Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γράφετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ’ αυτήν την ζωή είναι μέρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»
– Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συμπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».
– Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;
– Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει· δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλησίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αυτή η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.
– Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;
– Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παράδεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός» δεν λέει; Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ’ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασανίζονται σ’ αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαγχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ’ όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει Όσο δηλαδή βασανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι’ αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ’ όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.
– Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χαμένη αυτή η προσευχή;
– Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται· ίσα-ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμιέται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Αλλά που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι’ αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, γιατί ο κόσμος υποφέρει σήμερα τόσο πολύ;
– Από την αγάπη του Θεού! Εσύ σαν μοναχή σηκώνεσαι το πρωί, κάνεις τον κανόνα σου,
κάνεις κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.λπ. Για τους κοσμικούς οι δυσκολίες που περνούν είναι ο
κανόνας τους, οπότε εξαγνίζονται μ’ αυτές. Τους κάνουν μεγαλύτερο καλό από την κοσμική
καλοπέραση, η οποία δεν τους βοηθάει ούτε να πλησιάσουν στον Θεό, ούτε να αποταμιεύσουν
μισθό ουράνιο. Γι’ αυτό πρέπει να τις δέχωνται ως δώρα από τον Θεό.
Ο Καλός Θεός με τις δοκιμασίες παιδαγωγεί σαν καλός Πατέρας τα παιδιά Του, από
αγάπη, από θεία καλωσύνη, και όχι από κακότητα ούτε από κοσμική, νομική, δικαιοσύνη, γιατί
θέλει να επιστρέψουν κοντά Του. Επειδή δηλαδή θέλει να σώση τα πλάσματά Του και να
κληρονομήσουν την ουράνια Βασιλεία Του, επιτρέπει τις δοκιμασίες, για να παλέψη ο
άνθρωπος, να αγωνισθή και να δώση εξετάσεις στην υπομονή στους πόνους, ώστε να μην μπορή να Του πη ο διάβολος: «Πως τον ανταμείβεις αυτόν ή πως τον σώζεις, αφού δεν
κοπίασε;». Τον Θεό δεν Τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή, αλλά η άλλη. Πρώτα μας φροντίζει για την
άλλη ζωή και ύστερα γι’ αυτήν.
– Γιατί όμως, Γέροντα, ο Θεός σε μερικούς ανθρώπους δίνει πολλές δοκιμασίες, ενώ σε
άλλους δεν δίνει;
– Τι λέει η Αγία Γραφή; «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». Ένας πατέρας έχει λ.χ. οκτώ
παιδιά. Τα πέντε μένουν στο σπίτι, κοντά στον πατέρα τους, και τα τρία φεύγουν μακριά του και
δεν τον σκέφτονται. Σ’ αυτά που μένουν κοντά του, αν κάνουν καμμιά αταξία, τους τραβάει το
αυτί, τους δίνει κανένα σκαμπιλάκι· ή, αν είναι φρόνιμα, τα χαϊδεύει, τους δίνει και καμμιά
σοκολάτα. Ενώ αυτά που είναι μακριά, ούτε χάδι ούτε σκαμπίλι έχουν. Έτσι κάνει και ο Θεός.
Τους ανθρώπους που είναι κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο,
τους δίνει ένα σκαμπιλάκι και εξοφλούν ή, αν τους δώση περισσότερα σκαμπίλια,
αποταμιεύουν. Σ’ εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Γι’
αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρ’ όλα αυτά να έχουν
άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ’
οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν, θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη
ζωή.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

