Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΩΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΩΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ



   
Ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο εἶναι ἡ καινούργια ζωή πού ἔφερε ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ τόπος ἀπ΄ ὅπου ἐξαγγέλεται ὁ ζωντανός λόγος τοῦ Θεοῦ και γνωρίζεται ὁ ἀληθινός Τριαδικός Θεός καί ταυτόχρονα χαρίζεται ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀφανίζεται ὁ παλαιός φθαρμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος καί φανεροῦται ὁ ἐν Χριστῷ ἀνακαινισμένος καί μεταμορφωμένος νέος Ἀδάμ.




Ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο εἶπε: "Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν καί τί θέλω εἰ ἤδηἀνήφθη;" καί "Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνηνἀλλά μάχαιραν". Ἡ διδαχή λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα πῦρ κατερχόμενο ἀπό τόν οὐρανό πάνω στή γῆ καί σκοπό ἔχει νά καταργήση κάθε ἐναντιότητα, πού στοχεύει στήν ζωή καί προκοπή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀληθινή σχέση του μέ τόν Θεό δημιουργό του. Ἦλθε νά φέρη διχασμό καί πολεμική μεταξύ τῶν πιστευόντων εἰς τούς λόγους Του καί τῶν ἀπιστούντων καί πολεμούντων Αὐτόν.
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, διά τῆς ὁποίας παρατείνεται καί μορφοῦται ἡ ζωή του στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν φυσικό, ὡς νέα καί ἀληθής κοινωνία, νά ἔλθη σέ ἀντίθεση μέ τήν κοσμική κοινωνία, ἡ ὁποία ἐμφορεῖτο ἀπό τήν ἐξουσιαστική καί βίαιη σκληρότητα τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος τούτου καί νά δημιουργήση ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναπόφευκτη ἀντιπαλότητα. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ἕνα κόσμο πού θά ἔλθη καί ἡ ἀληθινή ζωή της δέν ἐξαντλεῖται στά ὅρια τοῦ παρόντος αἰῶνος οὔτε μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ τήν τάξη τοῦ αἰῶνος τούτου, οὔτε τήν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου τούτου. Ἐνῶ ὁ κόσμος, πού δέν ἔχει μεταμορφωθῆ σέ Ἐκκλησία, δέν θέλει νά παρέλθη ὁ παρών αἰών καί αὐτή ἡ ἐμμονή του νά καταστήση τόν παρόντα αἰῶνα τήν μόνη ἐπιδίωξη τοῦ ἀνθρώπου, καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία μέσα στόν κόσμο ἀναπόφευκτα ἐπαναστατική.
Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ βλέπει στίς δομές τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας μιά Ρώμη νά ἀναπτύσση μιά αὐτοσυνειδησία μέ ἔντονες ἀξιώσεις ἐσχατολογίας καί ἐθεωρεῖτο ἡ αὐτοκρατορία ὡς ἡ τελική καί τελειώτερη φάση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Εἶχε ταυτόχρονα φρόνημα πολιτικό καί μεταφυσικό καί κατά συνέπεια ἀξίωνε ἀπόλυτη κυριότητα πάνω στόν ἄνθρωπο.
Οἱ Χριστιανοί δέν εἶχαν δυσκολία νά ἀναγνωρίσουν τήν ὕπαρξη τῆς Πολιτικής ἐξουσίας χάριν τῆς ἁρμονικῆς εὐταξίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἁπόστολος Παῦλος εἶχε διατυπώσει ἀκόμη καί μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν σκληρῶν διωγμῶν τήν ἐκ Θεοῦ προέλευση τῆς κοσμικῆς Ἐξουσίας καί κατά συνέπειαν τήν ἀποδοχή της ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν. Τό πρόβλημά τους ἦταν ἡ δυσκολία "νά ἀποδεχθοῦν ἄλλον Κύριο καί ἡ ἀφροσύνη νά ἐκχωρήσουν σέ ἄλλη βασιλεία, τήν ἐσχατολογική προσδοκία τους". Παρ΄ ὅλο πού δέν ἀπομακρύνονται ἀπό τήν ἱστορία καί τόν κόσμο, ἔνοιωθαν ἔντονα ὅτι ἦσαν πολίτες ἄλλης πόλεως. 
