Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Χαριτωμένες πνευματικές νουθεσίες του αγιασμένου Πατρός Άρχιμ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ Μακρή...





 Τό να παραμένεις πιστός εις τόν Μοναχισμόν θεωρείται μαρτύριον.
* * *
Θέλει ό Χριστός να σου βγάλη τά αγκάθια, διότι είναι κηπουρός καί σύ θέλεις την ήσυχία σου.
* * *
 Ό Χριστός είναι κοντά μας, ας μή τόν βλέπομε... καμμιά φορά μάς δίδει καί κανένα μπάτσο άπό πολλήν άγάπην...
* * *
 Πρέπει να χαίρεσαι. Καλλιτεχνική σμίλη κρατά στά χέρια του ό Ιησούς. Θέλει να σέ έτοιμάση ένα άγαλμα του Ούρανίου Παλατιού.
* * *
Είσθε βασιλικά πρόσωπα, προορίζεσθε γιά τόν ούράνιο νυμφώνα.
* * *
Όταν Ιδης άνθρωπον κουρασμένον (πνευματικώς) μή τού βάλης άλλο φορτίο διότι τά γόνατα δέν άντέχουν.
* * *
Αγάπησε τόν Ενα να σέ αγαπούν καί τά θηρία.
* * *
Αληθινός πλούτος γιά μένα είναι να σάς δώ στήν Βασιλείαν των Ουρανών.
* * *
Όταν ύπάρχει ή φλόγα τής αγάπης, ό,τι κακό πλησιάζει τό κατακαίει.
* * *
Ό άνθρωπος όταν δεν ζητά τά δικαιώματά του θά φωτίση ό Θεός τόν άλλον να τού τά δώση.
* * *
Τό φως τού Κυρίου να σέ φωτίζη καί να σέ όδηγή πάντοτε.
* * *
Ό διάβολος φρίττει όσον μάλιστα βλέπει νέες υπάρξεις να κάθωνται εδώ διά τόν Χριστόν.
* * *
Όταν έχετε πειρασμούς τότε κατέρχεται ή χάρις τού Θεού. Φαίνεται ότι τού χαλάτε (τού πειρασμού) τά σχέδια.
* * *
Ό άνθρωπος πού άγαπά πνευματικώς αισθάνεται προσευχόμενος, ότι εύρίσκεται έντός τού Θεού καί τού αδελφού του. Λυπάται όταν δέν πορεύεται καλώς ό άδελφός του καί προσεύχεται διά τήν πρόοδόν του. Ούδέποτε άλλάσσει εκείνος πού έχει τήν χριστιανικήν άγάπην...
Έρώτησις: Αφού βλέπετε, Γέροντα, τόσο καθαρά τίς αδυναμίες μας, τά λάθη μας, γιατί δέν μάς τά ύποδεικνύετε;
Άπάντησις: Λυπούμαι γιά οσα βλέπω ώς πατέρας, άλλά έλπίζω εις τήν καλλιτέρευσιν. Υποδεικνύω οσα πρέπει, άλλά πιό κερδισμένος είσαι, οταν χύσης δυό ή τρία δάκρυα έμπρός εις τόν Χριστόν δι’ αυτά, παρά να πής πολλά λόγια. Εκείνος είναι ό ιατρός καί παιδαγωγός μας. Ό Χριστός χθές καί σήμερον ό αυτός, άλλά εμείς έκλείσαμε τά μάτια μας καί βλέπομε σκοτεινά. Αφού προχωρούμε έτσι άλλοι λασπώνονται καί άλλοι σκοτώνονται.
Πολλές φορές τήν ήμέρα έρχεται ό Χριστός καί σου χτυπά, αλλά εσύ έχεις δουλειές...
* * *
Εκείνος πού ταράσσεται δέν σκέπτεται λογικά, ορθά. Κάμνε ύπομονήν καί θά βραβευθής μέ στέφανον. Θέλω να είσθε ήρεμες γιά να συναντώμεθα. 'Άμα είσθε κουρασμένες δέν λειτουργούν οί άσύρματοι.
* * *
Τό Πνεύμα τού Θεού να μή φεύγη άπό τό νου καί την καρδία σας.
* * *
Ό Κύριος να σάς ένισχύη, να κρατήσετε σταθερά τή σημαία τής αλήθειας καί τής έγκρατείας.
* * *
Ό Χριστιανός είναι πραγματικά άνθρωπος. Ξέρει ολους τούς τρόπους τής εύγενείας. Δέν θέλει να λυπήση κανένα.
* * *
Όταν ή καρδία μας δεν έχει την αγάπη πρός τόν Χριστόν δεν μπορούμε να κάνωμε τίποτε. Είμαστε σάν πλοία πού δέν έχουν φωτιά, βενζίνη στή μηχανή τους.
* * *
Όσον ό άνθρωπος απλοποιείται, θεοποιείται. Γίνεται άκακος, ταπεινός, πράος, ελεύθερος, γίνεται... γίνεται...
* * *
Αυτά πού ακούμε (πολέμους, σεισμούς, καταστροφές, είναι βροντές καί θα έλθη καί ή βροχή...).
* * *
Πρέπει λοιπόν να είμαστε έτοιμοι πρός άπολογίαν καί μαρτύριον.
* * *
Ή Χάρις τού Παναγίου Πνεύματος κάνει τόν άνθρωπον να έκπέμπη άκτίνας. Πρέπει όμως ό άλλος να έχη καλόν δέκτην διά να τό καταλάβη.
* * *
Πρέπει να έχωμε στόν ούρανόν τά βλέμματά μας. Τότε δέν θα μάς κλονίζη τίποτε.
* * *
Παρακαλώ τόν Θεόν να σάς άγιάση, να σάς όδηγήση εις τόν Παράδεισον. Αυτήν την προίκα παρακαλώ να σάς δώση ό Κύριος...
* * *
Εις την λειτουργίαν διά να έλθη ή χάρις τού Θεού πρέπει να έχης συγκέντρωσιν, ειρήνην καί να μή σκέπτεσαι τίποτε.
* * *
Όσον ό άνθρωπος άγαπά τόν Θεόν, τόσον έχει άγάπην καί γιά τούς ανθρώπους. Τούς αγαπά σε εικόνες Θεού, με σεβασμόν, λεπτότητα καί άγισμόν.
* * *
Καθημερινώς προσεύχομαι να σάς δώ στίς ταξεις τών όσιων γυναικών...
* * *
Παράδεισον χωρίς έσάς παιδιά μου, δέν  θέλω.
Έρώτησις: Πώς κατορθώνετε να έχετε τέτοια υπομονή καί καρτερία εις τά διάφορα;
Άπάντησις: Ή χάρις τού Θεού βοηθά. Πάντα πιστεύω παιδί μου εις την δύναμιν τού Θεού πού ολα τά μεταβάλλει καί τά ρυθμίζει πρός τό συμφέρον τής ψυχής μας.
* * *
Όταν θα δείτε τά δάκρυα τότε είναι επίσκεψι του Θεού εν τή προσευχή.
* * *
Όταν κοινωνής όχι μόνον παίρνεις δύναμι, αλλά φωτίζεσαι, βλέπεις ορίζοντας εύρεις, αίσθάνεσα χαράν... διαφορετικά νοιώθει ό καθένας, άνάλογο μέ την διάθεσι καί την φλόγα τής ψυχής του. Άλλος αισθάνεται χαρά καί ξεκούραση άλλος ειρήνη άλλος πνεύμα άφοσιώσεως καί άλλος μίαν άνέκφραστη άγάπη πρός πάντας. ’Ένοιωθα πολλές φορές κουρασμένος αλλά μετά την θεία Κοινωνία αισθανόμουν τόν έαυτό μου σάν να μήν είχα τίποτα.
* * *
Ή άθωότης είναι άνωτέρα άπό την ιδιοφυία.
Μεταλαμβάνετε συχνά, προσεύχεσθε θερμά, ύπομένετε καί θά ιδήτε χέρι δυνατόν να σάς κρατά.
* * *
Ό άνθρωπος πού έχει εγωισμό δέν ελκύει κανένα. Καί αν κάποιον έλκύση, γρήγορα θ’ άπομακρυνθή. Ό πνευματικός σύνδεσμος γίνεται αδιάλυτος όταν συναντήση παιδικό πνεύμα, αθωότητα καί άγιασμό.
* * *
Ό άνθρωπος πού δέν έχει Χριστό τά βλέπει όλα δύσκολα καί σκοτεινά.
* * *
Εις τό Μοναστήρι πρέπει να ξέρετε, ότι άλλους ανθρώπους στέλνει ό Θεός καί άλλους στέλνει ό διάβολος. Ό μέν Θεός γιά να ενισχύουν, ό δέ διάβολος γιά να διαλύουν τά Μοναστήρια.
* * *
Όταν ή καρδιά μας δέν έχη τόν Χριστόν, τότε θά βάλωμε μέσα ή χρήματα ή κτήματα ή ανθρώπους.
* * *
Σάς παρακαλώ να έφαρμόσετε αύτήν την έντολήν. Όσο μπορείτε να καλλιεργήσετε την αγάπην πρός τό πρόσωπο τού Χριστού. Σέ τέτοιο σημείο πού όταν θά προφέρετε τ’ όνομά Του να τρέχουν δάκρυα άπό τά μάτια σας. Ή καρδία σας πρέπει να καίγεται πραγματικά. Τότε Αύτός θά είναι ό δάσκαλός σας. Αύτός θά είναι ό οδηγός σας, ό αδελφός σας, ό πατέρας καί ό Γέροντάς σας.
 Μή δώσετε ποτέ σημασία σε κανένα γήϊνο καί άσταθές.
* * *
Να έχετε προσοχή, ύπομονή καί εν τή άπομονώσει να βλέπετε καί να έξετάζετε τόν εαυτόν σας.
* * *
Άς καλλιεργήσουμε πρώτα τόν έαυτόν μας, ό κόσμος θέλει να δή άνθρώπους έφαρμοστάς του Νόμου του Θεού. Αυτοί σπανίζουν εις την εποχήν μας.
* * *
Αγαπήσατε μέ όλην την καρδία σας τόν Νυμφίον σας Χριστόν καί όλοι οί άνθρωποι θά σάς αγαπούν καί θα σάς περιποιούνται.
* * *
Εύχομαι να ζήσετε άγια καί να άκολουθήσετε τίς άγιες γραμμές των πατέρων μας άπό τώρα πού εΐσθε νέες, γιά να βρεθείτε όλες εις τόν Παράδεισον. Αύτός είναι ό προορισμός σας.
* * *
Τό Αγιον Πνεύμα να μή φύγη άπό πάνω σου, άπό την καρδιά σου.
* * *
Είναι ωραίο, θαυμάσιο πράγμα να βλέπεις να συνδέονται πρόσωπα μέ την αγάπη του Χριστού.
* * *
Ό πειρασμός αδημονεί στενοχωρείται καί δημιουργεί έξωτερικούς πολέμους. Ξεύρει τόσες τέχνες... σέρνει τόν άνθρωπο σέ αμφιβολία. Γι’ αυτό έχουμε πολλά ναυάγια.
* * *
