσιότητά της Γερόντισσα Θεοδοσία, πνευματικό και αυτή τέκνο του Γέροντα Δανιήλ. Σώζεται λόγος του Γέροντα Δανιήλ «Εις την κατάθεσιν των τιμίων λειψάνων της αειμνήστου Αθανασίας Μοναχής», πού αναγνώσθηκε στην Ιερά Μονή του Κεχροβουνίου της Τήνου, από τον όποιον προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία για τον πνευματικό δεσμό πού συνέδεε τον Γέροντα Δανιήλ με αμφότερα τα μέλη της συζυγίας, αλλά και για τον σπουδαίο ρόλο της Βασιλικής στον σωστό και απλανή πνευματικό προσανατολισμό του Αλεξάνδρου.
Ήταν λοιπόν αποφασιστική για τον μεγάλο Σκιαθίτη λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και την γυναίκα του η επικοινωνία τους με τον Γέροντα Δανιήλ, ώστε να ζήσουν κατόπιν στον κόσμο όχι απλώς ως κοσμοκαλόγεροι, αλλά να γίνουν πράγματι μοναχοί και να αξιωθούν να φορέσουν το αγγελικό σχήμα ως Ανδρόνικος και Αθανασία. Συνέβαλαν μάλιστα και οί δυο πολύ στην ανάπτυξη της επικοινωνίας και στην αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ του άγιου Νεκταρίου και του Γέροντα Δανιήλ. Η σύζυγος μάλιστα του Μωραϊτίδη άνηκε στον κύκλο των γυναικών, οί όποιες βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση του άγιου Νεκταρίου κατά την διάρκεια της Σχολαρχίας του στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Υπάρχουν εντυπωσιακές μαρτυρίες του ίδιου του Μωραϊτίδη για την εντύπωση πού του προκάλεσαν η πρώτη του γνωριμία με τον Γέροντα, οί νυκτερινές συζητήσεις στην απλωταριά του κελλιού στα Κατουνάκια, η γενική εκτίμηση και αποδοχή του διακριτικού Γέροντα από τους αγιορείτες. Οι μαρτυρίες αυτές προέρχονται όλες από το γνωστό έργο του Μωραϊτίδη «Με του βοριά τα κύματα».
Ο σοφός και διακριτικός αγιορείτης Γέροντας
Αποκαλυπτικές μαρτυρίες για τον Γέροντα Δανιήλ από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη
Γράφει για την πρώτη τους γνωριμία: «Εκεί πρωτοείδα τον γέρο-Δανιήλ, συστάσεων δεν είχον ανάγκην… ώστε ο Γέρων Δανιήλ μόλις ήκουσε το όνομα μου έδειξεν ειλικρινή χαράν, ωσάν να έβλεπεν αρχαίον τινά μαθητή ν του, και δεν ήξευρε, καθώς λέγει ο λόγος, πώς να με περιποιηθή οικειότερον, όσον το δυνατόν. Σμυρναίος, διαβασμένος, ασκητικώτατος, με την οσιακήν του ωχρόλαμπρον αίγλην της μορφής του, με την μιξοπόλιον γενειάδα του, με την υπόξανθον κόμην του και τους γλαυκούς πως οφθαλμούς του•λόγιος και ομιλητικώτατος. Κοινοβιάσας κατ’ αρχάς εις μεγάλας μονάς, αλλά ολιγοστά έτη προ της γνωριμίας μας αποσυρθείς εις Κατουνάκια προς μείζονα ησυχίαν, έν η όντως παράγεται το γλυκύτατον της ασκήσεως μέλι, ού την ηδύτητα γνωρίζουσι μόνον όσοι το εγεύθησαν… Εκεί κατά πρώτον εξετίμησα την χάριν, την διάκρισιν, αλλά και την ταπείνωσιν του Γέροντος Δανιήλ, όστις, σημειωθείτω, έχει διέλθει όλην την σειρά των γραμμάτων των άγιων Πατέρων, αλλά και την σειράν των συγγραμμάτων των λεγομένων Νηπτικών, ών η ανάγνωσις βαθύτερον τον ελκύει, αρεσκόμενον εις τάς αλληγορίας και τάς λοιπός καλλονάς των λόγων των τοιούτων Πατέρων, π.χ. Ιωάννου της Κλίμακος και Συμεών του Νέου του Θεολόγου. Ο Γέρων Δανιήλ, ως αντελήφθην αμέσως, μελετηρότατος και ομιλητικώτατος, διακριτικώτατος δε εις το άκρον, όπου αν εκοινοβίασεν εν Άθωνι απέκτησε ταχέως την αγάπην και συμπάθειαν των αδελφών, ου η γνώμη επί των πνευματικών ζητημάτων βαρύνει πολύ, πάρα πολύ».