Ζοῦσαν ταυτοχρόνως σέ δύο ἐπίπεδα, τό χρονικό καί τό αἰώνιο. Ἀπό αὐτή τήν ἀντίθεση, τῶν ἡγετῶν τῆς Ρώμης νά λατρεύονται ὡς θεοί καί τῶν Χριστιανῶν νά ἐμμένουν στήν λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ καί ἐν Χριστῶ φανερωθέντος στόν κόσμο ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐξεπήγασαν τά μαρτύρια τοῦ αἵματος τῶν χριστιανῶν τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων πού εἶναι ἤδη γνωστά ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους. Ὁ εἰρηνικός ἐπαναστατικός βίος τῶν χριστιανῶν καί ἡ ἄρνησή τους νά ὑπακούσουν στίς ἀξιώσεις τῆς ἐξουσίας καί νά ἐμμείνουν στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἔπνιξαν στό αἶμα τήν ζωή τῶν πιστῶν ὅπου τελικός νικητής ἦταν ἡ Ἐκκλησία, γιατί ὁ ἀγώνας της ἦταν δίκαιος. Καί ἐπειδή ὁ Κύριος "δικαιοσύνας ἠγάπησεν" τόν δίκαιο ἀγῶνα τῶν πιό ἀγαπητῶν τέκνων του, πού μέχρι θυσίας τῆς ζωῆς τους τόν ἀγάπησαν, ἐδικαίωσε καί ἐστερέωσε ἐπάνω στήν ὁμολογία τους τήν Ἐκκλησία Του σάν σέ πέτρα ἀσάλευτη. Ἡ ὀρθοδοξία ἔκτοτε ὀνομάζεται μαρτυρική, γιατί ζοῦσε μέ ἐνθουσιασμό τόν παλμό τῶν μαρτύρων καί καλοῦσε τόν λαό νά μνημονεύη τούς μάρτυρας, γιά νά ἀξιωθοῦν νά γίνουν "κοινωνοί τῆς ἀθλήσεως αὐτῶν".
Ὅταν κατέπαυσαν οἱ διωγμοί, τό μαρτύριο τοῦ αἵματος τό διεδέχθη τό λεγόμενο μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Τόν τέταρτο αἰῶνα, ὅταν πλέον δημιουργήθηκαν συνθῆκες ἐλεύθερης λατρείας τῶν Χριστιανῶν, παρατηρεῖται ὁμαδική ἔξοδος μοναστικῶν κοινοτήτων στήν ἔρημο. Ψυχές, φλεγόμενες ἀπό σφοδρή ἀγάπη γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐστρέφοντο ἀποκλειστικά πρός τήν ἀσκητική ζωή. Τό γεγονός αὐτό ἔχει ἕνα εἰδικό ἱστορικό βάρος. Δέν ἦταν ὅπως λένε πολλοί ἁπλῶς μιά μόνωση γιά προσωπική τελείωση, οὔτε ἀσφαλῶς ἕνα ἀνώτερο πεδίο τελειότητος προορισμένο γιά λίγους ἀνθρώπους. Ἦταν μιά προσπάθεια νά διατηρηθῆ τό ἰδεῶδες φρόνημα τῶν Χριστιανῶν τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, δημιουργῶντας μιά ἀληθινή χριστιανική κοινωνία ἔξω ἀπό τίς συμβατικότητες καί τά δεσμά πού δημιούργησε ὁ ἐναγκαλισμός τῆς κοσμικῆς Ἐξουσίας μέ τήν Ἐκκλησία.
Τό ἰδεῶδες τοῦ μοναχισμοῦ ἦταν ἡ ὑπενθύμιση καί ἐκπλήρωση τοῦ κοινοῦ χρέους ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτό προσδιορίζεται ἀπό τίς ὑποσχέσεις πού δίνονται ἀπό τό βάπτισμα. Στούς πιστούς αὐτό τό χρέος ἀτονοῦσε μέσα στό κλίμα τοῦ ἐφησυχασμοῦ καί τῆς ἐπισημοποιήσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, πού ἀκολούθησε τό τέλος τῶν διωγμῶν. Καθώς λέγει ἕνας μελετητής τῶν ἀρχῶν τοῦ μοναχισμοῦ "τό παράδοξο δέν ἦταν ἡ μοναστική ζωή πού ἦταν κάτι καινούργιο στά τέλη τοῦ τρίτου καί ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνα, ἀλλά μᾶλλον ἡ ἐκκοσμικευμένη ζωή πού ζοῦσε τό πλῆθος τῶν Χριστιανῶν στά χρόνια πού σταμάτησαν οἱ διωγμοί. Οἱ μοναχοί στήν πραγματικότητα δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, παρά νά διατηροῦν ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον, μέσα στίς μεταβληθεῖσες συνθῆκες, γιά τό ἰδεῶδες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. ὅπως στήν εἰδωλολατρική αὐτοκρατορία ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἕνα εἶδος ἀντιστασιακῆς κινήσεως, ὁ μοναχισμός ἦταν διαρκής ἀντιστασιακή κίνηση μέσα στήν χριστιανική κοινωνία". 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σέ κάποιο λόγο του εὐχόταν νά μή χρειαζόταν ἡ ὕπαρξη τοῦ μοναχισμοῦ ἄν μεταμορφωνόταν ὁλόκληρη ἡ κοινωνική ζωή σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου. 

Ἡ φλόγα τῆς σφοδρῆς ἀγάπης πού ἔκανε τούς μάρτυρες νά θυσιάζωνται γιά τόν Χριστό, συνέχισε στίς καρδιές τῶν μοναχῶν οἱ ὁποῖοι ἐβάδιζαν "τῇ τοῦ Πρωτομάρτυρος Χριστοῦ στρατείᾳ", "θανατούμενοι ὅλην τήν ἡμέραν καί λογιζόμενοι ὡς πρόβατα σφαγῆς" καί ἀντιμετωπίζοντες ὄχι πλεόν τά ὄργανα τοῦ διαβόλου ἀλλά αὐτόν τόν ἴδιο. 