 Όταν ιδώ τόν άνθρωπο να διψά πολύ (διά Θείαν Κοινωνίαν) δεν δίδω πολλήν σημασίαν εις την νηστείαν. Μερικοί δείχνουν τόσην μετάνοιαν πού πρέπει να υποβοηθούνται.
* * *
Ό πειρασμός ξέρεις τί μάστορας είναι; τά έλάχιστα τά κάνει μεγάλα. Μεταχειρίζεται μεγάλη πολιτική.
* * *
Επιθυμώ την άναγέννησιν τού Μοναχισμού, διότι κατά την γνώμην μου τό Εύζωνικόν Τάγμα τής Εκκλησίας είναι ό Μοναχισμός.
* * *
Αί ψυχαί έχουν διάθεσιν να ίδοΰν τό κάλλος τής μορφής τού Θεού.
* * *
Ή προστασία τού Θεού αδυνατεί τούς πειρασμούς μας.
* * *
Όταν υπάρχει ό φόβος τού Θεού δίδεται ή σοφία.
* * *
Όλοι οι άγιοι ήσθάνοντο χαράν καί άγαλλΐασιν όταν έσκέπτοντο την ούράνιον βασιλείαν τού Θεού.
* * *
Επειδή είναι γενική έξαχρείωσις, δέν μπορούν να καταλάβουν ότι ύπάρχει πνευματική αγάπη.
* * *
Όταν ιδώ άνθρωπο έρεθισμένον προσεύχομαι να τόν είρηνεύση ό Κύριος καί δέν ακούω τι λέγει.
Γι’ αυτό καί δέν στενοχωρούμαι. Όταν θα ήρεμήση καί θα δοθή ή κατάλληλη εύκαιρία τότε του ομιλώ, διότι τότε είναι άκριβώς σε θέση να καταλάβη την άφροσύνη του...
Οί κοσμικοί άνθρωποι σέ κουράζουν, διότι σάν ηλεκτρικά κύματα έρχονται επάνω σου ό,τι ύπάρχει άποθηκευμένο μέσα τους.
* * *
Πρέπει να είμεθα άνθρωποι τής χάριτος καί όποιος μάς πλησιάσει να ξεκουράζεται.
* * *
Να βλέπωμεν όλους άνωτέρους, όσες άδυναμίες καί άν παρουσιάζουν. Να μήν φερώμεθα μέ σκληρότητα, αλλά πάντοτε να έχωμεν εις την σκέψιν μας ότι είναι καί ό άλλος του αύτοΰ προορισμού.
* * *
Έγώ, μέ τή χάρι του Θεού, πάντοτε έβλεπα όλους ανωτέρους από έμένα καί αγίους.
* * *
Αδιαφορεί γιά όλα τά έμπόδια. Ή μόνη άπασχόλησίς σου, ή σκέψις σου να είναι ό Νυμφίος σου. Να μιλάς μόνον μέ Αυτόν.
* * *
Ημείς πρέπει να έχωμεν άγάπην. Τό μεγαλύτερο κακό να μάς κάνουνε πρέπει να τούς αγαπούμε. Μόνον μέ την αγάπη θα μπούμε στον Παράδεισο.
* * *
Να καλλιεργείς την ευχή καί θα έλθη καιρός πού ή καρδιά σου θα σκιρτά από χαρά, όπως όταν πρόκειται να δής ένα πολυαγαπημένο σου πρόσωπο.
* * *
Την βραδυνή προσευχή να μην την αμελής. Να προσεύχεσαι με διάθεσιν όπως εκείνοι πού πηγαίνουν σέ συμπόσιον. Είναι ξύπνιοι καί αισθάνωνται όλο χαρά. ’Έτσι καί σύ αφού πρόκειται να όμιλήσης με τόν Νυμφίο σου, να μην ακούς όταν σου λέγη ό πειρασμός διάφορα γιά να σέ έμποδίση, γιατί ξέρεις έχομεν έναν πού ένδιαφέρεται πολύ γιά μάς.
Ερώτηση: Πώς πρέπει, Γέροντα, να σκεπτώμεθα τόν Χριστό;
Άπάντησις: Πάντα μέ αγάπη, πρέπει να φέρνωμε στη μνήμη μας τό Χριστό. Μπορεί να κρατούμε στά χέρια μας μιά φωτογραφία ένός άνθρώπου αλλά επειδή δέν τόν γνωρίζομεν, ή μάλλον δέν άγαποϋμεν δέν μάς συγκινεί. Ένώ όταν πάρωμε την φωτογραφία τής μάννας μας άμέσως ή ψυχή μας σκιρτά καί κλαίει από αγάπη.
Έρώτησις: Θα σωθούμε, Γέροντα;
Άπάντησις: Μά γι’ αύτό βάλαμε τά ράσα γιά να σωθούμε. Ό πνευματικός άγώνας θα μάς όδηγήση εις τόν Παράδεισον. Τό ότι πολεμούμε τούς λογισμούς, ό κόπος αυτός θα μάς βάλη εις τόν Παράδεισο.
* * *
Οι εφημερίδες τού Ουρανού τά γράφουν όλα όσα γίνονται εδώ καί τά καλά καί τά κακά.
* * *
 Εκείνον πού μας πληγώνει καί μάς κάνει να πονάμε οφείλομε να τόν αγαπούμε διπλά.
* * *
Όπως εξυπηρετείς τόν πρώτον, έτσι πρέπει να βοηθής τόν δεύτερον, τόν τρίτον καί τόν τελευταίον.
* * *
 Δέν είναι τά φτερά πού μπορούν να ύψώσουν τόν άνθρωπο πάνω από τή γη, άλλ’ ή καθαρότης καί ή άπλότης τής καρδιάς. Πρέπει να είσαι απλός στίς πράξεις σου καί καθαρός στή σκέψι καί στά αίσθήματά σου. Μέ την καθαρή καρδιά θα άναζητάς τόν Θεό, μέ την απλότητα θα τόν βρίσκεις καί θα τόν χαίρεσαι. Ή καθαρή καρδιά περνά εύκολα τίς πύλες τού ουρανού.
* * *
Ή αύταπάρνησις πρέπει να καλλιεργήται μετά διακρίσεως, διότι διαφορετικά φτάνομε στην αύτοκτονία.
* * *
*Στό πέλαγος τής ζωής βρισκόμαστε, πότε θα έχωμεν φουρτούνα καί πότε γαλήνη. Ή χάρις τού Θεού δέν μάς άφήνει. Διαφορετικά θα είχαμε καταποντισθή εάν δέν μάς συγκρατοΰσε.
Οι Άγιοι πάντοτε έσκέπτοντο την άλλη ζωή. Είναι χάρισμα ή μνήμη τού θανάτου.
* * *
Ό Θεός μάς προφυλάττει από τόν πειρασμόν. Δέν άφήνει να πειρασθοΰμε άνω των δυνάμεών μας. Όλα τά επιτρέπει γιά τό καλό μας.
Όταν αύξηθή ή πνευματικότης, θα καταπολεμηθή καί ή υπνηλία.
* * *
Ή προσευχή είναι χάρις. Την δίδει ό Θεός όταν υπάρχει ζήλος καί ταπείνωσης.
* * *
Έχε εμπιστοσύνην εις τόν Κύριον γιά όλα καί αυτός θα σέ διαθρέψη σε ώρα λιμού.
* * *
Μέ ένα καλόν λόγον διά τόν πλησίον σου, υπερασπίζοντας τον, αγοράζεις τόν Παράδεισο.
Ή μετάνοια πρέπει να γίνεται όχι διά τόν φόβον της τιμωρίας, αλλά διότι άμαρτήσαμε πρός τόν Θεόν.
* * *
*      Γλύκανε τή σκέψι σου μέ λογισμούς παραμυθίας καί έλπίδος, τά λόγια σου πύρωσέ τα μέ τή θέρμη της αγάπης στον Νυμφίο σου καί ένθυμοΰ τά δικά του παθήματα, τά όποια ύπέστη ύπέρ σου, γιά να μείνης σταθερή, άφοσιωμένη καί ταπεινή.
* * *
Παράδωσε τόν έαυτό σου ολόκληρο στήν προστασία καί σκέπη της Παναγίας.
* * *
Την φιλοξενία παιδί μου να την αγαπάς γιατί αύτή είναι πού ανοίγει τάς πύλας του Παραδείσου. Μέ αύτήν φιλοξενείς κι’ Αγγέλους- «Ξένους ξένιζε, ίνα μή τω Θεω ξένη γένη».
Οι Άγιοι Πατέρες ύπετάσσοντο μέ άπλότητα σάν μικρά παιδιά εις ότι τούς έστελνε ό Θεός, «"Ετσι τό θέλεις, ας γίνη τό θέλημά σου».
* * *
Ή φιλοξενία... ή μεγαλύτερη των αρετών. Επισύρει την χάριν τού Αγίου Πνεύματος.
* * *
Στό πρόσωπο κάθε ξένου, παιδί μου, βλέπω τόν ίδιον τόν Χριστόν.
* * *
Ή θλίψις είναι ευάρεστος εις τόν Θεόν εφ’ όσον δέν μάς αφαιρει τό θάρρος ν’ άγωνιζώμεθα.
* * *
Είναι απαραίτητον καί συμφέρον να γίνεται κατά περιόδους μιά γενική αύτοεξομολόγηση (μνήμη δλων των προτέρων άμαρτημάτων). Τό έκαναν καί οι Άγιοι.
* * *
Χρειάζεται καλλιέργεια γιά να έχωμεν την άγάπην πρός όλους μέ τό μέτρον πού θέλει ό Χριστός.
* * *
Δέν πταίει, παιδί μου, ό άνθρωπος. Δυστυχώς κάτω από τίς άδυναμίες κρύπτεται ό μισόκαλος, ό εχθρός τού θελήματος τού Θεού.
* * *
Όλα τά ζητήματά σου να τ’ άφήσης στά χέρια τού Θεού. Ό,τι θέλεις να τό ζητάς σάν τό παιδί από τόν πατέρα του. Ή ευχή είναι δωρεά τού Θεού. Να ζητάς πάντα μέ έλπίδα.
* * *
Δέν θα μάς σώσουν, άδελφή μου, τά έργα μας, αλλά τό άπειρον έλεος του Θεού. Απόκτησε θάρρος καί ύπομονήν εις τόν άγώνα σου...
* * *
Ή πνευματική ζωή έχει χαρές μεγάλες- Πετας, φεύγεις από τόν κόσμον, δεν λογαριάζεις τίποτε. Γίνεσθε παιδιά καί κατοικεί ό Θεός εις την καρδιά σας. Θα πάθετε άναισθησία, όπως λένε οι κοσμικοί, αλλά θα είναι άνύψωσις πνεύματος.
Ή Χάρις τού Θεού, ή πνευματική ένωσις μετ’ Αυτού, μεταμορφώνει τόν άνθρωπο. Φεύγει ό φόβος, οι υπόνοιες, δέ φοβάται τόν θάνατο, θεωρεί την ζωήν αυτήν, όσον καλή κι’ άν είναι, σκλαβιά.
* * *
Πολέμησον γενναίως τόν μισόκαλον πού σέ φθονεί, ύπόμενε ό,τι καί άν σου συμβαίνη μέ καρτερίαν, μέ ύπομονήν καί πίστιν.
* * *
Μήν άφήνης να σέ τυραννή ό εχθρός τής ψυχής σου. Εμφανίζεται μέ ένδυμα προβάτου, ότι θέλει δήθεν τό συμφέρον τής ψυχής σου.
* * *
Δέν μπορεί να λέγεται χριστιανός εκείνος πού δέν έχει αγάπη.