Σε ένα άλλο σημείο γράφει για την έλξη και επίδραση πού ασκούσε εντός και εκτός του Αγίου Όρους: «Πρωτοστατεί δε έν τη ιστορία πλέον των Κατουνακίων ο Γέρων Δανιήλ ο Σμυρναίος, κατά το έτος 1881 εγκατασταθείς ενταύθα. Ούτος στολισμένος με την χάριν του λόγου και με την φυσικήν τινά γλυκύτητα της ομιλίας του, φιλομαθής και μελετηρός, ως είπομεν, έχων δε εις έπακρον το αίσθημα της φιλαλληλίας και τρέφων τον πόθον να φανή ψυχωφελής εις τον πλησίον, ήρχισε να συγκεντρώνη περί εαυτόν μέγαν ευλαβών προσκυνητών κύκλον… Μολονότι δε δεν έχει το αξίωμα του ιερέως, όμως κοσμείται με πλούσιον το χάρισμα της διακρίσεως, επαναπαύων τους εξομολογούμενους εις αυτόν και ζητούντας την συμβουλήν του επί διαφόρων ζητημάτων. Το όνομα του είναι γνωστόν εις τε την Σμύρνην, και τάς Αθήνας μάλιστα, και αλλαχού της Ελλάδος, όπου μακροσκελείς επιστολάς στέλλει προς πάμπολλα πνευματικά τέκνα του, ακούραστος έν τη πνευματική ταύτη εργασία του, η όποια καθιστά αυτόν όντως αξιοθαύμαστον».
Συχνά αναπολεί ο Μωραϊτίδης το περιβάλλον της καλύβης του Γέροντα στα Κατουνάκια: «Αφού εδειπνήσαμε έν τη πενιχρά της καλύβης τραπέζη απολαυστικώτατα, διότι η Κυρία Θεοτόκος ευλόγησε τα παρατεθέντα λιτά βρώματα, και έγιναν γλυκύτατα, εξήλθομεν και εκαθήσαμεν εις το ύπαιθρον έξω επί πέτρινων αναπαυστικών καθισμάτων, έμπροσθεν της μικράς αιθούσης της φιλοξενίας, να λάβωμεν τα επιδόρπια, άτινα ήσαν λόγοι αποστάζοντες ουράνιον γλυκασμόν, του Γέροντος Δανιήλ λόγοι. Εκεί διήλθομεν μακράς ώρας συνομιλούντες, έχοντες κατενώπιον ημών τον λαμπυρίζοντα πόντον… ένα θέαμα μαγευτικώτατον, μίαν σκηνή ν από τάς πλέον θαυμαστός της Δημιουργίας…».
Επαναλαμβάνοντας δε και συμπληρώνοντας καταλλήλως τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος αναπολούσε επίσης τις γλυκείες κατανυκτικές στιγμές πού έζησε στο ησυχαστήριο του Πόντου μαζί με τον Μ. Βασίλειο και τους άλλους αδελφούς, γράφει ο Μωραϊτίδης για το ησυχαστήριο του Γέροντα Δανιήλ στα Κατουνάκια: «Ποιος ημπορεί να με επαναφέρη εις τον μήνα των παρελθουσών εκείνων ημερών; Ποιος πλέον να μου δώση τάς ψαλμωδίας εκείνας και τάς αγρυπνίας και τάς προς Θεόν εκδημίας διά μέσου της προσευχής, και την άϋλον τρόπον τινά ζωή, όπου επερνούσαμεν τότε εις τα Κατουνάκια; Ποιος να παραστήση την φιλοπονίαν μας διά την εξήγησιν των θείων λόγων κατά τάς αναγνώσεις οπού εκάμνομεν, ιδίως τον Συμεών τον Νέον Θεολόγον; Ποιος να παραστήση τάς καθημερινός εργασίας μας και τα εργόχειρα μας; Ποιος δεν ενθυμείται την δροσεράν εκείνην απλωταριάν, όπου εκάθητο την νύκτα ουχί πολυκτήμων και πολύχρυσος πυργοδεσπότης, αλλά μοναχός κατακουρασμένος; … Εγώ δεν ελπίζω να σας ξαναΐδω πλέον, ω ερημικά, ω εράσμια, ω παμπόθητα, ω πανέρημα Κατουνάκια!…».