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ λέγει: "ὅ,τι οἱ μάρτυρες ἔπραττον κατά τήν νύκτα ἐκείνη πού ἐπληροφοροῦντο ὅτι θά μαρτυρήσουν, δηλαδή νηστεία ἀφ΄ ἑσπέρας, ἀγρυπνία, δοξολογία Θεοῦ καί ἐν ἀγαλλιάσει προσδοκῶντας τήν μεγάλη ὥρα τῆς συναντήσεως μετά τοῦ νυφίου Χριστοῦ, ὡς οἱ πέντε φρόνιμες παρθένες, αὐτό καί οἱ μοναχοί "οἱ τήν ἀόρατον μαρτυρίαν κληθέντες" κάθε μέρα καί νύχτα ἐπιτελοῦσαν, περιμένοντες τήν μεγάλη ἡμέρα τῆς ἐξόδου τους".

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στό βίο τοῦ Μ. Ἀντωνίου γράφει: "Μετά ταῦτα κατέλαβε τήν Ἐκκλησίαν ὁ κατά Μαξιμῖνον τό τηνικαῦτα γενόμενος διωγμός· καί τῶν ἁγίων μαρτύρων ἀγομένων εἰς τήν Ἀλεξάνδρειαν, ἠκολούθησε καί αὐτός (ὁ Ἀντώνιος) ἀφείς τό μοναστήριον λέγων· ἀπέλθωμεν καί ἡμεῖς ἵνα ἀγωνιζόμεθα κληθέντες ἤ θεωρήσωμεν τοῦς ἀγωνιζομένους. Καί πόθον μέν εἶχε μαρτυρῆσαι· παραδοῦναι δέ μή θέλων ἑαυτόν ὑπηρέτει τοῖς ὁμολογηταῖς ἐν τε τοῖς μετάλλοις καί ἐν ταῖς φυλακαῖς... ηὔχετο γάρ καί αὐτός μαρτυρῆσαι, καθά προεῖπον. Αὐτός μέν λυπουμένῳ ἐώκει (=φαινόταν νά λυπᾶται), ὅτι μή μεμαρτύρηκεν, ὁ δέ Κύριος ἦν αὐτόν φυλάττων εἰς τήν ἡμῶν καί τήν ἑτέρων ὠφέλειαν ἵνα καί ἐν τῇ ἀσκήσει, ἥνἐκ τῶν γραφῶν μεμάθηκε, πολλοῖς διδάσκαλος γένηται... ἐπειδή δέ ὁ διωγμός ἐπαύσατο ἀπεδήμησε, καί πάλιν εἰς μοναστήριον ἀνεχώρει καί ἦν ἐκεῖ καθ΄ ἡμέραν μαρτυρῶν τῇ συνειδήσει καί ἀγωνιζόμενος τοῖς τῆς πίστεως ἄθλοις".
Στό παραπάνω κείμενο βλέπομε τόν Καθηγητή τῆς Ἐρήμου νά φλέγεται ἀπό ἐπιθυμία γιά τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως ἐξ ἴσου μέ τόν πόθο νά μαρτυρήση "τῷ αἵματι". Γιατί τό ἕνα στηρίζεται στό ἄλλο. ὅταν διέρχεται διά μέσου τῶν ὀδυνῶν τῆς ἀσκήσεως ἡ γνώση καί ἐμπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται αὐτομάτως ἡ νικηφόρος ἀνδρεία, πού ὁδηγεῖ τήν ψυχή στήν θυσία διά τοῦ μαρτυρίου, μέ τήν προϋπόθεση νά εἶναι θέλημα Θεοῦ, χωρίς νά ἐκβιάση μέ πρόκληση καί αὐθάδεια τά πράγματα. Καί ἐφ΄ ὅσον ὁ Θεός δέν θέλησε νά ἐντάξη τόν Μ. Ἀντώνιο στή χορεία τῶν μαρτύρων, ἐπανῆλθε στήν ἔρημο "μαρτυρῶν καθ΄ ἡμέραν τῇ συνειδήσει καί ἀγωνιζόμενος τοῖς τῆς πίστεως ἄθλοις". ἄφησε ἑπομένως στίς μετέπειτα γενεές τῶν μοναχῶν τήν μαρτυρία ὅτι οἱ μοναχοί βιώνουν ἀδιάλειπτα τήν συμμετοχή στό θάνατο τοῦ Χριστοῦ καί στά βασανιστήρια τῶν ἀθλητῶν τῆς πίστεως μέ ὄργανα τοῦ μαρτυρίου τους τήν ἄσκηση, τήν ὑπακοή, τά ποικίλα παλαίσματα, τήν ἔμπρακτη ταπείνωση καί τήν θυσιαστική ἀγάπη, μέσα στήν ἰσόβιο παλαίστρα πού εἶναι τό κελλί, περιμένοντες τόν φυσικό θάνατο σάν μετάθεση ἀγαθῆς ζωῆς, νεκροί ὡς πρός τόν κόσμο, "μνῆμα πρό μνήματος καί παλαίστραν τόν τόπον τοῦ μοναστηρίου ἔχοντες", κατά τόν ἅγιοἸωάννη τόν Σιναῒτη.