Ό πατήρ Ιωαννίκιος

Στην Σκήτη της Αγίας Αννης υπήρχε μια αδελφότητα στην καλύβι του Τιμίου Σταυρού, του παπα - Ανανία. Τότε αρι­θμούσε γύρω στους δέκα πατέρες. Ήσαν έντεχνοι αγιογρά­φοι και κάπου-κάπου ψάρευαν για τις ανάγκες της αδελφό­τητας. Ζούσαν προσεκτική μοναχική ζωή και είχαν πολλή αγά­πη και ελεημοσύνη και έλεγαν:
-Του Γέροντος Ιωσήφ ποιος θα του πάει κανένα ψαράκι; Έ, ελεημοσύνη είναι, ασκητές είναι, ας τους πάμε κανένα ψα­ράκι να προσεύχονται για μας.
Από την πολλή τους φιλαδελφία, λοιπόν, έστειλαν κάπο­τε ένα καλογέρι, τον πατέρα Ιωαννίκιο, να πάει λίγα ψαράκια στον Γέροντα. Ήταν ένας νεαρός λεβέντης, είκοσι δύο περίπου ετών. Ό Γέροντας, με τους νοερούς του οφθαλμούς, είδε ότι ήταν πολύ καλό παιδί και είπε μέσα του: «Στάσου να μάθου­με την Νοερά προσευχή σ' αυτό το καλογέρι».
Άρχισε, λοιπόν, να του λέει διάφορα πνευματικά:
-Παιδί μου πώς πάς; Λες την ευχή;
-Μπα, Γέροντα. Ποιος θα μου την διδάξει;
-Λένε οι Απόστολοι ότι πρέπει να μνημονεύουμε το όνο­μα του Ιησού. Και στην Κλίμακα λέει «Ιησού ονόματι μάστι­ζε πολεμίους». Να κάνης υπακοή στον Γέροντα σου και να λες την ευχή. Όταν ψαρεύεις, μέσα στην ησυχία της νύκτας, να προσεύχεσαι, να λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και θα πιάνεις και περισσότερα ψάρια. 'Αλλιώς θα σε ψαρέψουν οι δαίμονες.
Ό Γέροντας μίλησε με άπλα λογάκια στο απλό αυτό παι­δί για την προσευχή άλλα και για τη ν υπακοή. οι συμβουλές του βρήκαν γόνιμο έδαφος μέσα στο νεαρό καλογέρι. Φούν­τωσε μέσα του ο ζήλος.
Ό πατήρ Ιωαννίκιος, σύμφωνα με την προτροπή του Γέ­ροντος Ιωσήφ, ζήτησε την άδεια από τον Γέροντα του, για να ακολουθήσει αυτές τις υποδείξεις και ο παπα- Ανανίας έδωσε την συγκατάθεση του.
Έτσι όταν ο πατήρ Ίωαννίκιος ήταν στη βάρκα μόνος του, μέσα στην απομόνωση και την ησυχία της νυκτερινής θα­λάσσης, φώναζε ασταμάτητα την ευχούλα. «Κύριε Ιησού Χρι­στέ..., Κύριε Ιησού Χριστέ...» Σε λίγο ή προσευχή άρχισε να λέγεται άνετα και να του δημιουργεί καρδιακή θέρμη, οπότε ο νέος μοναχός επιδόθηκε ολόψυχα σ' αυτήν την ευλογημένη εργασία. Έτσι αυτό το καλογέρι έμαθε και έλαβε την ευχή α­πό τον Γέροντα Ιωσήφ, διότι ήταν καθαρό. Είχε γίνει ένας α­πό τους πιο καλούς μοναχούς της Σκήτης και το όνομα του το θυμούνται όλοι οι παλαιοί πατέρες.
Ό πατήρ Ίωαννίκιος τόσο πολύ προσηλώθηκε στον Γέ­ροντα Ιωσήφ, πού έλεγε:
-Γέροντα, εγώ τον Θεό δεν Τον είδα, εσένα είδα! Μία φορά ο Γέροντας είδε στον ύπνο του ότι πήγαινε σε μία πολιτεία. Και όταν έφθασε στο κάστρο της πολιτείας, έ­νας άνθρωπος του έδειξε μπροστά ένα περιβολάκι πολύ ό­μορφο πού είχε πολλά καρποφόρα δένδρα και άφθονο νερά­κι και του είπε:
-Αυτό το πανέμορφο περιβολάκι προοριζόταν για σένα, άλλα δωρεάν δόθηκε στον πατέρα Ιωαννίκιο.
Όταν ο Γέροντας ξύπνησε, άρχισε να αδολεσχή μ' εκεί­νο το όνειρο: «Τι άραγε να σημαίνει;» Είπε δε τα έξης: «Αυτό σημαίνει δύο τινά ή ότι ο Ίωαννίκιος πήρε την προσευχή από μένα, γι' αυτό του εδόθη το περιβόλι αυτό ή ότι ο Ίωαννίκιος θα πεθάνει».
Την άλλη μέρα, ήλθε ο παπα- Ανανίας και του λέει:
-Γέροντα, ο Ίωαννίκιος έκανε εμετό αίμα.
Αυτό σήμαινε πώς το καλογέρι προσβλήθηκε από φυματίωση, από το "χτικιό", και πώς ήδη το μικρόβιο είχε προχωρή­σει στους πνεύμονες και ότι ή ασθένεια το οδηγούσε πλέον με γοργά βήματα προς τον θάνατο.
Ό Γέροντας του είπε:
-Το παιδί θα πεθάνει. Αυτό κι' αυτό είδα. Μόνο να μην του πείτε λέξη για το Τι είδα.
Ό παπα-Άνανίας, σαν στοργικός πατέρας, αποκρίθηκε:
-Θα το πάω στο Βατοπαίδι, είναι ένας γιατρός εκεί.
-Όπου να το πας το παιδί, δεν πρόκειται να ζήση, απο­κρίθηκε ο Γέροντας.
οι Γεροντάδες του στην αρχή πίστευσαν τον γιατρό του Βατοπαιδίου πού έκανε λανθασμένη διάγνωση. Μα τα πράγμα­τα χειροτέρευσαν κι' έγινε φανερή ή αρρώστια του. Τότε ο Γέ­ροντας του ξεχώρισε ένα απομονωμένο κελάκι -για να μην κολλήσουν κι' αυτοί- και του πήγαιναν λίγο ψωμάκι και ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Το καλογέρι όμως πήγαινε κάθε νύχτα στον Γέροντα Ιω­σήφ, για ν' ακούει πνευματικούς λόγους και να δυναμώνει ψυ­χικά. Και ο Γέροντας του έλεγε για την άλλη ζωή, για τον πα­ράδεισο, για το πώς φεύγει ή ψυχή του ανθρώπου προς τον ουρανό, για τα τελώνια πού θα συνάντηση.
Και μ' όλα αυτά τον προετοίμαζε, γιατί σε λίγο καιρό θα πέθαινε, Αφού είχε φυματίωση.
Όταν πια βάρυνε το καλογέρι και δεν μπορούσε ν' ανέβει πάνω στον Γέροντα, στο βουνό, του λέει:
-Γέροντα, δεν μπορώ πλέον να ανεβαίνω πάνω.
-Θα κατεβαίνω εγώ, Ιωαννίκιε, να σου κάνω συντροφιά, θα κατεβαίνω την νύχτα. Θα κάνω τα κομποσχοίνια μου, θα κάνω την Νοερά προσευχή μου και μετά, όταν τελειώνω, θα κατε­βαίνω κάτω και θα φεύγω πριν ξημερώσει. Λοιπόν, κατέβαινε ο Γέροντας κάτω, τον παρηγορούσε κι' όταν είδε ότι κοντεύουν τα πράγματα να τελειώσουν, του είπε:
-Ιωαννίκιε, όταν θα 'ρθει ο Άγγελος να σε πάρει, να του πεις να περάσετε να με χαιρετήσετε.
-Να 'ναι ευλογημένο, είπε το καλογέρι, θα του πω να περάσουμε. Άλλα ο Γέροντας Ιωσήφ, για να είναι σίγουρος, εί­πε στον Γέροντα του:
-Μόλις ξεψυχήσει ο Ίωαννίκιος, να χτυπήσετε την καμπά­να, να πάρουμε κι' εμείς είδηση πάνω στο βουνό.
Προτού πεθάνει ο Ίωαννίκιος, δύο ώρες περίπου, είδε την Παναγία! Μπήκε μέσα στο δωμάτιο ο παπα-Άνανίας και του λέγει ο πατήρ Ίωαννίκιος, σαν δήθεν παραπόνου μένος, σαν α­γανακτισμένος:
-Τι θέλει αύτη ή Γυναίκα εδώ μέσα; Βγάλτε την έξω! Αλλά κατόπιν συνεστάλη και λέγει: Αφήστε την, αφήστε την, ή Παναγία είναι!!"!
Ό παπα- Ανανίας του λέγε:
-Ίωαννίκιε, από που το κατάλαβες ότι είναι ή Παναγία;
-Της είπα να ειπεί το «Θεοτόκε Παρθένε» και το είπε όλο.
-Καλά, Ίωαννίκιε, που κάθεται;
-Να, εκεί στην άκρη.
-Τι ρούχα φοράει;
-Κόκκινα.
-Ρώτησε την, «πότε θα πεθάνω;»
-Παναγία μου, πότε θα πεθάνω; ρωτά ο Ίωαννίκιος.
-Τι σου είπε; τον έρωτα ο παπα-Ανανίας.
-Όποτε ο Κύριος θέληση.
Φεύγει ο πατήρ Ανανίας και μπήκε την στιγμή εκείνη ο πατήρ Χαράλαμπος.
-Τώρα έφυγε, ψιθυρίζει ο Ίωαννίκιος.
-Ποιος έφυγε, ρωτά ο πατήρ Χαράλαμπος;
-Ή Παναγία.
- Ήταν ή Παναγία εδώ;
-Ναι, άπαντα.
Μετά από δύο ώρες εκοιμήθη.
Το όνειρο, λοιπόν, πού είδε ο Γέροντας, είναι ότι το κα­λογεράκι αυτό, ο Ίωαννίκιος, όχι απλώς σώθηκε, άλλα κληρο­νόμησε εκείνα τα άρρητα ουράνια αγαθά «ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν».
Τον πατέρα Ιωαννίκιο τον είχε ο Γέροντας σαν παιδί του, διότι και την προσευχή του πήρε, και την χάρι του, και στο τέ­λος ακόμη και το περιβόλι πού επρόκειτο να κληρονομήσει ο Γέροντας.
Την ημέρα της κοιμήσεως του, ενώ ο Γέροντας σκάλιζε σταυρουδάκια, ξαφνικά άρχισε να φωνάζει:
-Αρσένιε, Αρσένιε! Ό Ίωαννίκιος είναι εδώ! Έτελείωσε ο Ίωαννίκιος, με χαιρετάει τώρα!Και πράγματι σε λίγο κτύπησε ή καμπάνα από κάτω. Έκανε υπακοή και ο φύλακας Άγγελος του πατρός Ιωαννικίου! Αφού σε περιπτώσεις αγίων ασκητών, όπως του Γέροντος Ιω­σήφ, υποτάσσονται και οι Άγγελοι, γιατί ή ψυχή του ανθρώ­που είναι ανωτέρα στη φύση της από τους Αγγέλους.

Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (1921-2001)


"Να μας αξίωση λοιπόν ό Θεός να γίνουμε καί εμείς θεοί, κοντά σ' Αυτόν τον ανερμήνευτον Θεόν, τον απερινόητον τον άπειρον. Θέλει να ζήσουμε κοντά Του. Θέλει να γίνουμε άπειροι καί εμείς να γίνομαι αιώνιοι κοντά σ' Αυτόν".

Με αυτή την επιθυμία της θεώσεως εζή ό αοίδιμος Πατήρ Δαμασκηνός καί ό πόθος του αυτός έπληρώθη την 23ην Φεβρουαρίου 2001. Την ήμέραν αυτήν χαίρων εισήλθε εις το φως της αιωνί­ου ζωής, την οποίαν παιδιόθεν τόσον ηγάπησε

Την 23ην Φεβρουαρίου 2001 έκοιμήθη εν Κυρίω ό πνευματικός Πατήρ καί κτίτωρ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάν­νου του Μακρινού Μεγάρων, π. Δαμα­σκηνός Κατρακούλης. Είχα την ιδιαιτέρα ευλογία να γνωρίζω τον π. Δαμασκηνό καί την Ί. Μονή του από τεσσαράκοντα περί­που ετών.
Ένας ακόμα άγιος Γέροντας της Ορθοδοξίας μετέστη εις την Έκκλησίαν των πρωτοτόκων.
Τόσον ή Αδελφότης της Ί. Μονής, υπό την άγίαν Ηγουμένη Γερόντισσα Μακρίνα, όσον καί τα πολλά πνευματικά του τέκνα, Αρχιερείς Ιερομόναχοι, Ιερείς, Διάκονοι, Μοναχοί καί Μοναχές, κλαίουν δια την ορφάνια. Μας φεύγουν οι άγιοι Γέροντες καί νοιώθουμε ότι μέ­νουμε ορφανοί.
Τον π. Δαμασκηνό διέκρινε καθαρότης της καρδίας, βαθύτατη ταπείνωσις, θειος έρως, αδιάλειπτος προσευχή, πνευματική αρχοντιά. Είχε την απλότητα ενός παιδιού καί συγχρόνως την αρχοντιά και ευγένεια ενός βασιλικού παραστάτου. Παριστάμε­νος νοερός καί αδιαλείπτως ενώπιον του Παμβασιλέως Χριστου ελαμπρύνετο καί εχαριτώνετο από την μορφή του γλυκύ­τατου Νυμφίου της ψυχής του. Πόσο ωραία νοιώθει κανείς κοντά σε τέτοιους χαριτω­μένους Γέροντες!
Αν καί ό π. Δαμασκηνός καθόλου δεν υστέρησε σε αρετές καί χαρίσματα από τους συγχρόνους μεγάλους Γέροντας (π. Πορφύριο, π. Παΐσιο, π. Ιάκωβο, π. Επι­φάνια), ό Κύριος τον έκρυψε από τους οφθαλμούς πολλών, όχι γιατί ό ίδιος θα κινδύνευε από την κενοδοξία, αλλά για να προφύλαξη την ευλογημένη Αδελφότη­τα των Μοναζουσών από τον περισπασμό καί τίς ενοχλήσεις του πλήθους.
Καρπός της τελείας αγάπης του προς τον Θεόν ήτο ή τελεία αγάπη του προς τους ανθρώπους. Χαριτωθείς με τα υπερφυή χα­ρίσματα του Αγίου Πνεύματος, μεταξύ των οποίων καί ή διάκρισης, ή υψίστη των αρετών, έγινε απλανής οδηγός πλήθους μοναχών καί λαϊκών.
Οι πνευματικοί του λόγοι καί τα κείμενα του μαρτυρούν για την Χάρι του Θεού πού τον αγίασε.
Ενθυμούμαι τον μακαριστό καί άγιον Μητροπολίτη Αρτης Ιγνάτιο, εις τον όποιον επί πολλά έτη ό π. Δαμασκηνός εξομολογείτο, πού έλεγε: Όταν εξομο­λογώ τον π. Δαμασκηνόν, αγιάζομαι.
Σεπτέ Γέροντα, π. Δαμασκηνέ. Βιά­στηκες να μας φυγής. Είχες την πληροφο­ρία ότι επέτυχες την ένωσιν με την Άγίαν Τριάδα. Μη παύσης, ως παρρησίαν έχων, να πρεσβεύης καί για μας τους περιλειπομένους.
Ό Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Όσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Αρχιμανδρίτης Γεώργιος