Οι συζητήσεις αυτές του Γέροντα Δανιήλ δεν έμοιαζαν καθόλου με τις φλύαρες και άσκοπες αργολογίες για ασήμαντα και επουσιώδη θέματα, πού σπαταλούν τον πολύτιμο για την σωτηρία χρόνο και συνήθως συνδυάζονται με κατακρίσεις προσώπων και εγωπαθείς αναφορές. Απέβλεπαν στην πνευματική ωφέλεια των συζητούντων, στην τόνωση της διαθέσεως για μετάνοια, ταπείνωση και επιστροφή. Είναι συγκλονιστική η τελευταία σχετική μαρτυρία του Μωραϊτίδη: «Όταν βγήκα στα Καρούλια – Κατουνάκια, ενόμισα ότι έφθασα εις τον Θεόν. Αλλ’ όταν συνομίλησα μετά του Γέροντος Δανιήλ είπον: »Τώρα είδον πόσον μακράν είμαι από τον Θεόν»».
Βίοι Παράλληλοι και η μέσω επιστολών, επικοινωνία μεταξύ δύο οσιακών μορφών
Παραλληλίζοντας τις δύο μεγάλες οσιακές μορφές του αιώνα μας, τον άγιο Νεκτάριο και τον Γέροντα Δανιήλ, προκύπτουν πολλά όμοια στοιχεία στην ζωή και στο έργο τους, μέσα ασφαλώς στην διαφορότητα και ιδιαιτερότητα των χαρισμάτων με τα όποια τους προίκισε η Χάρη του Θεού: γεννήθηκαν και οί δύο το ίδιο έτος, 1846. Πατρίδες και των δυο είναι ευλογημένοι τόποι της Ανατολής, η Σηλύβρια της Θράκης του άγιου Νεκταρίου, η ξακουστή Σμύρνη, η ιστορική μητρόπολη της Μικρασίας, του Γέροντα Δανιήλ. Και οί δυο ήταν παιδιά πολύτεκνων οικογενειών. Δαψιλής παιδεία και ακαταπόνητη διά βίου μελέτη. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο άγιος Νεκτάριος, αριστούχος πτυχιούχος της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης ο Γέροντας Δανιήλ. Στροφή προς τον μοναχισμό και την άσκηση. Σε ηλικία τριάντα ετών ο άγιος Νεκτάριος κείρεται μοναχός (1876) στην Νέα Μονή της Χίου. Ο Γέροντας Δανιήλ εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Άγιου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους σε ηλικία 20 περίπου ετών (1866). Διώξεις, θλίψεις και ταλαιπωρίες για τις όποιες έπαιρναν θάρρος από την μεγάλη ευλάβεια και αγάπη πού είχαν στο πρόσωπο της Παναγίας. Ο άγιος Νεκτάριος έτρεφε μεγάλη αγάπη προς το Άγιον Όρος. Αυτό φαίνεται και από την επιστολή του προς τον Γέροντα Δανιήλ, με την όποια του ανακοινώνει την πρόθεση του να αγοράσει κάποιο κελλί στο Άγιον Όρος, για να εγκαταστήσει αρχικά εκεί τα πνευματικά του τέκνα, πού ήθελαν να μονάσουν και στην συνέχεια, όταν απαλλαγεί από τις φροντίδες της Μονής στην Αίγινα, να μεταβαίνει και ο ίδιος στο Άγιον Όρος και να μένει για κάποιο διάστημα «πρός πνευματικήν αναψυχήν». Αυτά έγραφε το 1913. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, το 1898, είχε επισκεφθή για πρώτη και μοναδική φορά το Άγιον Όρος.