Αλλαγή ζωής.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

Γιά  νά  σταματήση  ό  άνθρωπος  νά  κάνη  μιά  αμαρτία,  πρέπει  νά  προσπαθήση  νά άποφύγη  κάθε  ερέθισμα  πού  προκαλεί  αυτήν  τήν  αμαρτία.  Ό  μέθυσος  λ.χ.,  άν  θέλη  νά βοηθηθή  καί  νά  μήν  ξαναπιή,  δέν  πρέπει  ούτε  έξω  άπό  ταβέρνα  νά  περάση.  Μικρή προσπάθεια  χρειάζεται  καί  καλή  διάθεση,  καί  ό  Καλός Θεός θά  μας βοηθήση νά ξεπεράσουμε τίς δυσκολίες. Έχει, άς πούμε, κάποιος ένα πάθος. Τό αναγνωρίζει, αγωνίζεται νά τό κόψη, μετανοεί, ταπεινώνεται. Ή διάθεση πού έχει νά κόψη τό πάθος του πληροφορεί τόν Θεό καί τόν βοηθάει. Άλλά, άν δέν καταβάλλη προσπάθεια, γιά νά άλλάξη, καί συνεχίζη νά άμαρτάνη,  πώς  ό  Θεός  νά  δώση  τήν  Χάρη  Του;  Ή  Χάρις  του  Θεού  δέν  έρχεται  σε λανθασμένη κατάσταση, γιατί αυτό δέν βοηθάει τόν άνθρωπο. Άν ήταν έτσι, θά έστελνε ό Θεός τήν Χάρη Του καί στόν διάβολο.
Ό άνθρωπος πού δέν παραμένει στήν πτώση του, στις αμαρτωλές σκέψεις του, άλλά μετανοεί γιά τά σφάλματα του καί αγωνίζεται νά μήν άμαρτάνη, δέχεται τήν Χάρη του Θεού καί βοηθιέται. Οταν όμως δέν ύπάρχη μετάνοια καί ή αμαρτία θεωρήται μόδα, αυτό είναι
δαιμονική κατάσταση.
– Γέροντα,  ό  ένας  άπό  τούς  δύο  ληστές  πού  είχαν  σταυρωθή  μέ  τόν  Χριστό  πώς σώθηκε;
– Εκείνος ανέβηκε άπό τόν τοίχο καί μπήκε στόν Παράδεισο! ­Ή του ληστού μετάνοια τον Παράδεισον έσύλησεν. Έκλεψε δηλαδή μέ τήν μεγάλη του μετάνοια καί τόν Παράδεισο.
– Γέροντα, άν κάποιος έχη αλλάξει ζωή καί δέν παραμένη στις παλιές του αμαρτωλές συνήθειες, άλλά μερικές φορές πέφτη σέ κάποιο άπό τά παλιά του αμαρτήματα, σημαίνει ότι δέν έχει μετάνοια;
– Έ, άν κάνη  τήν προσπάθεια πού χρειάζεται καί πέφτη, έχει κάποια ελαφρυντικά. Στήν αρχή δέν είναι εύκολο. Άλλά, όταν κανείς καταλάβη πραγματικά πόσο βαρύ ήταν αυτό πού έκανε, δέν ξαναπέφτει.