Ο πνευματικός Πατήρ καί κτίτωρ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προ­δρόμου (Μακρινού), Πατήρ Δαμα­σκηνός, γνωστός εις όλους ως ό "Πάππους", κατά κόσμον Σπυρίδων Κατρακούλης, εγεννήθη εις τα Μέγαρα, την 2αν Ιουλίου 1921. Οι γονείς του, Ιωάννης καί Μαρία, άνθρω­ποι απλοϊκοί καί φιλήσυχοι, ήσαν λίαν ευσεβείς καί μετέδωσαν εις τα τέκνα των την βαθιά πίστη καί αγάπη προς τον Θεόν καί την Πατρίδα.
Όθεν ό μικρός Σπυρίδων, από την νηπιακή του ακόμη ηλικία, αντικρύζων το μυστήριον του θανάτου εις τάς κηδείας των συγγενών, αδυνατούσε να πιστεύση ότι ή ζωή τελειώνει εις τον τάφον. Ή ανήσυχος ψυχή του απεστρέφετο την φθοράν καί δια τούτο εδίψα την αιώνιον ζωήν, έως ότου εις το πρόσωπον του Χριστού εύρε την ελπίδα καί την χαράν της Αναστάσεως. Όλος ό βίος του υπήρξε εξωτερικώς απλούστατος. Ό ίδιος, κεκρυμμένος εν Χρι­στώ ως πολύτιμος μαργαρίτης, ηύξανε μέσα εις το όστρακο της θείας στοργής εν αφά­νεια καί ταπεινώσει. Προκύπτων λοιπόν σοφία καί ηλικία καί χάριτι, έλαβε την εγκύκλιο μόρφωσιν εις την γενέτειρα του, ενώ παραλλήλως ειργάζετο σκληρός, καλλιεργών με τα παιδικά του χέρια την άγονον γήν των πατέρων του.
Όμως ή καρδία καί ό νους του αναζη­τούσαν κάποιους άλλους κόσμους καί δια τούτο επλατύνοντο καί ηνοίγοντο δια της φυσικής αποκαλύψεως εις την σφαίραν της γνώσεως του Θεού. Ολόκληρος ή δημι­ουργία συγκινούσε αφάνταστα την τρυφερά παιδική καί εφηβική του ύπαρξιν. Συχνά εύρισκε καταφύγιο εις τον τότε ανθοστόλιστο κάμπο των Μεγάρων καί εκεί ή καρδία του ησθάνετο την πνοή της αύρας της θείας αγάπης.
Ή ευαίσθητος ψυχή του αναζητεί τον Θεόν καί διαρκώς συνομιλεί με τον ηγαπημένον του Χριστόν. Καί ό Θεός πού προεγνώριζε την τελείαν του αφιέρωσιν, είλκυε αυτόν έτι καί έτι εις την θείαν μέθεξιν. Ένε­κεν της καθαρότητας του έγένετο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. εις πρώιμον ηλικία εδέχθη εις την καρδίαν του την πρώτη αποκάλυψη του Προσώπου του Κυρίου καί την εμπειρίαν του άκτίστου Φωτός.
Το γεγονός τούτο, το όποιον ό ίδιος απεκάλει "πρώτη γνωριμίαν" καί "πρώτη άγάπην εις την Γαλιλαία του", συνεκλόνισε την ψυχήν του καί σφράγισε όλη του την ζωήν.