Πρώτος γράφει επιστολή ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος με δισταγμό και σεβασμό προς τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως τον Μάρτιο του 1903. Στην απόφαση του να γράψει ενισχύθηκε από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, κοινό γνωστό αμφοτέρων, ο όποιος διαβεβαίωσε τον Γέροντα Δανιήλ ότι τυγχάνει ιδιαιτέρας συμπάθειας έκ μέρους του Μητροπολίτου Πενταπόλεως. Ο άγιος Νεκτάριος απήντησε αμέσως μέσα στον ίδιο μήνα, τον Μάρτιο του 1903, με μία θαυμάσια επιστολή, ένα πνευματικότατο όντως και φιλοσοφικότατο κείμενο, στο όποιο αναπτύσσει την θέση ότι οί δοκιμασίες και οί θλίψεις οφείλονται στην αγάπη του Θεού και βοηθούν να φθάσει κανείς ασφαλέστερα στην πνευματική τελείωση. Μεσολάβησε ένα μικρό διάστημα διακοπής της επικοινωνίας. Την άρχή έκανε πάλι πρώτος ο Γέροντας Δανιήλ, ο όποιος τον Δεκέμβριο του 1907 γράφει προς τον άγιο Νεκτάριο ζητώντας να του σταλούν βιβλία του και συγχαίροντας για την ίδρυση του Ιερού Φροντιστηρίου, της Ιεράς δηλαδή γυναικείας Μονής της Άγιας Τριάδος στην Αίγινα. Η επιστολή αυτή του Γέροντα Δανιήλ δεν σώζεται. Μαθαίνουμε όμως το περιεχόμενο της από το δεύτερο γράμμα του άγιου Νεκταρίου πού στέλνεται στον Γέροντα Δανιήλ τον Ιανουάριο του 1908. Σε αυτήν την επιστολή ο άγιος Νεκτάριος παρακαλεί τον Γέροντα να βοηθήσει πνευματικά τις μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος γράφοντας σχετικό πνευματικό έργο. Μέσα στο ίδιο έτος, τον Ιούλιο του 1908, αποστέλλει πράγματι ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος προς την ηγουμένη Ξένη και την αδελφότητα, τον αιτηθέντα λόγο. Αμέσως μετά την παραλαβή της ασκητικής πραγματείας του Γέροντα Δανιήλ, ο άγιος Νεκτάριος απήντησε ευχαριστώντας. Δεν σώζεται ολόκληρη αυτή η επιστολή.
Η επόμενη επικοινωνία τους γίνεται μερικά χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1913. Την πρωτοβουλία έχει τώρα ο άγιος Νεκτάριος, ο όποιος παίρνοντας θάρρος, όπως γράφει, από την αγάπη του Γέροντα Δανιήλ του αναθέτει να επιτελέσει έργο πού επιθυμούσε πολύ. Να αγοράσει δηλαδή για λογαριασμό του ένα κελλί στο Όρος. Ο Γέροντας Δανιήλ άπαντα αμέσως (Σεπτέμβριος του 1913), η απάντηση του όμως είναι αρνητική, ασφαλώς με βάση πραγματικές και αντικειμενικές δυσκολίες πού εμπόδιζαν την περίοδο εκείνη την εκπλήρωση της ωραίας και συγκινητικής πράγματι επιθυμίας του αγίου Νεκταρίου να αποκτήσει κελλί στο Άγιον Όρος για τα πνευματικά του παιδιά και τον ίδιο.
Η επόμενη, τελευταία, επικοινωνία τους έγινε με πρωτοβουλία του Γέροντα Δανιήλ, ο οποίος έστειλε ευγενή όντως επιστολή, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915. Σ΄ αυτήν εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τις ευεργεσίες προς την αδελφότητα και την λοιπή πολύτιμη σειρά των ωφελιμωτάτων συγγραμμάτων του αγίου. Απαντώντας ο άγιος Νεκτάριος στις 6 Δεκεμβρίου του 1915, ευχαριστεί για την πολλή αγάπη και την απόφασή τους «δια την εγγραφήν του ονόματος ημών εν τοις διπτύχοις του Ιερού Κελλίου ως Κτίτορος και Πατρός και Καθηγουμένου».