Παλιά  υπήρχε  μετάνοια  ειλικρινής.  Όταν  κάποιος  μετανοούσε,  δέν  γύριζε  πίσω. Θυμάμαι  μιά  γυναίκα,  πόσο  μέ  είχε  βοηθήσει  μέ  τήν  αληθινή  της  μετάνοια.  Είχε  πολλή συστολή,  ούτε  μιλούσε.  Είχε  βάλει  τά  μαύρα  – σάν  καλόγρια  ήταν  – καί  φρόντιζε  ένα εκκλησάκι,  άναβε  τά  κανδήλια…  Καί  μόνον  πού  τήν  έβλεπες,  βοηθιόσουν  πολύ.  Τώρα βλέπω, μερικοί, μόλις αλλάζουν ζωή, αρχίζουν νά κάνουν τόν δάσκαλο στους άλλους, ένώ μέσα  τους  υπάρχει  ακόμη  ό  παλαιός  εαυτός  τους.  Νά  μετανοήση  βέβαια  κανείς,  νά σταματήση τήν άσωτη ζωή πού ζούσε  καί  νά  άρχίση  νά  ζή  πνευματικά,  αυτό  είναι  θετική βοήθεια  καί  γιά  τούς  άλλους.  Άλλά  άπό  εκείνη  τήν  κατάσταση  στήν  όποια  βρισκόταν,  νά παρουσιάζεται αμέσως ως πνευματικός άνθρωπος καί νά κηρύττη, έ, αυτό είναι πλάνη.
– Δηλαδή, Γέροντα, τό κάνουν μέ τήν σκέψη νά βοηθήσουν τούς άλλους;
– Ναί,  γιά  νά βοηθήσουν. Πίσω όμως άπό  αυτήν  τήν ενέργεια  τους,  ιδίως  άν  ήταν  λίγο γνωστοί στον κόσμο, κρύβεται ό υπερήφανος λογισμός: Τώρα οί άνθρωποι θά πάψουν νά μιλούν  γιά  Καραϊσκάκη  καί  Κολοκοτρώνη  καί  θά  συζητούν  γιά  μένα!  Άπό  ‘κεί  νά καταλάβης πόσο λανθασμένα βαδίζουν. Άν νιώθουν πραγματικά τό σφάλμα τους, γιά ένα διάστημα δέν  πρέπει  νά  τό  ξεχάσουν  καί  νά ξεθαρρέψουν, άλλά  νά προσέχουν πολύ.  Καί όταν  περνάνε  διάφορες  ιδέες  ή  λογισμοί  άπό  τήν  παλιά  ζωή  τους,  νά  τά  διώχνουν  σάν
βλάσφημους  λογισμούς.  Αυτό  είναι  απόδειξη  ότι  δέν  τά  αποδέχονται  πλέον,  ότι  ό  οργανισμός αντιδράει. Πρέπει δηλαδή νά έχη κανείς πολλή ταπείνωση καί νά έχη σιχάθή όλα τά παλιά,  γιά  νά  άλλά-ξη  πραγματικά.  Άν  κράτηση  άπό  τήν  παλιά  του  ζωή  μερικά,  τά  όποια
εκείνος θεωρεί καλά, μετά μουρνταρεύονται καί τά άλλα. Άπό τήν στιγμή πού έχει έστω καί μιά μικρή ιδέα γιά τόν παλαιό του εαυτό, δέν βοηθάει ό Θεός καί, ό,τι κι άν κάνη, δέν θά είναι καθαρό.
– Γέροντα, όταν άλλάξη κανείς ζωή, πρέπει νά ένδιαφερθή νά διόρθωση τόν λογισμό πού είχαν προηγουμένως οί άλλοι γι’ αυτόν;
– Δέν  θά  κοιτάξη  εγωιστικά  νά  διόρθωση  τόν  λογισμό  των  άλλων  θά  κοιτάξη  πώς  νά διορθωθή ό ίδιος, καί τότε θά άναιρεθή άπό μόνος του ό λογισμός τους. Άν τό στίγμα άπό τήν  αμαρτωλή  ζωή  του  έχει  μείνει  στήν  κοινωνία  ή  στό  στενό  του  περιβάλλον,  αυτό  θά
σβήση μέ τήν καλή του  διαγωγή. Δέν χρειάζεται νά μιλάη καθόλου. Θά μιλήση ό Θεός μέ τήν μετάνοια του.