Ὁ ἅγιος Παχώμιος, ὅταν τόν παρεκάλεσε ἕνας μοναχός νά προσευχηθῆ γιά νά μαρτυρήση, βλέποντας μέ τό προφητικό του μάτι τό ἄκαιρον τῆς αἰτήσεως καί τοῦ ἐγχειρήματος, τοῦ ἀπάντησε: "Ὑπόμεινον τόν ἀγῶνα τοῦ μοναχοῦ γενναίως καί ἀμώμως ἀδελφέ... καί ἕξεις ἐν οὐρανοῖς τήν μετά μαρτύρων κοινωνίαν".
Πολλοί ἄλλοι Πατέρες θεωροῦσαν ὡς ἀληθινά ἀναίμακτο μαρτύριο τήν ἐπίμονη καί ὑπομονετική ἄσκηση. Ὁ ἅγιος Μακάριος λέγει ὅτι οἱ μοναχοί μοιάζουν "ὡς ἄνθρωποι βαστάζοντες εἰς χεῖρας αὐτῶν τό αἶμα αὐτῶν". Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς γράφει γιά τούς ἀγωνιστές τῆς εὐσεβείας, δηλαδή τούς ἀσκητές, τά ἑξῆς: "Δεῖ οὖν εὐχαριστοῦντας ὑπομένειν τήν βουλήν τοῦ Κυρίου· τότε γάρ εἰς λόγον δευτέρου μαρτυρίου, τό τε συνεχές τῶν νόσων καί ἡ πρός τούς δαιμονιώδεις λογισμούς μάχη λογίζεσθαι... Καί διά τοῦτο ἐχρῆν μετά ἀσφαλείας καί ὑπομονῆς τό μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν κατεργάζεσθαι ἐνώπιον Θεοῦ". Ὁ δέ ἅγιος Νεῖλος, ὁ μαθητής τοῦ Χρυσοστόμου, γράφει πρός τούς μοναχούς: νά ἀσκοῦν τήν ὑπομονή αὐτή μέ τήν ὁποία ἀσκοῦντο οἱ μάρτυρες "ἐπειδή τό τῆς συνειδήσεως μαρτύριον καί ἡμεῖςἀπαιτούμεθα". Ἀλλοῦ δέ ὀνομάζει τήν ἀσκητική μοναχική ζωή "στάδιον τῆς νοερᾶςὁμολογίας καί ἑτοιμασίαν πρό τόν ὑπέρ Χριστοῦ θάνατον".

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐκφράζεται παρομοίως μέ τούς ἄλλους Πατέρας, μέ μιά χαρακτηριστική διατύπωση περί μοναχισμοῦ ὡς μαρτυρίου: "Τιμήσωμεν... τούς Ἀποστόλους... τούς Μάρτυρας... καί τούς Ὁσίους Πατέρας ἡμῶν τούς θεοφόρους ἀσκητάς, τούς τό χρονιώτερον καί ἐπιπονώτερον μαρτύριον τῆς συνειδήσεως διαθλήσαντας. Τούτων πάντων ἀναθεωροῦντες τήν πολιτείαν ζηλώσωμεν τήν πίστιν, τήν ἀγάπην, τήν ἐλπίδα, τόν ζῆλον, τόν βίον, τήν καρτερίαν τῶν παθημάτων, τήν ὑπομονήν μέχρις αἵματος, ἵνα καί τῶν τῆς δόξης στεφάνων αὐτοῖς κοινωνήσωμεν". Παρατηρεῖ ὅτι τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως ὡς "χρονιώτερον καί ἐπιπονώτερον" εἶναι δυσκολώτερο ἀπό τό μαρτύριο τοῦ αἵματος, γιατί περιλαμβάνει ὅλο τόν ἐπίγειο βίο τῶν μοναχῶν.

Ὁ ἄγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει τά ἑξῆς: "Στῶμεν ἀδελφοί πρός τό κατά συνείδησιν διηνεκές μαρτύριον... τοῖς δάκρυσι, τῇ προσευχῇ, τῇ δεήσει, τῇ κατανύξει, τοῖς ἄλλοις ὑποπιασμοῖς τοῦ σώματος". Ὁ δέ ἀββᾶς Βαρσανούφιος λέγει: "τό ἀφῆσαι τό ἴδιον θέλημα, αἱματοχυσία ἐστί".