Οι σωζόμενες επιστολές του Γέροντα Δανιήλ προς τον άγιο Νεκτάριο, βρίσκονται στο Ησυχαστήριο της Αδελφότητας των Δανιηλαίων.
Η κοίμηση του Γέροντα
Ξέφυγαν λίγο σε μάκρος οι αποκαλυπτικές αυτές μαρτυρίες του Σκιαθίτη συγγραφέα και του μεγάλου αγίου του 20ου αιώνα, άγιου Νεκταρίου για τον Γέροντα Δανιήλ, που όμως ήταν απαραίτητες για την ορθή εκτίμηση της προσφοράς και του κύρους που απολάμβανε, ενώ ακόμη ζούσε. Μετά την εκδημία του συνειδητοποιήθηκε αμέσως το μεγάλο κενό που άφηνε, όπως φαίνεται από ενδεικτικές και πάλιν μαρτυρίες. Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο συλλυπητήριο γράμμα της προς την αδελφότητα των Δανιηλαίων έγραφε μεταξύ άλλων: «Η απώλεια του αειμνήστου Γέροντος Δανιήλ δεν είναι απώλεια μερική, αλλά γενική του ιερού ημών τόπου και ιδία της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής, ης απετέλει σέμνωμα και κόσμημα της περιοχής της. Εν τω προσώπω του μάκαρος Δανιήλ το Άγιον Όρος απώλεσε την τελευταίαν φυσιογνωμίαν οσιακήν της συγχρόνου Αγιορείτικης γενεάς». Ο γνωστός επίσης λόγιος Λαυριώτης μοναχός Ευλόγιος Κουρίλας, μετέπειτα μητροπολίτης Κορυτσάς, έγραφε προς την αδελφότητα μετά την είδηση του θανάτου του Γέροντα: «Ο θάνατος αυτού αφίησιν σιν των κόπων εκ της μετ΄ αυτού συναναστροφής, τώρα απωλέσαμεν και την παρηγορίαν ταύτην».
Ολίγον προ του θανάτου του, που επισυνέβη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1929, εορτή των γενεθλίων της Θεοτόκου, βλέποντας ο Γέροντας Δανιήλ να είναι συγκεντρωμένοι γύρω του οι μοναχοί της αδελφότητας, για να πάρουν την ευλογία του και να ακούσουν τις τελευταίες του συμβουλές, είπε προφητικά και με συγκίνηση: «Ο Χριστός ν΄ ανταμείψη τους κόπους σας. Ο Θεός δεν είναι άδικος. Σεις με υπηρετήσατε. Θα στείλη λοιπόν αγγέλους να σας υπηρετήσουν. Και την καλύβην θα την μεγαλώσετε, και δυο ιερείς θα έχετε και πολλοί μοναχοί θα έρθουν». Η προφητεία αυτή εκπληρώνεται σήμερα στο έπακρο. Το ησυχαστήριο των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια, μεγαλωμένο και φροντισμένο, δεσπόζει στην περιοχή, αναπαύει σωματικά και ψυχικά τους προσκυνητές και διακονεί τις ανάγκες των γύρω ερημιτών Πατέρων. Νέοι μοναχοί πλαισιώνουν τους παλαιότερους για να τους διακονήσουν, όταν χρειασθεί. Τρεις μάλιστα από αυτούς, υπηρετούν ως ιερείς στο θυσιαστήριο και καλύπτουν τις λατρευτικές ανάγκες της αδελφότητας. Συνεχίζουν όλοι την αυστηρή ασκητική παράδοση του Γέροντα Δανιήλ στο τυπικό των ακολουθιών και στις άλλες μοναχικές παραδόσεις. Ασκούν κατά την παράδοση την τέχνη της αγιογραφίας, που την άσκησε και την παρέδωσε ο Γέροντας Δανιήλ, πολλά εργα του οποίου σώζονται εκεί, και καλλιεργούν ιδιαίτερα την ψαλτική τέχνη, ηδύφωνοι αοιδοί των εκκλησιαστικών ύμνων.