Να ζητάμε ταπεινά το έλεος του Θεού για τη διόρθωσή μας.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα,  όταν  οί  Πατέρες  λένε  ότι  μετάνοια  είναι  νά  άποφασίση  κανείς  νά  μήν
ξανακάνη  τά  προηγούμενα  αμαρτήματα  καί  νά  λυπάται  γι’  αυτά,  σημαίνει  ότι  διαρκώς πρέπει νά τά Θυμάται;
– Όχι,  δέν  θυμάται  κάθε  αμαρτία  χωριστά,  άλλά  έχει  συνέχεια  τήν  συναίσθηση  της άμαρτωλότητός του. Μέχρις ενός σημείου πρέπει νά σκέφτεται κανείς ένα σφάλμα του καί ύστερα νά  ζητά  ταπεινά  τό  έλεος  του Θεού καί,  άν  δέν ύπάρχη υπερηφάνεια,  ό Θεός θά βοηθήση. Ιδίως  όταν  κάποιος  είναι  ευαίσθητος, καλύτερα είναι  νά  ξεχνά  παλιές  αμαρτίες του, αφού έχουν τακτοποιηθή μέ τήν μετάνοια καί τήν εξομολόγηση. Μπορεί τό ταγκαλάκι νά του θυμίζη παλιές του αμαρτίες καί νά τόν ζαλίζη μέ λογισμούς, γιά νά τού τρώη τήν ώρα καί νά τόν περισπά άπό τήν προσευχή. Ένας όμως πού δέν είναι ευαίσθητος καί βλέπει νά γεννιέται μέσα του υπερηφάνεια, τότε καλά είναι νά φέρνη στον νοΰ του τις αμαρτίες του, γιά νά ταπεινώνεται.
– Γέροντα, μπορεί κάποιος νά έχη συναίσθηση της άμαρτωλότητός του καί νά μήν έχη μετάνοια;
- Ναί, άν δέν έχη ταπείνωση. Όταν στήν μετάνοια ανακατεύεται ό εγωισμός, συνέχεια ό άνθρωπος  σκέφτεται:  πώς  τό  έκανα  αυτό,  πώς  τό  είδαν  οί  άλλοι,  τί  ιδέα  θά σχηματίσουν;,  καί  βασανίζεται.  Τό  πώς  τό  έκανα  πάλι  καί  τό  πώς  κατήντησα  έχει εγωισμό  δέν  έχει  μετάνοια.  Πρέπει  νά  καταλάβη  ότι  έσφαλε  καί  νά ζητήση  ταπεινά  τό έλεος  του  Θεού.  Θεέ  μου,  νά  πή, έσφαλα,  συγχώρεσε  με.  Τέτοιος  παλιάνθρωπος  είμαι. Λυπήσου  με.  Αν  δέν  μέ  βοηθήσης,  χειρότερος  μπορώ  νά  γίνω,  καλύτερος  δέν  μπορώ  νά γίνω. Μόνος μου  δέν πρόκειται  νά  διορθωθώ, και  νά προσπαθήση νά  μήν  τό ξανακάνη. Πολλοί άνθρωποι πού έσφαλαν και πόνεσαν, γιατί πλήγωσαν τόν Θεό και όχι γιατί ξέπεσαν στά μάτια τών ανθρώπων, άγιασαν. Όταν κάποιος ζή κοσμικά και κόβη μετά τις σχέσεις του μέ τό κοσμικό πνεύμα, έλκεται πολλές φορές άπό αυτό, χωρίς νά τό θέλη. Δέν πρέπει όμως νά απογοητεύεται. Νομίζω, σ’ αυτήν  τήν  περίπτωση, πρόοδος είναι  και  τό  ότι  αρχίζει  ή  καλή  ανησυχία, πού ελέγχει  τήν ψυχή γιά τά σφάλματα πού έκανε και γιά ό,τι έπρεπε νά κάνη, άλλά δέν έκανε. Σιγά-σιγά γίνεται  μιά πάλη, ταπεινώνεται ακουσίως ό άνθρωπος και απελπίζεται μέ τήν καλή απελπισία, δηλαδή απελπίζεται άπό τό έγώ του. Τότε όλα τά αποδίδει στήν Χάρη τού Θεού και πιστεύει αληθινά εκείνο πού είπε ό Κύριος: ­Χωρίς έμου ου δύνασθε ποιεΐν ουδέν. Αν στήν  συνέχεια  άγωνισθή  φιλότιμα,  μέ  πολλή  ταπείνωση,  ελπίζοντας  στήν  παντοδυναμία τού Θεού, ό Καλός Θεός θά τόν έλεήσΗ