Περιγράφων την μυστική αυτήν εμπει­ρία, λέγει: "Ώ ημέρα μεγάλη καί σωτή­ριος! Μεγάλη Παρασκευή! όπου ένθεος έρως έγεννήθη στην ψυχή μου καί ακράτη­τος δοξολογικός παφλασμός στην καρδία μου εκ μυστηριώδους λειτουργικής αισθήσεως. Άπαντα ως θυμίαμα με προσκαλούσαν εις προσευχήν, εις δρασιν καί ενατένισιν του Κυρίου μου ασχηματίστως... Ευρέθην εις άφραστο μυσταγωγία καί εις στιγμή αιωνιότητας, όπου συνήψα συμβόλαιο αρραβώνας μετά του Κυρίου μου ". Κατ' εκείνη την ημέρα έδωσε την αμετάκλητων υπόσχεσιν της τελείας αφιερώσεώς του εις τον Θεόν.
Συνεχώς έζη με το δράμα της πρώτης θεοπτίας καί έλεγε: εκεί τρέχω, εκεί φω­νάζω, εις αυτός τάς κορυφάς πού είναι λουσμέναι εις το φως. εκεί συναντηθήκαμε το πρώτον, σε μία άκρη κορυφής θεοπτίας, εκεί μιλήσαμε ανοικτά καί ατενίσαμε τίς αιχμηρές κορυφές της θεολογίας.
Έκτοτε καί έως εσχάτης αναπνοής δεν επαυσεν ήμέραν καί νύκτα να είναι ό κυ­νηγός της θείας αγάπης. Ή ζωή του υπήρξε όντως "άσμα ασμάτων". Όμως ή μυστα­γωγία της Γαλιλαίας τελείωσε. Αφού ό Κύριος του άνοιξε την αυλαία του ουρα­νίου κόσμου, τον άφησε να αγωνισθή. Καί άρχισε ή σκληρά, μακρά καί επικίνδυνος πορεία· πάλη θηριώδης, άρπαγμός, ξυλο­δαρμός. Ό εχθρός κάθε τόσο έστηνε ενέ­δρες. Μία έδινα, τρεις κατακέφαλα ελάμ­βανα εκ των τριών εχθρών. Με την επίκλησιν όμως του ονόματος του Κυρίου, της Θεοτόκου καί του αρχαγγέλου Μιχαήλ διέφυγα από τα χέρια του . Όλη ή ζωή του ήταν "τιτάνιος άγων". Υπήρξε μεγάλος βια­στής πού δεν ελυπείτο τον εαυτό του. Ό ίδιος έλεγε δια τους αγώνας αυτούς: "Ίδρωτες, θρόμβοι αίματος".
Όμως ό π. Δαμασκηνός δεν ήτο μόνον αγωνιστής του Χριστού, αλλά καί της πα­τρίδος, την οποίαν καθ' υπερβολή ήγάπησε καί υπηρέτησε αυτήν επί 43 μήνας, εις το πυροβολικό σώμα του στρατού, εις και­ρούς χαλεπούς. Ακόμη καί τότε ανηλίσκετο μεταξύ προσευχής, ιεραποστολής καί καθήκοντος, αποτελών φωτεινό παράδειγμα δια τους ανωτέρους καί τους συστρατιώτες του. Ή φλόγα της θείας αγά­πης τον κατέτρωγε.
Όθεν, μόλις επέστρεψε από τον στρατόν, ενεδύθη τον μέλανα μοναχικό τρίβωνα. Το 1950 χειροτονήθηκε διάκονος καί μετά δύο έτη εδέχθη την χάριν του β' βαθ­μού της ιεροσύνης, την οποίαν ως χερουβίμ απελάμβανε έως εσχάτης του πνοής, αισθανόμενος πάντοτε ότι συλλειτουργεί μετ' αγγέλων καί αγίων.
Επί μίαν οκταετία ό φωτοφόρος Πα­τήρ γεώργησε τον αγρό του Κυρίου εις την γενέτειρα του καί τρύγησε πλήθος εύχύμων καρπών εκ των πνευματικών του βλαστημάτων. Λειτουργών καί λατρεύων τον Κύριον, μεσίτευε υπέρ του ηγαπημένου του λαού, "θύων καί θυόμενος".
Ό ένθεος έρως πού χαρακτήριζε την ζωήν του, ως καί το ασκητικό του φρόνη­μα , ενέπνεον τα πνευματικά του τέκνα, τα όποια πεθύμησαν να ακολουθήσουν τα ίχνη του. Δια τούτο, το 1960 ηγείται μικράς γυναικείας αδελφότητας καί τη παραινέσει του οικείου Μητροπολίτου αναστηλώνει την πάλαι ποτέ εκλαμπρον Ίεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού), ή οποία σχεδόν ήτο κατερειπωμένη. Τίς δύναται να διηγηθεί τους άτρύτους κόπους, τους οποίους κατέβαλε ως χειρώναξ δια την ανοικοδόμηση της Μονής, αναμιγνύων με το χώμα τον ιδρώτα καί τα δάκρυα της προσευχής του καί ούτω θεμελίων του Τι­μίου Προδρόμου τα επίγεια σκηνώματα; Συγχρόνως δια της ενάρετου πολιτείας καί της ταπεινώσεώς του εγένετο τύπος των μοναζουσών με την τελείαν εκκοπή των θελημάτων του, θέτων τα θεμέλια καί του πνευματικού οικοδομήματος της Μονής.
Κατ' εκείνη την εποχή ήρχισε να ανθοφορεί ό γυναικείος μοναχισμός καί αί συγκροτούμενες μοναχικές αδελφότητες αναζητούν εις τον αφανή ασκητή, τον Πάππου του Μακρινού, τον σοφό καθοδηγητή. Ή συμβολή του εις την καρποφορία του γυ­ναικείου μοναχισμού των τελευταίων ετών υπήρξε λίαν σημαντική. Δεν υπερβάλλομε, εάν είπωμεν ότι βάδισε εις τα ίχνη του Αγίου Νεκταρίου.
Λαβών παρά Θεού την ειδική χάριν του ποιμαίνειν μοναχές δια λόγου καί βίου, διηκόνησε, φωταγώγησε καί εποδηγέτησεν εις την πατερική τρίβον πολλάς γυ­ναικείας μοναστικές αδελφότητας, "τους χορούς των μυροφόρων", ως έλεγε. Όθεν καί ηγάπα όλα τα μοναστήρια καί τα θεωρούσε ως ένα, αποφαινόμενος ότι "όλα τα μοναστήρια είναι δικά μας καί είμαστε όλοι μία αδελφότης, διότι, εχομεν τον Χριστόν κοινόν νυμφίον καί όφείλομεν να αγαπάμε όλας τας αδελφάς, όπως τάς ιδικάς μας".
Ηγάπα το Κοινόβιο καί ωνόμαζεν αυτό "μετόχι, του Παραδείσου"· ενώ δε ήτο νηπτικός καί πραγματικός θεωρητικός Πατήρ, έζησε ως τέλειος κοινοβιάτης με απόλυτον ακρίβεια βίου καί τελείαν ακτημοσύνη. Εχαίρετο υπερβολικός την αδελφότητα καί άπελάμβανε τα χαρίσματα των άλλων ως ιδικά του.
Υπήρξε κατ' εξοχήν εκκλησιαστικός ανήρ, σπενδόμενος δια την Έκκλησίαν καί εργαζόμενος αόκνως υπέρ αυτής.
Το 1984, όταν ιδρύθη ή ανδρώα Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου, διωρίσθη πρώτος ηγούμενος αυτής υπό του οικεί­ου Μητροπολίτου κ.κ. Βαρθολομαίου. Το δε 1990 εγενετο οφφικιούχος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Από την πνευματικήν του καθοδήγησιν εύρον την όδόν της σωτηρίας πλήθη λαού καί εμορφώθησαν εν Χριστώ αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί καί εργάται του Ευαγγελί­ου. Ηύχετο δε εις τα πνευματικά του τέκνα να είναι ή ζωή των τοιαύτη, ώστε καί μόνον ή θέα των να εμπνέει εις τους ανθρώ­πους την μετάνοιαν.
Ό ίδιος ό π. Δαμασκηνός καθημερινό άρτον είχε την μετάνοιαν. Περιέγραφε δε την πορεία του ως εξής: "Όταν πρωτο-μετανοήσαμε, βυθιστήκαμε κάτω στον εαυτό μας καί είδαμε το καταγώγιο μας πού ήταν σκοτεινό καί αρχίσαμε την με­τάνοια καί την προσευχή, μέχρι πού αισθαν­θήκαμε ότι καθάρισε ό εαυτός μας. Ύστερα άρχισε να μεταβάλλεται το καταγώγιο μας εις φωτεινό καταγώγιο του Αγίου Πνεύματος καί της αθανάτου σοφίας· καί ξεκινήσαμε πλέον. Ή πίστης μας επέταξε στην αγκαλιά του Θεού ". Ή ακράδαντος καί άνευ ορών πίστης ήταν ή "πυρσοκρότησις για τίς αναβάσεις του". πίστης όχι μόνον εις τον προσωπικό Θεόν, αλλά καί εις κάθε λόγον της Αγίας Γραφής καί των αγίων Πατέρων. Χαρακτηριστική είναι ή φράσης του: "Αν θέλετε πνευματικές ανα­βάσεις, ν' ανεβείτε εις το βάθρο της πί­στεως καί της ταπεινώσεως".
Κατά την Θείαν Λειτουργία αι νοηταί αναβάσεις του εκορυφώνοντο. Έλεγε τα έξης: "Ιδιαιτέρως μέσα στη θεία λειτουρ­γία να παίρνομαι την νοητή πορεία καί να μένουμε μεταξύ της θριαμβευούσης καί της στρατευόμενης Εκκλησίας. Να μένουμε μαζί με τους αγίους καί να λειτουργούμε μαζί με τον ουράνιο κόσμο, για να μπορεί ή ψυχή μας να γεμίσει με την ελπίδα της αιωνίου μακαριότητας. Στη θεία λειτουργία αρχίζομε πλέον να αλλάζομαι τον χώρο καί ενώ­ναμε τον ουράνιο κόσμο με τον επίγειο. 'Έχομε καί τούς δύο κόσμους στη νοήσει μας. Στη λειτουργία συσπειρώναμε μαζί μας όλη την δημιουργία καί δοξολογούμε τον Θεόν μαζί με τίς πέτρες, την θάλασσα καί τον φυτικό κόσμο, πού άφωνος καί συνεχώς λειτουργούν όλα μαζί. Όταν λέω τίς ευχές, αισθάνομαι ότι ή κάθε μία έχει μέσα της την παντοδυναμία, την πανσοφία.
Μπαίναμε στη βασιλική λειτουργία. Στην ωραία λειτουργία του σύμπαντος συνάπτεις την δική σου λειτουργία. Φέ­ρομε τον ουρανό νοητός κάτω καί ανε­βάζαμε τον εαυτό μας επάνω. Να μπούμε στη μυστική καί οικουμενική του σύμπα­ντος λατρεία".
Ενώ ό ίδιος μετ' οδυνηράς πάλης κατά των εχθρών κατόρθωσε να καταλάβει την κορυφή της θεωρίας, εν τούτοις συνεβούλευε τα έξης: "Να πιάσομε την κορυφή της θεωρίας, δια να έχομε την υπεροχή επί των παθών. Τότε τα πάθη εξουδετερώ­νονται χωρίς πολ­λούς ίδρωτας. Με την αποφατική θεώρηση του ουρανίου κόσμου καί τη θεολόγησι της σωτηρίας πέφτομε σε άλλη σφαίρα, της παντοδυναμίας του Θεού. Πορευόμεθα επί των κορυφών, ατενίζοντες το πρόσωπον του Κυρίου, θέτομε τον εαυτόν μας κάτω από την επισκόπησιν του Θεού καί ρίχνομε εις την λήθην τον παρόντα κόσμον. Ελεύθερος τότε ό νους μας θα αναφέρεται προς τα άνω πάντοτε καί ή διάνοια μας θα είναι πάντοτε τεταμένη προς τον Θεόν". Προσπαθούσε να μιμηθή τον Ενώχ, δια το πρόσωπον του οποίου ένοι­ωθε μεγάλο θαυμασμό καί ανέφερε συνεχώς ότι ούτος είχε την διάνοιάν του τεταμένην εις τον Θεόν επί εκατόν έτη. Ή σκέψις του Θεού ήτο ή απόλαυσίς του καί έλεγε μετά του ψαλμωδού: "Έμνήσθην του Θεού καί ευφράνθην". Καί άλλοτε: "Ατενίζω τον Θεόν ανά πάσαν στιγμήν καί χαίρεται ή ψυχή μου. Τον βλέπω ασχημάτιστος, τον αγαπώ καί τον βλέπω. Είμαστε ενώπιον του προ­σώπου του Κυρίου. Όμως, παρ όλο πού τον βλέπω, πάντοτε τον ζητώ ".
Το πρόσωπον του Χριστού ήτο ή τροφή καί ή τρυφή της ψυχής του. Οι λόγοι του Κυρίου: "Εγώ ειμί ή οδός" είχαν χαραχθεί βαθέως εις τον νουν του καί δια τούτο επίστευεν ότι δια της Χριστογνωσίας ό άνθρω­πος φθάνει την αυτογνωσία καί δι' αυτής την θεογνωσία.
Ό π. Δαμασκηνός, όταν έλεγε θεογνω­σία, εννοούσε την θεοκοινωνίαν. Επειδή δε ό ίδιος είχε κατορθώσει δια της βαθιάς μετανοίας την κάθαρσιν της καρδίας καί του νοός, ενέτεινε ολην την νοητική του δύναμιν εις την αδιάλειπτο μνήμην του Θεού καί έλεγε: "Όταν ή διάνοια είναι τεταμένη προς τον Θεόν, μέσα μας γεννάται ή ορμή προς θεοκοινωνία". Καί ρώτα: "Πώς θα προσευχώμεθα καί θα μας ακούει ό Θεός, αν ή νόησης μας δεν μεταβληθεί εις όρασιν Θεού;" Ό ίδιος διαρκώς ατένιζε τον Κύριον καί διαβεβαίωνε ότι ό Θεός οράται καί αναπαύει· καί ότι οι οφθαλμοί της ψυχής μας είναι συνηθισμένοι να βλέπουν τον Θεόν. "Ή διάνοια μας είναι ή διόπτρα πού ατενίζει τα ουράνια· αυτός ό ανιχνευτής (ή διάνοια) έρευνα με το 'Άγιον Πνεύμα τον ούράνιον κόσμον καί τά βάθη του Θεού. "Αν ό νους δεν δούλεψη, δεν μπορεί να ευφράνει την καρδίαν καί να την ανεβάσει στα ουράνια δια της θείας αγάπης".
Ό θείος έρως ήτο ή κινητήριος δύναμις, την οποίαν ό π. Δαμασκηνός έθετε εις το διαστημόπλοιο της προσευχής, δια να κάνη την "νοητήν πορείαν προς θεοπτίαν". Καί ομολογούσε: "Όταν αρχίζομε αυτές τίς νοητές πορείες, γινόμεθα έκπεινοι καί έκδιψοι της θείας αγάπης καί ορμάμε εις ανα­βάσεις τολμηρές. Τολμηρό ανέβασμα είναι ή νοητή θεωρία εις τους μυστικούς χώρους των αγγέλων καί εν συνεχεία εις τους υπερ­βατικούς χώρους της ησυχίας καί της σιωπής, εκεί όπου κατοικεί ό Θεός. εκεί επιθυ­μούμε να φθάσομε καί να ομιλήσομε με τον λατρευτό μας Θεόν. Αυτός είναι ό έρως που μας ανυψώνει συνεχώς μέχρι την τελικήν ένωσιν μετά του Θεού. Αυτός ό έρως είναι, δύναμις, δια της οποίας ό μοναχός ξέρει ν αγαπά καί να θυσιάζεται έως θα­νάτου· είναι όλος φως, είναι όλος βασιλεία, όλος άκτιστον φως καί ανέσπερο φως". Αυτός ό έρως εκυρίευε ολην την ύπαρξιν του π. Δαμάσκηνου καί εζη μέσα εις το θείον φως. Επρόδιδεν ακουσίως τον εαυ­τόν του, όταν έλεγε: "Να γίνη ό εαυτός μας ολόκληρος ένα φως, μία φωτεινή λαμπά­δα. Το είδαμε το φως, το ξαναείδαμε το φως καί το ξαναβλέπομε το φως. Είδαμε το φως, για να φθάσομε πλέον μέσα στον ήλιο της δικαιοσύνης.
Κατόπιν καί ό θάνατος δεν μας ξενίζει καθόλου, γιατί είμαστε μέσα στο φως του Θεού καί ζούμε τη βασιλεία Του ήδη από τώρα. Είμαστε συνέχεια μέσα στην εορτή από τώρα καί κατόπιν πάμε καί προσω­πικά καί του λέμε: "Μόνο για Σ ένα, Χρι­στέ μου, όλα για Σένα. Ό,τι θέλεις καί όπως θέλεις".
Ή όσια έκδημία του θεοφόρου Πατρός εβύθισεν εις πένθος την επίγειο Έκκλησίαν καί έγένετο χαρμονή αιώνιος εις τον ούράνιον κόσμον, όστις εδέχθη αυτόν στεφανηφορούντα.
Εκ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού)

Προσευχή - Η ζωτική ανάγκη της ψυχής




Στο ευαγγέλιο του Λουκά(6,12-19) μας περιγράφει πως ο Χριστός εξέλεξε τους δώδεκα αποστόλους. Λέγει το ιερό κείμενο ότι ο Χριστός προηγουμένως πέρασε μια νύχτα άγρυπνος και προσευχόμενος· «και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού». Αν και απόλυτα άγιος, αν και απόλυτα αναμάρτητος, αν και απόλυτα τέλειος εν τούτοις ως άνθρωπος αισθανόταν την ανάγκη να προσευχηθεί. Ας το κρατήσουμε αυτό είναι πολύ βασικό. Δείχνει ότι η προσευχή είναι εκ των ων ουκ άνευ. Είναι ο όρος άνευ του οποίου δεν υπάρχει πνευματική ζωή. Δεν υπάρχει επικοινωνία με τον Θεό. Αφού και ο Κύριος αισθανόταν συχνά, πολύ συχνά, την ανάγκη να προσεύχεται ως άνθρωπος, φαντασθείτε πόσο συχνά πρέπει να προσευχώμαστε εμείς.

Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος· ότι είναι ο ήλιος για τον οφθαλμό, το νερό για το ψάρι, τα νεύρα για το σώμα, αυτό είναι για την ψυχή του ανθρώπου η προσευχή. Και ο μη προσευχόμενος άνθρωπος μοιάζει με τυφλό που δεν βλέπει τον ήλιο ή με ψάρι που είναι έξω από το νερό ή με άνθρωπο παράλυτο ανίκανο να εκτελέσει την παραμικρή εργασία.

Απ’ αυτά που είπαμε μπορούμε να καταλάβουμε πόσο λάθος είναι η θεωρία που επεκράτησε ότι η προσευχή απλώς είναι ένα καθήκον του χριστιανού. Δεν είναι καθήκον αλλά είναι η πρώτιστη και θεμελιώδης και βασική και ζωτική ανάγκη της ψυχής. Όπως είναι παράλογο να λέμε ότι τρώμε ή αναπνέουμε ή κοιμόμαστε από καθήκον, έτσι είναι παράλογο να λέμε ότι προσευχόμαστε από καθήκον. Μόνο σε περίπτωση που είμαστε άρρωστοι μας λένε· πρέπει να φάγεις, ή πρέπει να κοιμηθείς. Το ότι επεκράτησε να τονίζεται στην κατήχηση και το κήρυγμα ότι η προσευχή είναι καθήκον, αυτό είναι μία ένδειξη της ασθενείας που μαστίζει το ψυχοσωματικό μας είναι και ότι χρειάζονται συντονισμένες και επίμονες προσπάθειες για να βρούμε την εν Χριστώ υγεία μας και να επανέλθουμε στο κατά φύση και ορθοδόξως ζην.

ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΩΝ

Προσευχήθηκε λοιπόν ο Κύριος και μάλιστα έκανε ολονύκτια αγρυπνία θα λέγαμε για να πετύχει η εκλογή των μαθητών. Για να αποβούν σωστοί, συνετοί, άγιοι. Με πόση αγωνία, ένταση, πάθος και επιμονή προσευχήθηκε ο Χριστός μας το φανερώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς γράφοντας τη φράση· «και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή». Ξέρουμε πόσο δύσκολο πράγμα είναι η προσευχή, και πόσο νυσταλέα και χωρίς συναίσθηση την κάνουμε. Για να προσευχηθούμε ώρες συνέχεια, και μάλιστα για μια νύχτα, πρέπει να έχουμε σοβαρό-μέγιστο πρόβλημα, που να συνταράζει και να συγκλονίζει συνθέμελα την ύπαρξή μας. Συνεπώς μπορούμε να φαντασθούμε πόσο μαρτυρικά προσευχήθηκε ο Χριστός εκείνο το βράδυ.

Και εδώ βρίσκεται το παράξενο και ακατανόητο που παρουσιάζει το ευαγγέλιο. Λέγει ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης· «ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της τόσο έντονης και παθιασμένης προσευχής του Χριστού; Να εκλέξει και έναν προδότη τον Ιούδα». Τι περίεργο τι συγκλονιστικό αυτό που μας περιγράφει το ιερό ευαγγέλιο! Δηλαδή και η προσευχή του Χριστού ορισμένες φορές δεν είχε 100% θα λέγαμε επιτυχία. Άλλο τώρα ότι και ο Ιούδας βοήθησε το σχέδιο του Θεού και δεν μπόρεσε ο διάβολος να εμποδίσει το έργο της θείας οικονομίας. Η προδοσία των ανθρώπων και η εναντίωσή τους στο σχέδιο του Θεού καθώς και οι ενέργειες του διαβόλου ούτε το ματαιώνουν ούτε το εμποδίζουν. Απλώς οι εναντιούμενοι μένουν εκτός του σχεδίου της σωτηρίας γιατί ο Θεός σέβεται την ελευθερία τους.

Εάν λοιπόν ο Χριστός δεν είχε 100% θετικό αποτέλεσμα στην προσευχή του, γιατί εμείς να παραπονιόμαστε πολλές φορές για το αναπάντητο των προσευχών μας; Ο Θεός έχει το σχέδιό του που εμείς δεν το γνωρίζουμε, έχει το πρόγραμμά του που εμείς δεν το υποπτευώμαστε και ανάλογα απαντά θετικά ή αρνητικά στις προσευχές μας.


ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ


Το γεγονός ότι ο Ιούδας εις εκ των δώδεκα παρά την προσευχή του Χριστού κατάντησε προδότης, δείχνει ότι δεν μας ωφελούν οι προσευχές των αγίων -όσο έντονες κι αν είναι- αν και εμείς δεν προσπαθήσουμε. Αν και εμείς δεν αγωνισθούμε. Η ελευθερία της βουλήσεώς μας πάντοτε υπάρχει και δεν μπορεί κανένας ούτε και ο Θεός να μας εξαναγκάσει να κάνουμε κάτι που εμείς δεν θέλουμε. Συνεπώς χρειάζεται και ο προσωπικός αγώνας και η προσωπική προσευχή. Όχι επανάπαυση στις προσευχές των άλλων. Ο γέροντας Ιερώνυμος, ένας ασκητής άγιος που έζησε στην Αίγινα στα τελευταία χρόνια, έλεγε συχνά σ’ αυτούς που τον παρακαλούσαν να προσευχηθεί για κείνους· «εάν προσευχηθώ, εγώ τρώω δεν τρως εσύ». Δηλαδή όταν είσαι νηστικός, δεν λες κάποιον άλλον φάγε για μένα αλλά πας ο ίδιος και τρως. Ή εάν είσαι διψασμένος πας εσύ και πίνεις.

Ή εάν είσαι κουρασμένος πας εσύ και ξεκουράζεσαι κ.ο.κ.


Έτσι πρέπει να συμβαίνει και στο θέμα της προσευχής. Βέβαια όπως λέγει και ο αγιορείτης μοναχός Μωυσής· «όλοι οι πιστοί κληρικοί και λαϊκοί , αποτελούμε ένα σώμα· το σώμα της Εκκλησίας. Και είναι φυσικό το ένα μέλος να δέχεται την βοήθεια των άλλων μελών και αλλοίμονο αν δεν γίνεται αυτό.

Οι προσευχές όμως, των άλλων και της Εκκλησίας, μας βοηθούν όταν και εμείς κάτι κάνουμε…

Να ζητάμε τις προσευχές των αγίων αλλά να μη αναμένουμε τα πάντα απ’ αυτές οκνεύοντας οι ίδιοι.

Η αγιότητα δεν είναι μεταδοτική.

Είναι ενισχυτική, ελεγκτική, αλλ’ όχι αποφασιστική και καταστροφική της θελήσεώς μας».

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


ΗΜΟΥΝΑ ΠΑΡΕΑ... ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣΘα 'έρθει καιρός, πού θα δεις τα σκυλιά δεμένα με τα λουκάνικα. Ηθική δε θα υπάρχει! Αγάπη δε θα υπάρχει! Εμπιστοσύνη πουθενά δε θα υπάρχει! Ό κόσμος θα πέσει σε μεγάλη ανηθικότητα, χωρίς όρια, ούτε συγγενικά.
-Και ποιος θα κρατάει Ορθοδοξία μπάρμπα-Χαραλάμπη;
-Βλέπεις αυτό το βουνό και δίπλα το άλλο; Θα μείνει μια γιδούλα στο ένα και μια στο άλλο και θα χτυπάει το κουδουνάκι της τσίν, τσίν, τσίν. Τόσοι θα μείνουτε, πολύ λίγοι...
Θαυμαστά γεγονότα διηγείται ή Ουρανία Κωνσταντοπούλου, 70 ετών, από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας, κάτοικος Καλαμάτας:
Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από τότε πού ήμουν κορι­τσάκι του Δημοτικού σχολείου. Ερχόταν στο χωριό μου και άναβε όλα τα καντήλια των εκκλησιών. Είχε ξανθά, μακριά μαλλιά, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο με γιλέκο.
Δίδασκε τους συγχωριανούς μου και θυμάμαι, πού τους έλεγε:
-Γυρίστε με το Παλαιό, το Παλαιό είναι το Ορθόδοξο Εορτολόγιο.
Αργότερα παντρεύτηκα και έφυγα από το χωριό μου. Στην Καλαμάτα, στο σπίτι πού έμενα, ερχόταν πολύ συχνά και, επειδή είχα πολλά παιδιά και ήμουν πολύ φτώχεια, μου έφερνε χρήματα, τυριά, ψωμιά, λαχανικά, φρούτα και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε σε τρόφιμα.
Μια φορά ήρθε στο σπίτι μου, έφερε δύο φανάρια, καντηλήθρες και λάδι, τα έδωσε στον άντρα μου και του είπε:
-Αντώνη, όταν πάς στο χωριό σου, στο Σελά, να πάς στο μοναστήρι του Άγιου Μηνά και να ανάψεις αυτά τα δύο φανάρια.
Κάποιες φορές, μαζί με τον άντρα μου, έπαιρναν το γαϊ­δούρι, πήγαιναν στα περιβόλια, το φόρτωναν πορτοκάλια, λεμόνια, λαχανικά και τα πήγαιναν στον Προφή­τη Ηλία στους φυματικούς. Ένα μεσημέρι ήλθε στο σπίτι και μου είπε: -Ό άντρας σου που είναι; Μαγειρέψατε; -Μπάρμπα-Χαραλάμπη, δεν έχουμε τι να μαγειρέ­ψουμε και ο άντρας μου λείπει. -Έχεις κατσαρόλα και κρεμμύδι; Φερτά εδώ. Του έδωσα την κατσαρόλα, έκοψε το κρεμμύδι, έριξε λάδι, καθάρισε ένα πολύ μικρό κουνουπιδάκι, έριξε αλάτι, ένα κατσαρολάκι νερό, το έβαλε στη φωτιά και μου είπε:
-Ας' το να βράσει.
Έβρασε το κουνουπίδι, γέμισε ή κατσαρόλα, φάγαμε τα έξη παιδιά μου, ο Χαραλάμπης, εγώ, και έμεινε και για τον άντρα μου. Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό, γιατί μου είχε κάνει από τότε μεγάλη εντύπωση. Και αναρωτιό­μουνα το πώς μ' αυτό το μικρό κουνουπιδάκι γέμισε ή κατσαρόλα και φάγαμε τόσα άτομα. Ή δε νοστιμιά του ήταν απερίγραπτη.
Είχα έξη κορίτσια, ήθελα αγόρι, στεναχωριόμουνα και έκανα προσευχή στην Παναγία να μου δώσει αγόρι. Έ­μεινα έγκυος και την προηγούμενη μέρα από τη γέννα πέρασε ο Χαραλάμπης από το σπίτι μου, αλλά, επειδή εγώ είχα πάει να φέρω νερό, δεν με βρήκε. Είδε τις μικρές κόρες μου και τους είπε:
-Πείτε στη μάννα σας ότι, αυτό πού ζήτησε, θα της το δώσει ο Θεός σε λίγες ώρες.
Πράγματι, την άλλη μέρα γέννησα το γιο μου τον Ευ­στάθιο. Μετά αναρωτιόμαστε με τον άντρα μου πώς ο Χαραλάμπης ήξερε την ήμερα πού θα γένναγα και ότι το παιδί θα ήταν αγόρι!
Κάποια φορά κάναμε αγρυπνία στο μοναστήρι Κοιμή­σεως της Θεοτόκου. Έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε. Ό Χαραλάμπης κάποια στιγμή έφυγε από την αγρυπνία και βγήκε έξω. Όταν τελείωσε ή αγρυπνία και βγήκαμε από την εκκλησία, τον είδαμε ξαπλωμένο κατά γης· κοιμόταν πολύ βαθιά και επάνω του ήταν ένα παχύ στρώμα από χιόνι. Όλοι οι Χριστιανοί τον λυπηθήκαμε και τον ξυπνή­σαμε- αυτός, θυμάμαι, μας είπε το έξης θαυμαστό:
-Αχ... τι μου κάνατε... Ήμουνα παρέα με τους αγ­γέλους!
Πήγαν κάποιοι στην ηγουμένη Καλλίνικη και της είπαν ότι ο Χαραλάμπης δεν είναι καλός άνθρωπος, γιατί δέ­χεται και του ρίχνουν νερό τα κορίτσια και λούζεται και γιατί χορεύει στα πανηγύρια. Όταν πήγε ο Χαραλάμπης στο μοναστήρι, ή ηγουμένη τον μάλωσε και του είπε να μην ξαναπατήσει στο μοναστήρι. Ό Χαραλάμπης, αφού την άκουσε με προσοχή, μετά από λίγο της είπε:
-Κάνω τον Ανδρέα το σάλο. Μου χρειάζεται ταπεί­νωση, γι' αυτό κάθομαι να με χλευάζουν. τι θέλεις; Να φορέσω κουστούμι και γραβάτα και να κάνω τον κύριο;
Ή ηγουμένη Καλλίνικη, όταν άκουσε αυτά, του ζήτησε συγχώρεση και του έβαλε μετάνοια. Στην κορυφή του Ταΰγετου είναι ένα εκκλησάκι Προφή­της Ηλίας· θυμάμαι κάποτε μου είχε πει:
-Με πήρε σύννεφο, με πήγε στο εκκλησάκι και άνα­ψα τα καντήλια, ούτε κατάλαβα πώς πήγα... Την εποχή της κατοχής πήγαινε προς τον Αλμυρό και στο χέρι του κρατούσε το φαναράκι του. Οι Γερμανοί, όταν τον είδαν του φώναξαν «"Αλτ... "Αλτ... "Αλτ...», αλλά αυτός συνέχιζε το βάδισμα· του έριξαν πολλές σφαίρες και θυμάμαι μου είπε:
-Γέμισε το σακάκι μου, αλλά δεν με πήρε καμία... Οι Γερμανοί τον πλησίασαν, τον σταμάτησαν και τον κοίταξαν, ο Χαραλάμπης τους είπε:
-Να πιστεύοντε στο Χριστό. Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν, γαρ... γαρ... γαρ.
Και συνέχισε το δρόμο του. Οι Γερμανοί έμειναν ακίνητοι και τον κοίταζαν με απορία και θαυμασμό. Κάποια φορά, πού ήταν άρρωστος, τον φιλοξενούσα στο σπίτι μου. Έτρωγε πολύ λίγο, νήστευε πολύ, ακόμη και το νερό. Δε δεχόταν να κοιμηθεί σε κρεβάτι, διπλωνό­ταν με ένα σακί, έβγαινε έξω από το σπίτι και κοιμόταν στην αυλή. Κάποιες φορές με κοίταζε και μου έλεγε: -
Ήμουν στη Μακεδονία και δεν ξέρω με ποιο τρό­πο, ούτε με λεωφορείο, ούτε με ζώο, ούτε με τα πό­δια, βρέθηκα στην Ομόνοια στην Αθήνα.
Όλοι οι θεοφοβούμενοι άνθρωποι τον σεβόντουσαν και τον αγαπούσαν λίγοι ασεβείς τον κορόιδευαν και τον έλε­γαν Ζουρλοχαραλάμπη, κολλητσιδιάρη. Ό Χαραλάμπης
Απ` οπού και αν περνούσε κήρυττε την Ορθοδοξία και
έλεγε δυνατά:
-Σήμερα είναι ή τάδε γιορτή με το Παλαιό, μετανοείτε, γυρίστε στην Ορθοδοξία. Κάποια εποχή είχα πάει με την οικογένεια μου στην Αθή­να και εκεί δούλευα. Όταν ήρθα για κάποιο λόγο στην Καλαμάτα, έμαθα ότι ο Χαραλάμπης είναι πολύ άρρω­στος στο σπίτι του Ηλιόπουλου. Ξεκίνησα και πήγα να τον δω. Μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε:
-Σήμερα σε περίμενα, ήξερα ότι θα έρθεις. Για μένα ο Χαραλάμπης ήταν ο σωτήρας μου, αυτός μου ανάστησε τα παιδιά μου με τα τρόφιμα πού μου έφερνε. Ήταν άγιος άνθρωπος, κήρυκας της Ορθοδοξίας και πολύ ελεήμων, αιωνία του ή μνήμη!

ΠΟΙΟΙ ΚΟΛΑΖΟΝΤΑΙ ;Πληθωρική ή διήγηση του Ιωάννη Ανδριόπουλου, γεμάτη θαυμαστά και παράδοξα:
Κατάγομαι από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας και κατοικώ στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας.
Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από παιδάκι, γιατί ερχόταν στο χωριό μου και άναβε τα καντήλια στα εξωκλήσια. Στα χωριά πού περνούσε, σε γνωστούς και σε αγνώστους έλεγε:
-Γυρίστε με το Παλαιό. Σήμερα είναι αυτή ή γιορτή με το Παλαιό. Το Παλαιό Εορτολόγιο είναι το σω­στό και αυτό να ακολουθήσετε.
Εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και στον Άγιο Ισίδωρο. Θυμάμαι κάποια φορά, πού ήμουν στο καφενείο του Ανδρόνικου Καραμπάγια, ήρθε εκεί και ο Χαραλάμπης. Τον φώναξα στο τραπέζι μου, τον κέρασα και του είπα: -Παπουλάκη, λέω να πάω αύριο στον Άγιο Γεώργιο στους Χρόνους.
-Να πάς, αλλά να μην αφήσεις φράγκο στην εκ­κλησία, γιατί τα παίρνει αυτός ο μπεκρής και μας ξεφτιλίζει.
-Παπουλάκη, δεν μπορώ να πάω και να μην αφήσω κάτι στην εκκλησία.
-Εκείνο πού σου λέω εγώ να κάνεις, γιατί θα δια­τάξω και θα σε κόψει το τραίνο, αλλά δεν θέλω να σε κόψει, να σε σούρει όμως να γελάσει ο κόσμος. Έφυγα από το καφενείο, πήγα σε μια εξαδέλφη μου στο Νέο Κόσμο και μετά πήγα στη στάση, για να πάρω το τραίνο να πάω στο σπίτι μου. Εκεί πού περίμενα, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα κοντά στις ράγες. Πέρασε το τραίνο με έσουρε, μου έσκισε το παντελόνι και, όπως είπε ο Χαραλάμπης, γέλασε ο κόσμος! Πριν πάει στο σπίτι του Ηλιόπουλου, έμενε στην καλύβα των Καραχαλαίων στο Ασπρόχωμα. Τα βράδια πήγαινα συχνά, άναβα τη φωτιά και του έκανα παρέα. Κάποια ήμερα πήγα γύρω στα μεσάνυχτα, τον είδα να κοιτάζει προς τα επάνω, δεν ανέπνεε όμως καθόλου, ήταν σαν νεκρός. Επειδή πίστευα και πιστεύω ότι ο Χαραλάμπης δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος αλλά ένας μεγάλος ασκητής της εποχής μας, κάθισα και περίμενα να δω το απο­τέλεσμα. Μετά από αρκετή ώρα άκουσα ένα «χράκ» από το στόμα του και αμέσως μου λέει: -τι υπέροχα ήταν εκεί! -τι είδες παπουλάκη; του είπα. -Είδα χιλιάδες Αγγέλους, Αγίους, Αγίες και την Παναγία μας να υμνούν το Χριστό. Ό Χριστός δεν βλέπεται, γιατί λάμπει· και ή Παναγία μας λάμπει, αλλά βλέπεται.
Έλεγε και άλλα σε μια ξένη γλώσσα, πού εγώ δεν κατα­λάβαινα· τον ρώτησα τι σημαίνουν αυτά και μου είπε: -Είναι οι επτά λέξεις πού μου έδωσε ο Χριστός! Είπε τις λέξεις, αλλά ήταν ξενικές και δεν τις συγκρά­τησα.
Ένα βράδυ του άναψα τη φωτιά και κάθισα να του κάνω παρέα. Αποκοιμήθηκε όμως ο Χαραλάμπης, και μετά από λίγο τον άκουσα πού έλεγε:
-Χρήν χρέν μη χρέν ναί χρέν.
-Τις ει;
-Αρχιστράτηγος!
-τι ζητάς;
-Να ανοίξει ή κόλαση!
-Δεν ανοίγει.
-Ποιοι είναι αυτοί πού κολάζονται;
-Μάγοι, μάγισσες και αυτοί πού δεν ελεούν.
-Ποιόν να ελεήσουν;
~Το ζητιάνο.
-Ποιος είναι ο ζητιάνος; Πετάγομαι εγώ και του λέω:
-Παπουλάκη, είναι ο Χριστός! Αμέσως ξύπνησε και μου λέει:
-Λύθηκε το πρόβλημα.
Αυτή ή συζήτηση πού είχε ο Χαραλάμπης στον ύπνο του και, κατ' οικονομία Θεού, πήρα μέρος κι' εγώ, πού ήμουν ξύπνιος, με συγκλόνισε και αναλύθηκα σε πολλά δάκρυα. Ένα άλλο βράδυ κοιμόμουν στο σπίτι μου. Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησα και είχα μεγάλη ανησυχία. Ό λογισμός μου μου έλεγε να πάω γρήγορα στο Χαραλάμπη. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην καλύβα του, τον βρίσκω πεσμένο από το κρεβάτι και ταλαιπωρημένο. Προσπα­θούσε πολλή ώρα ν' ανέβει στο κρεβάτι και δεν μπο­ρούσε· τον σήκωσα, τον έβαλα να ξαπλώσει και θυμάμαι
μου είπε:
-Η Παναγία σε έφερε!
Κάποια μέρα μου είπε:
-Στείλε μου το παιδί σου τον Αντώνη, να του δώσω να διαβάσει μια παράκληση για τον παππού του το Σωτήρη, πού είναι άρρωστος στο νοσοκομείο. Έστειλα τον Αντώνη, το γιο μου, στο Χαραλάμπη, του έδωσε την παράκληση και του είπε να πάει στον Άγιο Μόδεστο να τη διαβάσει. Εγώ πήγα στο σπίτι και, όταν επέστρεψα, ο Χαραλάμπης μου είπε:
-Την ώρα πού διάβαζε το παιδί την παράκληση, έ­λαβα μήνυμα από τα Ουράνια ότι ο πάππους του θα γίνει καλά.
Όπως το είπε, έτσι και έγινε. Ό παππούς βγήκε πολύ σύντομα από το νοσοκομείο και γιατρεύτηκε από την αρρώστια πού τον ταλαιπωρούσε. Πολλές φορές του έλεγα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια, αρνιόταν όμως επίμονα και μου έλεγε:
-Άλλη φορά.
Ένα βράδυ, πού του ξαναζήτησα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια, αφού αρνήθηκε πρώτα, μου είπε:
-Θα 'έρθει άλλος από την Αθήνα και θα μου τα πλύνει.
Άλλη μέρα πού πήγα στην καλύβα του Χαραλάμπη, ήρ­θε ένας κύριος, του έκοψε τα νύχια και του έπλυνε τα πόδια. Όταν τελείωσε, ζήτησε να κρατήσει τα νύχια του για ευλογία. Ό Χαραλάμπης γύρισε προς εμένα και με ρώτησε:
-τι λες, να του τα δώσουμε;
-Παπουλάκη, του λέω, αφού σου έπλυνε τα πόδια, να τον τα δώσεις.
Μετά έμαθα ότι αυτός ο κύριος ήταν καθηγητής από την Αθήνα, είχε μεγάλη αγάπη στο Χαραλάμπη και πίστευε ότι ο παπουλάκης ήταν άγιος άνθρωπος. Κάποια ήμερα με ρώτησε:
-Αχ, θα γίνω άραγε καλά;
Είχε φοβερούς πόνους στα πόδια του και το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε από τις πολλές μετάνοιες και οδοιπορίες πού έκανε.
-Παπουλάκη, του λέω, την Κυριακή θα φάμε στο σπίτι μου και μετά, ότι πει ο Θεός ας γίνει. Την Κυριακή τον πήγα κρατώντας τον στο σπίτι μου και, αφού φάγαμε, τον άφησα κάτω από μια συκιά, για να πάω σε κάποια δουλίτσα μου. Όταν γύρισα μου φωνάζει:
-Έλα εδώ, έλα εδώ γρήγορα. Πήγα αμέσως, για να δω τι με θέλει.
-Κάθισε να σου πω· αυτή τη στιγμή μόλις έφυγε ή Παναγία· μου είπε να μην ξαναπάω στην καλύβα πού μένω, γιατί θα με σκοτώσουν με το τσεκούρι και θα ενοχοποιήσουν εσένα, πού μ' ανάβεις τη φωτιά. Πήγαινε να ειδοποιήσεις τον Ηλιόπουλο να με πάρει στο σπίτι του.
Εγώ, για να μην πάθω ότι έπαθα με το τραίνο, πήγα τρέχοντας, ειδοποίησα τον Ηλιόπουλο και τον πήρε στο σπίτι του. Στο σπίτι του Ηλιόπουλου, πού έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, πήγαινα συχνά και τον έβλεπα. Κάποια μέρα είχαν πάει πολλές γυναίκες να τον δουν, ο παπουλάκης όμως δεν μιλούσε μαζί τους και αυτές, όταν με είδαν, μου παραπονέθηκαν. Ρώτησα τον παπουλάκη γιατί δεν μιλάει στις γυναίκες, πού ήλθαν να τον δουν και μιλάει μόνο σε μένα. Με κοίταξε και μου είπε:
-Εσύ έρχεσαι μαζί με την Παναγία. Άλλη φορά, πού είχα πάει να τον δω, μου είπε:
-Ήρθε άγγελος και μου είπε: Έκανες μεγάλο αγώνα και σε ένα μήνα θα αναπαυθείς.
Ό πεθερός μου Αθανάσιος Δημητρακόπουλος, κάποιο βράδυ φιλοξένησε τον παπουλάκη στο σπίτι του. Ό Χαραλάμπης του είχε πει να τον ξυπνήσει στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ό πεθερός μου έβαλε και το ρολόι, για να μην αποκοιμηθεί. Μόλις χτύπησε το ρολόι, σηκώθηκε για να πάει να ξυπνήσει το Χαραλάμπη. Τον είδε όμως να φεύγει περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος. Αυτό τον συγκλόνισε και το έλεγε παντού. Στην κηδεία του Χαραλάμπη ο πεθερός μου φώναζε:
-Είναι Άγιος, Άγιος! Τον είδα να περπατάει πάνω από το έδαφος!
Θυμάμαι μια βραδιά, είχε έρθει ο Χαραλάμπης στο πεθερού μου το σπίτι, για να πυρωθεί. Ό κουνιάδος μου ο Γιάννης έριχνε στη φωτιά μπαρούτι με τις χούφτες. Οι φλόγες της φωτιάς ήταν πολύ ισχυρές, ο Χαραλάμπης καθόταν πολύ κοντά, ο κουνιάδος μου συνέχιζε να ρίχνει μπαρούτι, για να γελάει με το Χαραλάμπη. Εγώ τον μάλωνα να σταματήσει, για να μην καούμε. Ό Χαρα­λάμπης γυρίζει και μου λέει:
-Άφησε τους, να καούνε μια ώρα αρχύτερα. Άκουσα από άλλους ότι πέρασε από μια στάνη και δυο τσοπαναρέον του έδωσαν σε πιάτο μυτζήθρα να φάει. Ό Χαραλάμπης, αφού έφαγε, ευλόγησε τα πρόβατα και οι δυο τσοπαναραίοι είδαν ότι από τότε τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα. Είπαν στο Χαραλάμπη να περνάει τακτικά, για να του δίνουν γάλα, τυρί, μυτζήθρα και ότι άλλο ήθελε.
Κάποια μέρα τον είδαν να περνάει έξω από τη στάνη περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος. Οι τσοπαναραίοι τον θαύμασαν και του φώναζαν να τους πλη­σιάσει, αλλά ο Χαραλάμπης εξακολουθούσε να φεύγει χωρίς να πατάει στο έδαφος.
Την εποχή της κατοχής οι Γερμανοί είχαν πολλούς κρα­τουμένους στο παλαιό Σύνταγμα και υπήρχε φήμη ότι πολύ σύντομα θα τους εκτελέσουν. Μια γυναίκα έκλαιγε για τον άντρα της, πού τον είχαν κρατούμενο οι Γερμανοί. Πέρασε ο Χαραλάμπης από τη γειτονιά της και την είδε πού έκλαιγε, τη ρώτησε το λόγο και εκείνη του είπε για τον άντρα της.
-Μην κλαις, θα πάω να σου τον φέρω εγώ τον άντρα σου, της είπε. Πήγε στο Σύνταγμα, πέρασε τους Γερμανούς σκοπούς χωρίς να τους φοβηθεί και χωρίς εκείνοι να τον εμπο­δίσουν. Βρήκε τους κρατουμένους, πήρε αυτόν πού ήθελε και τον πήγε στο σπίτι του.
Κάποια φορά είχα πάει στο πανηγύρι στο χωριό Χαραυγή. Στο σπίτι πού πήγα, ήρθε και ο Χαραλάμπης. Σε κάποια στιγμή μπήκε στο χορό και χόρευε με τις κοπέλες. Τον πλησίασα και του είπα:
-Παπουλάκη, γιατί χορεύεις με τα κορίτσια; Λένε είναι σωστό αυτό πού κάνεις.
-Κάνω τον Ανδρέα το σάλο, μου είπε και συνέχισε το χορό.
Ένας οδηγός, πού είχε φορτηγό, μου είχε κει ότι πη­γαίνοντας κάποτε με το αυτοκίνητο στην Καλαμάτα, συνάντησε στο δρόμο το Χαραλάμπη, στο χωριό Αρφαρά. Όταν έφτασε όμως στην Καλαμάτα, βρήκε το Χαραλάμπη πάνω στη γέφυρα του παλαιού ΚΤΕΛ. Ό οδηγός αναρωτιόταν πώς ο Χαραλάμπης περπατώντας και χωρίς ν' ανέβει σε αυτοκίνητο ή μηχανάκι έφτασε στην Καλαμάτα γρηγορότερα από αυτόν. Του οδηγού του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό και το συζητούσε στο καφενείο του Ασπροχώματος.
Άκουσα την εποχή της κατοχής, ότι ο Χαραλάμπης πήγαινε με το φαναράκι του ν' ανάψει τον Άγιο Ιωάννη στον Άντικάλαμο. Οι Γερμανοί είδαν το φως και άρχι­σαν να τον πυροβολούν με τα πολυβόλα τους από τη Σπερχογεία. Καμιά όμως σφαίρα δεν τον πήρε. Βλέ­ποντας οι Γερμανοί ότι το φως δεν σβήνει, έτρεξαν να τον φτάσουν. Μόλις τον έφτασαν, άρχισε ο αξιωματικός τους να του δίνει κλωτσιές. Όταν σταμάτησε, ο Χαραλάμπης του είπε:
-Δεν θα γυρίσει κανένας από σας στο σπίτι τον στην Γερμανία!
Ό ίδιος μου είπε ότι κάποια φορά είχε πάει σ' ένα μονα­στήρι στη Μάνη. Το βράδυ ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή του μοναστηρίου. Όλη τη νύχτα οι δαίμονες δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι, τον χτυπούσαν και τον έπιαναν από το λαιμό να τον πνίξουν. Μου είπε ακόμη:
-Ή λέξη τέρας δεν ταιριάζει ποτέ σε άνθρωπο· ούτε σε ζώο· ταιριάζει στο διάβολο, γιατί αυτός είναι τέρας.
Ο Χαραλάμπης κοιμήθηκε τον Οκτώβριο του 1974. Ή κηδεία του έγινε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη, και θυμάμαι είχε πάρα πολύ κόσμο.
Ποτέ δε θα ξεχάσω την ασκητική μορφή και την αγιότητα αυτού του ανθρώπου. Παπουλάκη, αιωνία σου ή μνήμη!
ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣΠηνελόπη Λάσκαρη, από το Φλομοχώριο Λακωνίας, κάτοικος Καλαμάτας, αναφέρει χαρακτη­ριστικά:
Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από το 1936, ήταν νέος τότε και πολύ ωραιότατος. Πάντοτε ξυπόλητος και αχτένιστος, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο, αλλά στη μέση ήταν ζωσμένος ένα σακί. Στο λαιμό του είχε ξύλινο Σταυρό και στο ένα του χέρι κρατούσε άλλο Σταυρό, με τον οποίο σταύρωνε τον κόσμο. Εγώ από τότε πίστευα ότι αγιόφερνε, ενώ άλλοι τον έλεγαν τρελό, συγκεκρι­μένα τον έλεγαν Ζουρλοχαραλάμπη. Τον θυμάμαι στην Καλαμάτα, στο δρόμο πού ήταν το μεταξουργείο του Χριστόπουλου, έβαζε κήρυγμα και είχε μαζευτεί κόσμος. Παντού και πάντοτε έλεγε λόγια χριστιανικά και προφητικά, ακολουθούσε το Παλαιό Εορτολόγιο, εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο Παναγουλάκη το μοναστήρι. Όταν πήγαινα για μπάνιο, τον έβλεπα να κηρύττει στους λουόμενους και μερικούς να τους ελέγχει. Γύριζε όλα τα εξωκλήσια και άναβε τα καντήλια.
Μια φορά, πού είχα στο σπίτι μου τα μικρά παιδιά της αδελφής μου, πέρασε ο Χαραλάμπης και μου άφησε κάτι ρεταλάκια.
-Πάρτα αυτά. Και έφυγε σαν σίφουνας. Εγώ τα φύλαξα μέσα στο μπα­ούλο μου. Μετά από δύο χρόνια ήλθε ο Χαραλάμπης και μου είπε:
-Δώσ' μου εκείνα τα ρεταλάκια, θέλω να τα πάω
κάπου. Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στο κουμπάρου μου του Ηλιόπουλου. Σχεδόν κάθε μεσημέρι του πήγαινα φρέσκο φαγητό και θυμάμαι μου έλεγε:
-Οι αμαρτίες των ανθρώπων έχουν φτάσει μέχρι το λαιμό και μια μέρα Θα τους κουκουλώσουν και θα
καταστραφούνε. Μια μέρα πήγα πολύ στεναχωρημένη και του είπα:
-Πατερούλη είμαι πολύ στεναχωρημένη, γιατί δεν έχω καμιά είδηση για το παιδί της κουμπάρας μου, πού υπηρετεί στο Πεζικό. Λέω στους γονείς του, πού με παίρνουν τηλέφωνο από το εξωτερικό, ότι είναι καλά. Τι θα γίνει πατερούλη, λέω πολλά ψέματα και αυτό δεν μου αρέσει.
-Μη στεναχωριέσαι, σήμερα θα λάβεις γράμμα του. Πήγα μετά στο σπίτι μου και βρήκα γράμμα από το στρατιώτη. Πατερούλη, είπα μέσα μου, πώς το ήξερες ότι θα λάβω γράμμα;
Επειδή δεν μπορούσα να πηγαίνω συνέχεια να τον κα­θαρίζω, συνεννοηθήκαμε μαζί με άλλες κυρίες και δίναμε κάποιο χρηματικό ποσό σε μια κυρία Σταθούλα και τον περιποιόταν. Με έλεγε «μανούλα μου» και τον ρώτησα, -Γιατί με λες «μανούλα μου»; -Γιατί ή μάννα μου με εγκατέλειψε μικρό και το 'χω παράπονο- δεν έπρεπε να με εγκαταλείψει ή μανούλα μου. Εσείς οι Μανιάτες κάποτε είσαστε οι καλύτεροι άνθρωποι, τώρα χαλάσατε, γίνατε οι χειρότεροι.
Πολλά μου έλεγε, πού δεν τα θυμάμαι. Κάποια φορά, πού είμαστε πολλές γυναίκες στο δωμάτιο του Χαραλάμπη, είπε στην κουμπάρα μου:
-Πήγαινε ν` ανάψεις το καντήλι, γιατί έσβησε. Πήγε και το βρήκε σβηστό, ενώ ή ίδια προ ολίγου το είχε ανάψει. Όλες οι κυρίες αναρωτιόμαστε πώς το είδε ο Χαραλάμπης ότι έσβησε.
Μια μέρα κάποια κυρία προθυμοποιήθηκε να τον λούσει. Όταν όμως τον έλουζε του έκοψε λίγα μαλλιά και γένια. Το μεσημέρι πού πήγα, άρχισε να μου λέει:
-Έλα μανούλα να σου πω τι έπαθα, με έλουσε και
μου έκοψε τα μαλλιά και τα γένια, στεναχωρήθηκα
πολύ και την καταράστηκα.
Έμαθα αργότερα ότι ή κυρία αυτή, πριν πεθάνει υπέφερε από την κατάρα του.
Δύο μέρες, επειδή είχα κάποιες δουλειές, δεν πήγα να τον ιδώ. Κάποια στιγμή μια γειτόνισσα μου φώναξε:
-Πηνελόπη, ήρθε ο Χαραλάμπης.
βγαίνω στο μπαλκόνι και τον βλέπω να στέκει στον τοίχο.
-Είσαι καλά; με ρώτησε. Δεν ήρθες και ανησύχησα. Θα έκανε ώρα να φτάσει στο σπίτι μου. Περπατούσε σαν το μικρό παιδάκι, βήμα-βήμα, ακουμπώντας τα χέρια του στους τοίχους, για να μην πέσει... Όταν τον παραστέκαμε να πεθάνει, ερχόντουσαν από διαφόρους τόπους γυναίκες και έλεγαν κλαίγοντας:
-Χαραλάμπη, εσύ μας έθρεψες, εσύ μας έντυσες...
εσύ μεγάλωσες τα παιδιά μας... Κάποια άλλη φορά μου είπε:
-Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, θα
νικήσει ή Αμερική, αλλά δε θα βρεθούν χέρια να τη
χειροκροτήσουν.
Όταν πέθανε, τον στόλισαν σαν γαμπρό, τον κηδέψαμε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και θυμάμαι ήταν λαο­θάλασσα ο κόσμος στην κηδεία του.