Πηγή: Ιερομόναχου Γρηγορίου, Γέροντος Ιερού Ησυχαστηρίου Δανιηλαίων
Περιοδικό «Πεμπτουσία», του Κέντρου Ελληνικού και Ορθοδόξου Πολιτισμού
Τεύχος 13ο , Δεκέμβριος 2003 – Μάριος 2004
Από vatopaidi.wordpress.com

Ποιος ήταν ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο νέος άγιος της Εκκλησίας μας



Ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός (†2009), που τον γνώριζε καλά, γράφει περί αυτού, δίχως υπερβολή:

  


«Μέσα στην αγιορειτική συνείδηση η μορφή του Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου έχει χαραχθεί ως οσιακή. Η ζωή του ήταν ένα συνεχές μαρτύριο συνειδήσεως. Δεν μελέτησε μόνο τους Πατέρες, αλλά τους ακολούθησε και εφάρμοσε με ακρίβεια στη ζωή του τη διδασκαλία τους. Ιδιαίτερα καθοδηγήθηκε από τον πνευματικό του πατέρα, Γέροντά μας Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Δεν άσκησε μόνο την μαρτυρική υπακοή, αλλά έγινε και ο χαρισματούχος υποτακτικός. Βίωσε την πληρότητα της θείας Χάριτος από τα πρώτα ασκητικά του βήματα. Έτσι ο λόγος του απλός, αλλά βιωματι­κός· δίχως εξωτερική καλλιέπεια, αλλά “άλατι ηρτυμένος” ήταν αποδεκτός, ιδιαίτερα από τους Αγιορείτες πατέρες, ως νόμος και κανόνας για την ορθή πορεία της μετανοίας».

Γεννήθηκε στο Αμπελοχώρι Θηβών το 1912. Από μικρός αγάπησε τα κομποσχοίνια, τις μετάνοιες, τις αγρυπνίες, τα μοναστήρια. Οι γονείς του κατέληξαν μοναχοί.
Οι αποτυχίες της νεότητάς του ήταν για να τον οδηγήσουν στο Άγιον Όρος, όπου θα πετύχαινε. Το 1933 ήλθε στα ερά­σμια Κατουνάκια, στην Καλύβη του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκάρη μοναχός, μετά ένα έτος, από τον Γέροντα Εφραίμ († 1934) με το όνο­μα Λογγίνος. Το 1935 εκάρη μεγαλόσχημος από τον παπα-Νικηφόρο († 1973) με το όνομα Εφραίμ. Το 1936 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς.

Οι Γέροντές του, παρότι ήταν αυστηροί, σκληροί και δύσκολοι, τους έκανε πάντοτε απερίεργη υπακοή. Σταθμός στην πνευματική του πορεία υπήρξε η γνωριμία του με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (†1959), που εξελίχθηκε σε ισχυρό πνευματικό σύνδεσμο, αφού τον μύησε στα μυστικά της νοεράς προ­σευχής. Προσευχόμενος είδε με χαρά τρεις αγγέλους. Έτρεξε να το πει στον Γέροντα Ιωσήφ, που του είπε: «Αυτό παιδί μου είναι το πρώτο σκαλί. Αυτή είναι η χάρις. Από ’δω και πέρα άλλη πνευματική αμφίεση, άλλοι ορίζοντες, άλλη τροφή πνευματική, άλλη προσευχή σε περιμέ­νουν. Αυτό πολλοί μοναχοί το περιμένουν χρόνια και λίγοι το γεύονται. Κι εσένα τόσο γρήγορα σου το ’δωσε ο Θεός!». Άλλοτε προσευχόμενος ο Γέροντας Ιωσήφ του είπε:

«Παιδί μου, δεν έχεις απλώς καθαρότητα ψυχής, αγνεία έχεις». Εκεί που διακρίθηκε και χαριτώθηκε ήταν η σαραντάχρονη υπακοή του. Έλεγε: «Αυτός ο οποίος κάνει υπακοή στον Γέροντά του, μιμείται τον Χριστό, ο οποίος έκανε υπακοή στον Πατέρα Του. Και υποχρεούται κατά συνέχειαν ο Θεός να ευλογήσει εκείνον ο οποίος τον μιμείται… Πολλές φορές κι εμείς, να πούμε, ως Γέροντες, μπορεί να κάνουμε κι ένα λάθος. Εσύ όμως που θα κάνεις υπακοή, θα σου βγει σε καλό, δεν θα σου βγει σε κακό. Ποτές η υπακοή δεν βγαίνει σε κακό, διότι είναι μίμησις Χριστού». Λέγουν πως ο παπα-Εφραίμ έφθασε εκεί που έφθασε, ψηλά, λόγω της μεγάλης υπακοής του.