Αὐτή ἡ μαρτυρική ζωή πού ὑφίστανται οἱ μοναχοί στήν ἐξάσκηση τῆς ἐπί γῆς ἀποστολῆς τους ἀσφαλῶς δέν σημαίνει αὐτό πού συνήθως ἐννοοῦμε σήμερα, ὅτι δηλαδή ὁ μοναχός ἄγχεται καί ἀγωνιᾶ καί βασανίζεται. Εἶναι μιά ἑκούσια σύνθλιψη διά τῆς ὁποίας οἱ Πατέρες στοχεύουν στή βεβαιότητα τῆς σχέσεως μετά τοῦ Χριστοῦ τοῦ Πρωτομάρτυρος, τόν ὁποῖον "ἠγάπησαν" καί χάριν αὐτοῦ "ἐξέλεξαν ὁδούς σκληράς" μιμούμενοι τήν ἀγάπη Του πού τήν ἐσφράγισε μέ τήν ἐπί τοῦ σταυροῦ θυσία Του χάριν ἡμῶν. Δέν εἶναι μιά παθητική μοιρολατρεία. Ἀντίθετα εἶναι ἕνα ἀπόκτημα τελείας ἀγάπης, μιά δωρεά ἀλήκτου χαρᾶς, πού δέν ἀφήνει τόν ἐραστή τοῦ Θεοῦ νά "φεισθῆ ἑαυτοῦ εἰς τέλος". Δέν σημαίνει μόνο νά "ψωμίσω πάντα τά ὑπάρχοντά μου καί παραδῶ τό σῶμα μου ἵνα καυθήσωμαι", ἀλλά νά ἀποταχθῶ "πᾶσιν τοῖς ἑμαυτοῦ ὑπάρχουσιν" καί κυρίως ἀπό τό φρόνημα τῆς ἐγωϊστικῆς μονώσεως, πού προκαλεῖ τόν χωρισμό ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τίς καρδιές ἐκεῖνες πού ἀκολουθοῦν τό "ἀρνίον ὅπου καί ἄν ὑπάγη" καί ἐπιθυμεῖ οἱ γνήσιοι ὁπαδοί του νά εὐρίσκονται στήν πορεία πρός τήν αὐτοεξουθένωση, ὥστε ἀπό τήν μηδενική αὐτή ἀρχή νά ἀναδημιουργήση τό Πνεῦμα τό ἅγιο τόν νέο ἐν Χριστῷ θεωμένο ἄνθρωπο. "Καρδίας θλιβείσης ἐξεπήδησαν ὕδατα", λέγει ὁ ἅγιος Κάλλιστος, πού σημαίνει δίδει αἶμα καί λαμβάνει Πνεῦμα, ὁ γνωστικός μοναχός.
Ὁ ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός παρομοιάζει τούς ἀγῶνες τῶν Πατέρων μέ τούς ἀγῶνες τῶν Ἀποστόλων καί Μαρτύρων λέγοντας: "Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Μάρτυρες οὐκ ἔμαθον τήν θεογνωσίαν καί τήν σοφίαν ἐξ ἀκοῆς ὡς ἡμεῖς, ἀλλ΄ αἵματος ἔδωκαν καί ἔλαβον Πνεῦμα κατά τό λεγόμενον ὑπό τῶν Γερόντων· δός αἶμα καί λάβε Πνεῦμα. Διά τοῦτο καί οἱ Πατέρες ἀντί μαρτυρίου αἰσθητοῦ κατά συνείδησιν ἐμαρτύρησαν, ἔχοντες ἀντί θανάτου σωματικοῦ τόν κατά προαίρεσιν, ἵνα νικήση ὁ νοῦς τά σαρκικά θελήματα καί βασιλεύση ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν".
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου τρεῖς πραγματικότητες μπορεῖ νά βιώση. Τήν παρά φύσιν ζωή, δηλαδή τήν πλάνη, τήν ζωή τῶν παθῶν, τήν κατά φύσιν, δηλαδή τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων, καί τήν ὑπέρ φύσιν, δηλαδή τή ζωή τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο ὅποια ἀπό τίς τρεῖς καταστάσεις ζῆ κάθε φορά, ἀπέχει ἀπό τίς δύο ἄλλες. Γιά νά εἰσέλθη δέ στή ζωή τοῦ Πνεύματος εἶναι ἀνάγκη νά ὐπερβῆ τή ζωή τῶν παθῶν καί τῶν αἰσθήσεων. Αὐτή ὅμως ἡ μετάβαση ἀπό τή ζωή τῶν παθῶν καί τῶν αἰσθήσεων δέν εἶναι εὔκολο ἐγχείρημα. Προϋποθέτει γενναῖες ψυχές καί ἀποφασισμένες νά πολεμήσουν πρός τίς ἀόρατες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες μέ ἀπάνθρωπη σκληρότητα ἀγωνίζονται νά κρατήσουν τόν ἄνθρωπο μακρυά ἀπό τήν ζωή τοῦ Πνεύματος. "ὅπου τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἐκεῖ ἀκολουθεῖ, οἶον σκιά, ὀ διωγμός καί ἡ πάλη" ἀναφέρει ὁ ἅγιος Μακάριος. Τά ὅπλα τοῦ Πνεύματος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Μοναχός, κυρίως ἡ προσευχή, ὅσο κακό καί ζημιά κάνουν στά δαιμόνια, τόσο τά ἐρεθίζουν καί τά ξεσηκώνουν σέ πολεμική καί ἀντίθεση, ὥστε νά συμμαχοῦν καί νά συνασπίζoνται πολλά μαζί γιά νά μεταβάλουν τή διάθεση τοῦ ἀγωνιστῆ καί νά καταργήσουν τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν ὅπλων του. ἔτσι καθιστοῦν αὐτόν πού δέ θέλει νά τούς ὑπακούση ἕνα ἐφ΄ ὅρου ζωῆς μάρτυρα πού εἶναι ἀποφασισμένος, προκειμένου