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Το φιλαράκι του Γέροντα Πορφύριου

Το φιλαράκι του Γέροντα Πορφύριου

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου - του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! 
Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν.

Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω.

Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου.

Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου, η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου.

Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…

Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα!

Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου.

Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;»

Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει.

Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»

Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα.

Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…
Πηγή: www.eptalofos.gr


Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς ...ένας πολύτιμος Άγιος

Ο Άγιος Παναγής Μπασιάς ...ένας πολύτιμος Άγιος

Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. 
Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής , ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο.
Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. 
Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμουκαι του αγίουΆνθιμου του Τυφλού, ο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών. Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη. 
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» 
Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια. 
Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (=βάσανο, η φράση από τον απόστολο Παύλο, που ήταν σοβαρά ασθενής, βλ. Β’ Κορ. 12, 7). [...]
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές.Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στις αμαρτίες του ["Νεκρός": κάποιοι όμως λένε πως ήταν ένας σαλός, όπως αναφέρεται πιο κάτω, δηλ. πως το έκανε επίτηδες, για να μην τον θεωρούν άγιοι και τον τιμούν]. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και ανακούφισης των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας.
Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.
Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας —την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»— ο άγιος Παναγής ¨κοιμήθηκε" στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976.
 
Γιατί είναι πολύτιμος ο π. Παναγής, ο άγιος; Γιατί ακόμα και τα κόκαλά του μιλάνε για την συνάντηση που είχε, για την χάρη, την ζωή για αυτό που φεύγει μέσα από τα χέρια μας και συμβαίνει όταν εμείς δεν είμαστε… Μας κάνει και σκεφτόμαστε τους λάθους στόχους μας και κυρίως μας έμαθε ότι η πίστη είναι ένας χορός που τον μαθαίνει κανείς χορεύοντας… Αλλιώς μπορεί να τα συζητά για χρόνια πολλά στις τηλεοράσεις και στα πάνεl την ώρα που η ζωή του χάνεται, ανεπιστρεπτί για πάντα.
Πηγή: trelogiannis


Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Μοναχισμός, η αυθεντική βίωση του Ευαγγελίου"