Το πιο αγαπητό του θέμα ήταν να μιλά περί υπακοής και περί προσευχής. Αυτά θυμάμαι, μας έλεγε, όταν πρωτοπήγαμε στα Κατουνάκια, ζώντος του Γέροντός του Νικηφόρου, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή, παρότι είχε αμνησία. Γηροκόμησε με σεβασμό, αγάπη, προθυμία, υπομονή και υπακοή τους τέσσερις Γεροντάδες του, για τους οποίους προσευχήθηκε κι έκλαψε πολύ και πληροφορήθηκε τη σωτηρία τους. Δεν μπορούσε να βαστά το παραμικρό βάρος στην καρδιά του, διότι δυσκολευόταν να προ­σευχηθεί και να λειτουργήσει. Πρώτος έβαζε μετάνοια συγχωρήσεως, συναδελφώσεως κι έλεγε ευχάριστα και αδυσκόλευτα το τρισευλογημένο «ευλόγησον». «Με την κατάκριση φεύγει η χάρη, έλεγε, με την υπακοή έρχεται πλούσια η ευλογία του Παναγάθου Θεού».

Έλεγε: «Και στη χαρά και στη λύπη ήρεμος και κόσμιος εξωτερικά, συγκρατημένος εσωτερικά. Χόρτασα από τα γλυκύτατα νάματα του Παραδείσου και φρόντισα να μην το πάρω επάνω μου. Ήπια από τα πικρότατα ύδατα της κολάσεως, αλλά φρόντισα να μην καταποθώ από την απόγνωση». Πειρασμοί, ανέχειες, δυσχέρειες, ασθένειες δεν τον κατέβαλαν ποτέ. Η Παναγία τον έκανε καλά από σοβαρή ασθένεια εκζέματος που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Την τελευταία του εικοσαετία απέκτησε συνοδεία και βρήκε μικρή ανάπαυση. Το τελευταίο έτος ασθένησε σοβαρά πάλι κι έμεινε κατάκοιτος. Όταν κάποτε του είπε κάποιος πως τον θεωρούν άγιο, απάντησε: «Αλίμονο από τους άγιους που η φήμη τους έφτασε στην Αθήνα.

Υπάρ­χουν πραγματικά άγιοι που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκα­τοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους αγίους που ζούνε στον κόσμο… Με στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους, και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους που περνούν από ’δω, αλλά κάτι που ο ίδιος χρειάζομαι και που ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι η σιωπή και η ησυχία». Προσευχόμενος αναχώρησε του παρόντος μάταιου βίου στις 14/27-2-1998. Γράφει ένας ιερομόναχος: «Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζόμενη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ημέραν εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, διά να εορτάση ούτω ο όσιος μετά των οσίων. Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μοναχού και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου…». Ήταν πράγματι ένας μεγάλος αγωνιστής, θεοφώτιστος και χαριτωμένος, ευλογημένος και μακάριος, ακέραιος, ακριβοδίκαιος, άψογος και καθαρός. Όπως είπαν «μετά την οσιακή του κοίμηση, άδειασαν τα Κατουνάκια…».

Βιβλιογραφία: Τάσου Μιχαλά, Άθως, όρος άγιο, πολιτεία ανθρώπινη, Αθήνα 1981, σ. 46. Ιωσήφ Κατουνακιώτου ιερομ., Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Άγιον Όρος 2000. Ιωσήφ Βατοπαιδινού μοναχού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατου­νακιώτης, Άγιον Όρος 2001. Γρηγορίου Δοχειαρίτου αρχιμ., Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας, Άγιον Όρος 2011, σσ. 414-423.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1429-1437. (pemptousia.gr)
Από athgerontes.blogspot.com