νά ἀρνηθῆ καί προδώση τόν ἀγαπώμενο, νά δέχεται ὁποιοδήποτε πλῆγμα ἐφεύρει ἡ πονηρή διάνοιά του καί παραχωρήση ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. ἕνας δαίμων εἶναι ἀρκετός νά ὀδηγήση ὁλόκληρη πόλη στά θελήματά τους, χιλιάδες δαίμονες ὅμως χρειάζονται γιά νά ἐξουδετερώσουν τό φρόνημα τοῦ προσευχομένου καί ἀγωνιζομένου μοναχοῦ, ἀναφέρει κάποιος ἅγιος. Ἐπειδή εἶχαν γνώση οἱ Πατέρες ὅτι ἡ πάλη δέν εἶναι "πρός αἶμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις", γιαὐτό τήν ἀνύστακτη καί ἐπίμονη πολεμική τους τήν ἀντιμετώπιζαν μέ τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, κυρίως τήν ἀνύστακτη προσευχή, "προσευχόμενοι ἐν παντί καιρῷ ἐν Πνεύματι" κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, μέ τήν νήψη καί προσοχή ὥστε νά μήν κατηγοροῦν κατηγοροῦν τούς ἄλλους γιά τά σφάλματά τους καί νά μή ἐπιδιώκουν νά περνοῦν τά θελήματά τους, πράξη ἀπ΄ ὅπου, κατά τόν ἀββᾶ Βαρσανούφιο, ὁδηγοῦνται στήν αὐτομεψία, τήν μετάνοια καί τά δάκρυα. Ἡ ταπεινοφροσύνη τέλος, ὁ καρπός ὅλων τῶν ἀνωτέρω ἐνεργειῶν, γίνεται τό πιό ἀποτελεσματικό ὅπλο μέ τό ὁποῖο ἐξουδετερώνεται πᾶσα ἡ δύναμις τοῦ ἐχθροῦ. Μέ τούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες, πολλές φορές καί μέ τά αἵματά τους ἐφώναζαν τήν φωνή τοῦ Προφήτη Ἰωήλ: "Ἁγιάσωμεν τοιοῦτον πόλεμον καί ἄς ἐγερθῶμεν ὡς οἱ μαχηταί τοῦ Θεοῦ, πρός Αὐτόν ἀναβαίνοντες πάντες, ὡς ἄνδρες πολεμισταί".
Ἡ Ἐκκλησία μας ἐντάσσει στή χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τίς γυναικεῖες ψυχές, οἱ ὁποῖες ξεπερνῶντας τό γυναικεῖο φρόνημα, ἀκολουθοῦν τό μοναστικό μαρτύριο μέ ἐξ ἴσου ἔμπονη ἀναγωγή πρός τόν Θεό, ἀγάπη καί πόθο γιά τήν ἄσκηση ἕως θανάτου, καθιστῶντας γνωστά τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί στή δική τους φύση, ὅπως καί οἱ Πατέρες. ἕτσι οἱ ἀββᾶδες καί οἱ ἀμμᾶδες στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καθίστανται οἱ καθοδηγητές τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο ἐκ τῆς σπουδῆς καί τῆς μαθήσεως, ἀλλά κυρίως ἐκ τῶν παθημάτων τους. Μέ τή ζωή τους καί μέ τήν διά πολλῶν ἀγωνισμάτων κραυγή τους: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με, φανέρωσαν τήν ἀγωνία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου γιά σωτηρία καί λύτρωση καί τήν ἐμπειρία τῆς θείας κοινωνίας καί φωτοχυσίας. Ἀπέκτησαν τόν θρίαμβο τῶν Ἁγίων καί ἔγιναν ἀπλανεῖς διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία ζῆ τήν παραδεδομένη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ π. Σωφρόνιος λέγει ὅτι ὅταν δέν ὑπάρχει διωγμός "τήν θέσιν τοῦ μαρτυρίου λαμβάνει ὁ μοναχισμός". Ὁ κάθε ἀληθινός μοναχός ἐπιθυμεῖ τό μαρτύριο γιατί μέσα του μαρτυρεῖται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ζωή τοῦ Μοναχοῦ εἶναι ἀπόλυτα ἀφιερωμένη καί δοσμένη στόν Σωτῆρα Χριστό. Καί ὅπως Ἐκεῖνος ἔδωσε τόν ἑαυτό Του γιά μᾶς, γιά τή σωτηρία μας καί θέλει νά γίνεται καθ΄ ἡμέραν ἄνθρωπος ἀπό ἀγάπη σ΄ ἐμᾶς, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο, ἔτσι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατασκευάζει τόν ἀληθινό Μοναχό καί Χριστιανό νά θέλη νά προσφέρεται καθ΄ ἡμέραν στόν Θεό μέ τόν πιό τέλειο τρόπο ἀγάπης πού εἶναιἡ θυσία καί νά ἀναδύεται κάθε στιγμή ἡ κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ ἐρριζωμένη ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου, νά γίνεται ὅμοιος μέ τόν Θεό καί θεός κατά χάριν.