Μοναχισμός, η αυθεντική βίωση του Ευαγγελίου"Αρχιμ. Παύλου Ιωάννου, Ηγουμένου Ι.Μονής Αγίου Γεωργίου Αρμά 
«Το Ευαγγέλιον είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Το Ευαγγέλιον είναι το Μέγα της ευσεβείας Μυστήριον· ότι ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί.
Εις αυτό το Ευαγγέλιον, εις το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως θεμελιούται η Εκκλησία. Αυτό είναι το περιεχόμενόν Της, Αυτό είναι η ζωή Της, Αυτό είναι η Εκκλησία. Εις την Εκκλησίαν βιώνομε το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως, ως προϋπόθεσιν της ιδικής μας θεώσεως. Επειδή ο Θεός ενηνθρώπησε δύναται να θεωθή ο άνθρωπος. Και αυτήν την θέωσιν, αυτήν τη μοναδικήν δυνατότητα υπερβάσεως του θανάτου, αναζητούμεν εις την Εκκλησίαν, δι΄ αυτό υπάρχει η Εκκλησία, αυτό προσφέρει η Εκκλησία.
Ο Μοναχισμός, ως η γρηγορούσα συνείδησις της Εκκλησίας υπενθυμίζει διαρκώς αυτήν την αλήθειαν. Καλεί όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας να μην λησμονήση αυτόν τον στόχον, να μην παγιδευθή εις το σχήμα του κόσμου τούτου το οποίον παράγεται. Ο Μοναχισμός είναι μία διαρκής μαρτυρία του νοήματος της ζωής του ανθρώπου, μαρτυρία και του στόχου, αλλά και του τρόπου της ζωής. Ο Μοναχισμός πτερούμενος υπό του Θείου έρωτος είναι μία διαρκής μαρτυρία, αλλά και διαμαρτυρία, διά τον κίνδυνον η σχέσις του ανθρώπου μετά του Θεού να γίνη μία συμβατική σχέσις.
Ο Μοναχός εξέρχεται του κόσμου διά να ζήση την παρουσίαν του Θεού, αυτό το οποίον αποτελεί τον σκοπό της Εκκλησίας του Χριστού. Η έξοδος αύτη δεν σημαίνει άρνησιν της κοινωνίας ή της κοινωνικής ζωής αλλά ένταξιν αυτών εις την κοινωνίαν του Θεού.
Η έξοδος πραγματοποιείται ως πορεία προς την ελευθερίαν του Θεού και μετοχή εις αυτήν και συντελείται με την τήρησιν των εντολών. Ο Ορθόδοξος Μοναχισμός είναι ησυχαστικός. Η νοερά ησυχία του ορθοδόξου Μοναχού γεννάται από την μετάνοιαν και την εκζήτησιν της φυλάξεως των εντολών του Θεού. Ο Μοναχός είναι ο τύπος του αληθινού Χριστιανού, μία νήφουσα και συνεχώς ασκουμένη ύπαρξις, ασκουμένη εις το να απαρνηθή κάθε τι που δεν είναι Θεός ή το θέλημα του Θεού και να επιτύχη την ολοκληρωτικήν αναφοράν και αφιέρωσιν εις τον Κύριον.
Αι Μοναχικαί υποσχέσεις αι οποίαι σκελετώνουν την αυθεντικήν ζωήν των Μοναχών ευρίσκονται εις την Καινήν Διαθήκην και απηχούν τας απαντήσεις του Κυρίου εις τους πειρασμούς της Ερήμου. Με τας υποσχέσεις αυτάς η μοναχική άσκησις διατηρεί τον ευαγγελικό αυτής χαρακτήρα και νικά τους δαιμονικούς πειρασμούς με τους οποίους επιχειρείται η διαφθορά της ανθρωπίνης φύσεως και η αιχμαλωσία εις τον «ζωώδη ευτυχισμόν».
Ο Μοναχισμός βιούται ως μυστήριον μετανοίας αλλά και ως μυστήριον αγάπης. Ο Μοναχισμός είναι φιλάνθρωπος και μετρά τα πάντα με το μέτρον της αγάπης, της καθολικής σωτηρίας των πάντων.
Οφείλομεν να διαφυλάξωμεν τον Μοναχισμόν από τον κίνδυνον παραχαράξεώς του και εκδυτικισμού του. Βασική μέριμνα του αληθινού Μοναχού δεν είναι να κάνει κάτι, αλλά να είναι κάτι. Έργον του Μοναχού είναι η φανέρωσις της ζωής του Χριστού εν τη θνητί σαρκί αυτού.
Αποστολή του Μοναχισμού δεν είναι η υποκατάστασις του Ενοριακού έργου και της Ενοριακής ποιμαντικής δραστηριότητος. Οι άνθρωποι και δη οι νέοι δεν περιμένουν από τους Μοναχούς αυτά τα οποία τους προσφέρει ο κόσμος αλλά αυτό το οποίον αληθώς αναζητούν, αγιότητα, αλήθειαν και αγάπην, δηλαδή την ουσίαν της Μοναχικής Πολιτείας.
Εις το κατώφλιον της νέας χιλιετίας ο πατερικός λόγος ως κατάθεσις αληθείας αλλά και ως στόχος ζωής «Φως μοναχοίς άγγελοι, φως δε ανθρώποις Μοναχική πολιτεία» είναι υπέρ ποτέ άλλοτε σήμερον επίκαιρος».