Ὅταν ὁ διωγμός τοῦ αἵματος δέν ὑφίσταται στήν Ἐκκλησία διεξάγεται ἡ πάλη κυριαρχίας τῶν δυνατοτέρων ἐπί τῶν ἀσθενε-στέρων. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι πού στεροῦνται τῆς γνησίας χριστιανικῆς ζωῆς, τῆς δυνατότητος δηλαδή νά προσλάβουν τόν Χριστό "καθώς ἐστι" ἀκόμη καί ῾ὅταν στεροῦνται καί αὐτῆς τῆς μέσης διανοητικῆς ἱκανότητας νά διεισδύσουν στά μυστήρια τῆς ζωῆς, γίνονται ἀναπόφευκτα μικροί τυρρανίσκοι.Ἀποδεχόμενοι τήν "ἰδίαν ἀντίληψιν" σάν τήν "ἐσχάτην τελειότητα" μάχονται νά τήν ἐπιβάλουν πάνω σ΄ ὅλη τήν δομή τῆς Ἐκκλησίας. Συσχηματίζονται μέ τούς ἄρχοντες τοῦς αἰῶνος τούτου, χρησιμοποιοῦν τά πορίσματα τῶν στείρων σκέψεών τους ὡς μέσα διοικήσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀπορρίπτουν τήν τελειότητα τῆς εὐαγγελικῆς ἐμπειρίας καί μάχονται πολλές φορές κατ΄ αὐτῆς καί τῶν ἐκφραστῶν της. Ἀπό δῶ οἱ ποικίλες παρεκλίσεις καί αἱρέσεις, οἱ συγκρούσεις καί οἱ διωγμοί, οἰ ἀλλοιώσεις τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί οἱ συγκριτισμοί τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί θρησκειῶν. Δέν διστάζουν ἀκόμη νά "μεταίρουν ὅρια αἰώνια" πού οἱ ἔμπειροι ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Πατέρες ἔθεσαν γιά τήν διασφάλιση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ μοναχισμός πού δέν εἶναι ἐπινόηση ἀνθρώπων ἀλλά ὅπως λέγει ὁ μακαριστός π. Σωφρόνιος "ἀποτελεῖ κατηγορικήν προσταγήν τοῦ πνεύματος ἡμῶν κατόπιν τῆς ἐπαφῆς αὐτοῦ μετά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος", καλεῖται μέσα στούς αἰῶνες καί εἰδικά σήμερα νά προσφέρη τήν μαρτυρία τῆς θλιβείσης ἀπό τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες "καρδίας του" κατά τρόπο ἀποκαλυπτικό καί ὁμολογητικό, ἀκόμη καί μαρτυρικό, γιά τήν διάσωση καί διαιώνιση τῆς θείας ζωῆς. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δέν μαρτυρεῖται μέ ἐπιστημονικές, λογικές ἤ πλειοψηφικές μαρτυρίες, ἀλλά ἀπό μαρτυρίες ἀποκαλυπτικές διά Πνεύματος Ἁγίου καί ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι "ὤφθησαν ἐν τῷ τόπῳ τοῦ θεοῦ καί ἔφαγον καί ἔπιον" κατά τόν Προφήτη μετ΄ αὐτοῦ καί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶναι συνήθως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι "κατά τό πλῆθος τῶν ὀδυνῶν αὐτῶν" ἐδέχθησαν τίς παρακλήσεις τοῦ Πνεύματος καί "εὐφράνθη ἡ ψυχή τους"ἀπό τούς γλυκούς καρπούς Του.
Ἡ παρακμή τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἐξ αἰτίας τῆς πείσμονος ἐσωτερικής καί ἐξωτερικῆς πολεμικῆς πολλῶν, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν, κατά τούς περασμένους αἰῶνες,ἔφεραν σοβαρό πλῆγμα στό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό σῶμα. Στίς ἡμέρες μας φαίνεταιἡ θεωρητικοπρακτική παρέκκλιση ἀπό τά δεδομένα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων καί θά φανῆ περισσότερο ἄν συγκληθῆ ἡ λεγόμενη μεγάλη πανορθόδοξη Σύνοδος. Ἡ μαλθακότητα πού δημιουργήθηκε στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἔλλειψη ἀσκητικῶν ἀγώνων,ἀπόρροια ἴσως καί τῆς γενικώτερης σύγχρονης ἐποχῆς, κατήργησε τήν ἀμεσότητα τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς, τήν λογικοποίησε καί ἐστέρησε τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν "κατ΄ αἴσθησιν καρδίας" παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς καρδιές πολλῶν ἡγετῶν της. Ὁπότεἡ διαστροφή τῆς Εὐαγγελικοπατερικῆς παραδόσεως καί ἡ ὑποβάθμιση τῆς ἀξίας τῶν δογμάτων γιά τή διατήρηση τοῦ ἁγνοῦ ὀρθόδοξου ἤθους, παρουσιάζεται ἐμφανῶς στίς σύγχρονες διασκέψεις.
Οἱ Πατέρες δέν ἀπολυτοποιοῦν τίς ἀσκήσεις σάν αὐτοσκοπό στή ζωή τους. Δέν χαρακτηρίζεται σάν ἀληθινός χριστιανικός βίος αὐτός πού βγαίνει μέσα ἀπό ἀσκήσεις χωρίς σκοπό καί στόχο, ἀλλά ἡ συμμόρφωση τοῦ Χριστιανοῦ πρός τόν Χριστό, καί ἡ βίωση τοῦ θεανθρώπινου βίου Του, εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ἀληθινοῦ ἐραστή τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ἡ ἔξοδος στήν ἔρημο δέν συντελεῖται μόνο τοπικῶς. Τό φιλοκαλικό πνεῦμα πού διαιωνίζεται μέσα σ΄ ὅλα τά πλάτη καί μήκη τῆς Ὀρθοδοξίας καθίσταται προσληπτόἀπό ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀρκεῖ νά ἕπονται "τοῖς Πατράσιν ἡμῶν" σάν ἀληθινά τέκνα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος θεολόγος λέγει ὅτι: "Πολλοί μέν τόν ἐρημικόν, ἄλλοι δέ τόν μιγάδα, ἤτοι τόν κοινοβιακόν, ἐμακάρισαν βίον, ἕτεροι δέ προῒστασθαι λαοῦ, νουθετεῖν τε καί διδάσκειν καί συνιστᾶν Ἐκκλησίας. Ἐγώ δέ οὐδέτερον τούτων τοῦ ἑτέρου προκρίναιμι οὐδε τόν μέν ἐπαίνου τόν δέ ψόγου ἄξιον εἴποιμι ἄν, ἀλλ΄ ἐν παντί καί ἐν πᾶσιν ἔργοις καί πράξεσιν ὁ διά Θεόν καί κατά Θεόν βίος παμμακάριστος".
Ἡ κοινή χριστιανική σφραγίδα πού χαρακτηρίζει ὅλους καί τούς ἐξισώνει μέ τούς μάρτυρες καί τούς ἀσκητές εἶναι ἡ θεία ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ὁ Θεός "ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διά Πνεύματος Ἁγίου" καί ἀπό τήν ὁποία κανείς δέν χωρίζεται συμμορφούμενος πρός τόν βίο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τό θεῖο πῦρ "εἰσδεξάμενοι" ὁ χορός τῶνἈποστόλων καί Μαρτύρων καί Μοναχῶν ἐνεπνεύσθησαν νά ὑπερβοῦν, κατά τήν "Φιλόθεον Ἱστορίαν", "πάντων τῶν ὁρωμένων καί πάσης ζωῆς ἡδίστης". "Ἐρασθέντες" αὐτοῦ τοῦ θείου κάλλους ὅλοι ἐμεῖς οἱ φιλόθεοι κληρικοί παντός βαθμοῦ καί Χριστιανοί πάσης τάξεως καί ἀφοῦ θεωρήσωμε "αἰσχρόν" νά φανοῦμε ἀχάριστοι "περί τόν εὐεργέτην μας Θεόν" ἄς φυλάξουμε μέχρι θανάτου "τάς πρός τόν Θεόν συνθῆκας".
Αὐτή τήν ἀγάπη ἐγκωμιάζει καί ὁ Χρυσορρήμων Χρυσόστομος λέγοντας τά ἑξῆς: "Ἀγάπης οὐδέν, οὔτε μεῖζον οὔτε ἴσον ἐστίν, οὐδέ αὐτό τό μαρτύριον, ὅ πάντων ἐστί κεφάλαιον τῶν ἀγαθῶν... Ἀγάπη μέν γάρ καί χωρίς μαρτυρίου ποιεῖ μαθητάς τοῦ Χριστοῦ,μαρτύριον χωρίς ἀγάπης οὐκ ἄν ἰσχύσειε τοῦτο ἐργάζεσθαι... ". ἔτσι ἐξουδετερώνεται κάθε δικαιολογία πολλῶν πού λένε ὅτι ἐμεῖς δέν εἴμαστε μοναχοί νά ζοῦμε τέλεια ζωή, πού κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο σχετικοποιοῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί φθάνουν καί στήν παράβασηἀκόμη. Οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἀπόλυτο χαρακτῆρα "τουτέστι δέν ὑπάρχουν καί εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρχουν τοιαῦται ἐξωτερικαί συνθῆκαι, ὑπό τάς ὁποίας ἡ παραμονή εἰς τάςἐντολάς τοῦ Θεοῦ νά καθίσταται ἀδύνατος", σύμφωνα μέ τήν γνώμη τοῦ π. Σωφρονίου.Ἡ βιωματική ἔλλειψη πού χαρακτηρίζει πολλούς ἀπό ἐμᾶς, δέν εἶναι ἀδυναμία ἀλλά μᾶλλον σκόπιμη παραίτηση. Ἡ πρός τόν Θεό ἀγάπη γίνεται ἐφικτή ἀνάλογα μέ τό πόσο ἐργαστήκαμε στή ζωή μας τό καθ΄ ἑαυτόν μῖσος. "Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήνἑαυτοῦ ψυχήν οὐ δυναταί μου μαθητής εἶναι".

Οἱ Μάρτυρες καί οἱ ἀσκητές ἀκολουθοῦν αὐτή τήν ἐντολή κατά γράμμα. Τό αἶμα τοῦ μαρτυρίου ἤ τῆς συνειδήσεως πού χύνουν τό παίρνει ἐπάνω Του ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς "χιτῶνα σωτηρίου καί χιτῶνα εὐφροσύνης", ὅπως πῆρε τά πανάχραντα αἵματα τῆς Παναγίας πού ἀπό μικρό κοριτσάκι ἀγάπησε σφοδρῶς τόν Θεό, τό ἁγιάζει καί τό καθιστᾶ ἁγιαστική εὐλογία γιάὅλους ἐμᾶς. Τώρα μᾶς καλοῦν αὐτοί ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ νά συμμορφωθοῦμε "τοῖς λόγοις καί τοῖς ἔργοις" τοῦ Χριστοῦ καί τῶν φίλων αὐτοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου