Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

«Αυτή είναι η αιτία που η πλειοψηφία των ανθρώπων φτάνει να είναι ψυχικά άρρωστη»(Όσιος Αμφιλόχιος του Ποτσάεφ)



 Ὁ στάρετς Ἰωσὴφ θεράπευε διάφορες ἀσθένειες. Ὑποστήριζε πὼς οἱ μισοὶ ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς θεραπεύονταν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μισοὶ ἔφευγαν ἀθεράπευτοι. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεπε νὰ θεραπευτοῦν, ἐπειδὴ ἡ θεραπεία τους δὲν θὰ ἦταν ὠφέλιμη γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ θὰ προκαλοῦσε τὸν πνευματικό τους θάνατο.


 Πολλὲς φορὲς οἱ δαιμονισμένοι τοῦ προκαλοῦσαν πολλὰ προβλήματα. Οἱ οἰκεῖοι του τὸν προέτρεπαν νὰ μὴ δέχεται στὸ σπίτι δαιμονισμένους, ἐπειδὴ οἱ δαίμονες ἐκδικοῦνταν ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ. Ὁ γέροντας τοὺς ἀπαντοῦσε: «Ἡ ὑπομονὴ εἶναι δύσκολο πράγμα, ὅμως δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε τοὺς δαίμονες!»


 Ὁ κῆπος τοῦ γέροντα ἦταν ποτισμένος μὲ τὰ δάκρυα τῶν πονεμένων καὶ ἄρρωστων ἀνθρώπων, ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν καλά. Πολλὲς φορὲς ἔλεγε πὼς τὰ παιδιὰ στὶς μέρες μας γίνονται ἀνυπάκουα, ὑπερήφανα καὶ χωρὶς ντροπή, ἐνῶ ἀργότερα φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ δαιμονίζονται. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς προέτρεπε νὰ δείχνουν ταπείνωση καὶ νὰ ζητοῦν συγχώρεση ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους.
 Πρέπει νὰ ἔχεις μεγάλη Ἀγάπη στὴν καρδιὰ γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθεῖς ποτὲ νὰ δεχτεῖς τὸν καθένα. Τὸ ἐκλεκτὸ αὐτὸ σκεῦος τοῦ Θεοῦ εἶχε τέτοια Ἀγάπη. Πάντα ἔβρισκε χρόνο γιὰ τὸν καθένα.


 Ὁ ἀδελφὸς Ἰωάννης ἐπισκέφτηκε πολλὲς φορὲς τὸν γέροντα Ἰωσὴφ στὸ χωριὸ Ἰαλόβιτσα καὶ εἶδε ἐκεῖ πολλὲς θαυματουργικὲς θεραπεῖες. «Χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πιστεύω πὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν τέτοιες θαυματουργίες, ποὺ ἔκανε ὁ μεγάλος ἱκέτης τῆς Βολυνίας», ἔλεγε ὁ Ἰωάννης. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ κάθε ἡλικιωμένος κάτοικος τοῦ Ποτσάεφ. Ὅπως καὶ χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλη τὴ χώρα ποὺ θεραπεύτηκαν ἀπὸ τὸ γέροντα Ἰωσήφ.


 Κάποια φορά, μετὰ τὴν πρωινὴ προσευχή, ὁ στάρετς Ἰωσὴφ κλείστηκε στὸ κελί του γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Ὅταν βγῆκε, τοὺς χαιρέτησε ὅλους μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός, γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, ὅτι μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός!». ’Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὶς αἰτίες ποὺ εἶχαν φέρει ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐκεῖ. Ἡ κύρια αἰτία, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ γέροντα, κρύβεται στὸ πνεῦμα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ποὺ «φυτεύεται στὸν ἄνθρωπο στὸ σχολεῖο. Οἱ μαθητὲς παρακολουθοῦνται, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μποῦν στὸν ναό, ἐπιχειρεῖται μία ἰδεολογικὴ ἐπεξεργασία μέσῳ τῆς ὁποίας ἐξευτελίζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν πηγαίνει συχνὰ στὴν ἐκκλησία, ποὺ δὲν ἐξομολογεῖται καὶ δὲν κοινωνεῖ, δὲν γίνεται μέτοχος τῆς θείας χάριτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων φτάνουν νὰ εἶναι ψυχικὰ ἄρρωστοι». Ὁ γέροντας τοὺς συμβούλευε νὰ θεραπευτοῦν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτὴ τοῦ αἰώνα μας μὲ τὴν προσευχή.


Στὸν γέροντα ἔρχονταν καὶ πολλοὶ νέοι ἄνθρωποι ποὺ παραπονοῦνταν πὼς εἶναι μελαγχολικοὶ καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀϋπνίες καὶ ἔλλειψη ὄρεξης. Αὐτοὺς ὁ γέροντας τοὺς ἔπαιρνε στὴ μέση τῆς αὐλῆς, τοὺς ἔλεγε νὰ κάνουν 450 ἐδαφιαῖες μετάνοιες καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ κάνουν τὸ ἴδιο καὶ στὸ σπίτι τους κάθε βράδυ. Τοὺς συμβούλευε ἐπίσης νὰ φοροῦν στὸ λαιμό τους σταυρό, νὰ μὴν πίνουν, νὰ μὴν καπνίζουν, νὰ ἐκκλησιάζονται, νὰ νηστεύουν τὶς καθορισμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νηστεῖες καὶ νὰ κοινωνοῦν. Τότε, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενά του, ὅλα τὰ «νεῦρα» θὰ φύγουν καὶ θὰ γίνουν ὑγιεῖς. Πρόσθετε ἐπίσης πὼς μὲ τὰ νεῦρα αἰσθανόμαστε πόνο, ὅταν ὅμως ἡ ψυχὴ εἶναι ἄρρωστη δὲν σημαίνει πὼς εἶναι ἄρρωστα καὶ τὰ νεῦρα ἀλλὰ οἱ δαίμονες μᾶς βασανίζουν καὶ τότε χρειάζεται προσευχὴ γιὰ νὰ τοὺς νικήσεις.

 Ὁ γέροντας ἀγαποῦσε πολὺ τὴ φύση. Τὴν αἰσθανόταν. Προσπαθοῦσε νὰ ὀμορφύνει τὴ γῆ μὲ λουλούδια καὶ διάφορα δέντρα. Σὲ ὅσα μέρη κι ἂν ἔζησε, ὅπως στὴ Λαύρα τοῦ Ποτσάεφ, στὸ κοιμητήριο τῶν μοναχῶν, στὴν Ἰαλόβιτσα, ἄφησε πίσω του ἕνα ζωντανὸ μνημεῖο μὲ καλλωπιστικὰ φυτὰ καὶ λουλούδια ἀλλὰ καὶ ὀπωροφόρα δέντρα.
 Ἡ ἄνοιξη ἦταν γι’ αὐτὸν μία παραδεισιακὴ ἐποχή. Ὁ γέροντας ἔλεγε πὼς μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ, ὅλη ἡ χλωρίδα, τὸ χορτάρι, τὰ λουλούδια, τὰ φύλλα τῶν δέντρων καὶ τὰ δεντρύλια εἶναι φρέσκα, λαμπερὰ καὶ γεμάτα ζωή, ἐνῶ μετὰ τὸν καιρὸ τοῦ θερισμοῦ ἔρχεται τὸ φθινόπωρο καὶ τὰ φύλλα ἀρχίζουν νὰ χάνουν τὸ χρῶμα τους, τὴ φρεσκάδα τους. Ἔτσι εἶναι κι ὁ ἄνθρωπος…


.Ὁ στάρετς Ἰωσὴφ εἶχε καλὴ καρδιά. Λυπόταν πολὺ γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τὸ κακὸ ἐμφανίζεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, γι’ αὐτὸ κι οἱ κακοὶ ἄνθρωποι φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ μοιάζουν μ’ αὐτούς. 

«Κάθε ἁμαρτία τυλίγει τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ σὰν ἕνας ἱστὸς ἀράχνης, γιατί ἡ κακία εἶναι σὰν τὴν ἀτσάλινη κλωστή. Προσπάθησε νὰ τὴν σπάσεις. Κακοὶ ἄνθρωποι σκότωσαν τὸν τσάρο καὶ τώρα χλευάζουν τοὺς ὀρθοδόξους. Εἶναι μεγάλη εὐτυχία γιὰ μᾶς ποὺ ἀξιωθήκαμε νὰ γεννηθοῦμε ὀρθόδοξοι. Ἐπειδή, νά, πολλοὶ λαοὶ δυστυχῶς δὲν γνωρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία», ἐπαναλάμβανε συχνὰ ὁ γέροντας. 


Δέκα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ ἁγίου πατριάρχου Τύχωνος -μεγάλου ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως- ὁ γέροντας Ἰωσὴφ τὸν θεωροῦσε ἤδη ἅγιο καὶ εἶχε τὴ φωτογραφία του δίπλα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα.
 Ὁ Γέροντας ἰσχυριζόταν πὼς οἱ ἐκπομπὲς τῆς τηλεόρασης ἀδειάζουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν παρεκκλίνουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. 

Μετὰ τὴν παρακολούθηση τέτοιων ἐκπομπῶν ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ προσευχηθεῖ- καὶ ἂν προσευχηθεῖ, θὰ τὸ κάνει μόνο μὲ τὰ χείλη, ἡ καρδιά του θὰ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Μία τέτοια προσευχή, κατὰ τὸν γέροντα, εἶναι «εἰς κατάκριμα». 

«Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι εὔκολο πράγμα», ἔλεγε ὁ γέροντας. «Ἐγὼ δὲν θὰ σᾶς δώσω τὴ σωτηρία “στὸ πιάτο”. Ἀγωνιστεῖτε καὶ προσευχηθεῖτε μόνοι σας. Ἂν θέλετε νὰ σωθεῖτε, γίνετε κουφοί, μουγγοὶ καὶ τυφλοὶ γιὰ τὸν κόσμο».


«ΟΣΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΤΣΑΕΦ»
(27.11.1897- 01.01.1971)
Μετάφραση Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΝΙΣΠΟΛΙΑΤΗ.
Ἐπιμέλεια: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ
Ἀθήνα 2015

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Συνομιλία με τον Όσιο Συμεών των σπηλαίων του Πσκωβ: «Μαρτυρίες πέραν του τάφου»


ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΥΜΕΩΝ του Σέργιου Μπολσακώφ Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού...
gerontas-symeon

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΥΜΕΩΝ του Σέργιου Μπολσακώφ
Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού έζησα αρκετά χρόνια σε προτεσταντικές χώρες της Δύσης, ένιωθα πολύ χαρούμενος πού ανάσαινα ξανά τόν αέρα της Άγιας Ρωσίας.
Τό πρώτο πρωινό μου στο μοναστήρι, μετά την ακολουθία, πήγα γιά λίγο να προσευχηθώ στον τάφο τού αγίου Κορνηλίου. Στη μικρή, αρχαία έκκλησία τού π. Βασσιανού, (Αυτό ήταν τό όνομα τού π. Συμεών προτού λάβει τό Μεγάλο Σχήμα.) ό εξομολόγος του κοινοβίου είχε φορέσει ένα περίτεχνο βελούδινο φαιλόνιο, χρώματος χρυσάφι, κεντημένο μέ βαθυκόκκινα τριαντάφυλλα, γιά να λειτουργήσει.

Από τ’ ανοιχτά παράθυρα έμπαινε ό φρέσκος αναζωογονητικός αέρας, γεμάτος αρώματα κι ευωδιές από τά λουλούδια του κήπου τού μοναστηριού. Στη λειτουργία πήραν μέρος μόνο ό επίσκοπος, τρεις ψάλτες κι ένας αναγνώστης. Ή εκκλησία γέμισε από ένα σύννεφο λιβανιού. Ή θεία λειτουργία προχωρούσε χωρίς βιασύνη, ευλαβικά. Ό π. Βασσιανός άρχισε να διαβάζει από τό βιβλίο μνημονεύματος τού μοναστηριού, πού φαινόταν ατέλειωτο… Αργότερα, στη Μεγάλη Είσοδο, ό π. Βασσιανός στάθηκε μέσα από την Ωραία Πύλη. Μετά άκολούθησε τό Σύμβολο της Πίστεως καί ή Αναφορά. «Ήταν πολλοί αυτοί πού κοινώνησαν. Ή λειτουργία τέλειωσε περίπου στις οκτώ ή ώρα…
Πλησίαζε ή μέρα γιά να φύγω. Ένα βράδυ καθόμουν στον κήπο τού μοναστηριού μέ τόν δόκτορα Ροσώφ, τόν π. Βασσιανό, τόν π. Ήσαΐα καί τόν π. Ποιμένα, τό νεωκόρο. Συζητούσαμε γιά τό βιβλίο τού Σολοβιέφ.


– Ή διήγηση πού μέ έντυπωσίασε περισσότερο, π. Βασσιανέ, ήταν έκείνη πού είχε τίτλο «Μαρτυρίες πέραν τού τάφου», είπα.
– Τί λέει στο κεφάλαιο αυτό; ρώτησε ό π. Βασσιανός, χαϊδεύοντας τή γενειάδα του μέ περισυλλογή.
– Ή διήγηση είναι αρκετά απλή, απάντησα. Επί βασιλείας του Νικολάου του Α”, όταν ό επίσκοπος Παρθένιος Τσέρτκωφ, πού είχε ανατραφεί στη μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια των Ναρουΐσκιν, τοποθετήθηκε στήν επισκοπή του Βλαδιμήρου (1821-1849), ένας ιερέας πού τον έλεγαν Άββακούμ τοποθετήθηκε στη φτωχότερη ενορία της επισκοπής. Γιός νεκροθάφτη, πού νυμφεύτηκε μιά φτωχή κοπέλα καί ζούσαν μέ μεγάλη φτώχεια, ό π. Άββακούμ ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος προσευχής. Ιδιαίτερα του άρεσε να προσεύχεται γιά τούς νεκρούς. Είχε ένα ιδιαίτερο σημειωματάριο όπου έγραφε τά ονόματα όλων των νεκρών γιά τούς όποιους είχε ακούσει. Όλους αυτούς δεν τούς μνημόνευε μόνο στήν προσκομιδή, αλλά καί στις ιδιαίτερες προσευχές του, τό πρωί καί τό βράδυ. ’Έτσι ή προσευχή του κρατούσε ώρες ολόκληρες.
» Τό γεγονός αυτό στενοχωρούσε τή σύζυγό του πού συνήθιζε να του λέει:
– Πρέπει να σταματήσεις αυτές τίς μακρές βοηθητικές προσευχές πού κάνεις, αντί να μέ βοηθάς στον κήπο καί σε άλλες δουλειές. Είμαι πολύ κουρασμένη. Ούτε μοναχός είσαι ούτε έγκλειστος. ’Άν θέλεις να προσεύχεσαι τόσο πολύ, πήγαινε στον επίσκοπο καί ζήτησέ του να σου δώσει καλλίτερη ενορία, όπου θα μπορούμε να έχουμε υπηρέτες. Τότε θα μπορείς να προσεύχεσαι όσο θέλεις.
»Ό π. Αβακούμ συνήθιζε ν’ άπαντά λέγοντας πώς ή προσευχή είναι τό πρώτο καθήκον τού ιερέα καί δεν πρέπει να τό παραμελεί. Σχετικά μέ καλλίτερη ενορία, ό π. Αβακούμ σκέφτηκε πώς ήταν ανοίκειο να τή ζητήσει από τόν επίσκοπο.
’Έπρεπε να κάνουν υπομονή, ωσότου τού προσφερθεί ή θέση αυτή. Ή σύζυγός του συμφώνησε απρόθυμα.
»Στο μεταξύ άδειασε ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής, πού βρισκόταν σε μια μεγάλη καί βιομηχανική πόλη. Ό επίσκοπος δέχτηκε διακόσιες αιτήσεις γιά την ενορία αυτή. Ανάμεσα στούς αίτούντες ήταν καθηγητές σεμιναρίου, αγροτικοί κοσμήτορες, διδάκτορες θεολογίας καί μιτροφόροι πρωτοπρεσβύτεροι. Σχεδόν όλες οι αιτήσεις συνοδεύονταν από συστατικές επιστολές διακεκριμένων κληρικών καί λαϊκών, ακόμα καί τού ίδιου τού κυβερνήτη της επαρχίας τού Βλαδιμήρου. Όταν ό επίσκοπος είδε όλες τίς αιτήσεις δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει καί πήγε γιά ύπνο.
»Δεν είχε κλείσει καλά καλά τά μάτια του όταν μπροστά του είδε ένα τεράστιο πλήθος άνθρώπων καί των δύο φύλων, κάθε ηλικίας καί έμφάνισης, πού ζήτησαν όλοι τους μέ σεβασμό από τόν επίσκοπο να διορίσει τόν π. Αβακούμ στήν κενή ενορία. Ό επίσκοπος αγνοούσε ακόμα καί την ύπαρξη τού π. Αβακούμ. Αμέσως ξύπνησε, έκανε τό σταυρό του καί προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Μπροστά του όμως εμφανίστηκε τό ίδιο πλήθος, προβάλλοντας τό ίδιο αίτημα.
-Ποιοι είστε σεις, ρώτησε ό επίσκοπος, καί γιατί θέλετε τόν π. Αβακούμ τόσο πολύ;
– Είμαστε νεκροί, πού μάς συχώρεσε ό Θεός καί μπήκαμε στη βασιλεία των ουρανών χάρη στις προσευχές τού π. Αβακούμ, απάντησε τό πλήθος κι εξαφανίστηκε.
»Τό επόμενο πρωί ό επίσκοπος κάλεσε στη γραμματεία τό εκκλησιαστικό συμβούλιο καί ζήτησε να βρουν σε ποιά ενορία διακονεί κάποιος ιερέας πού τόν λένε Αβακούμ καί να τόν καλέσουν στο Βλαντιμίρ. Άποδείχτηκε πώς σ’ όλη την επισκοπή υπήρχε μόνο ένας Αβακούμ. Μια μέρα τόν επισκέφτηκε ό αγροτικός κοσμήτορας καί τού μετέφερε την εντολή να παρουσιαστεί στον επίσκοπο τό συντομότερο δυνατό.
»Μήπως έκανες κάποιο σφάλμα ή αδίκημα, πάτερ; Τόν ρώτησε ανήσυχος ό κοσμήτορας.
-Όχι, όχι, δε θυμάμαι κάτι τέτοιο, απάντησε ό π. Αβακούμ. Πηγαίνω μέ καθαρή συνείδηση, μόνο πού δεν έχω χρήματα γιά τό ταξίδι.
Ό κοσμήτορας του δάνεισε τά χρήματα που του χρειάζονταν.
»Μετά από λίγες μέρες ό π. Αβακούμ παρουσιάστηκε στον επίσκοπο, που τόν αναγνώρισε αμέσως από τό όνειρο πού είχε δει.
– Λοιπόν, π. Αβακούμ, είπε ό επίσκοπος, είναι κενή ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής μου καί γι’ αυτήν έχω λάβει διακόσιες πενήντα αιτήσεις. Πολλοί εξέχοντες άνθρωποι μου συνιστούν διάφορους ιερείς, όμως οι συνήγοροί σου από τόν άλλο κόσμο ήταν οι πιο ισχυροί απ’ όλους. Σε διορίζω λοιπόν εφημέριο αυτής της ενορίας κι όταν άκολουθήσω κι εγώ την πορεία όλων των ανθρώπων, σου ζητώ να εύχεσαι καί γιά μένα.
Κι έπειτα ό επίσκοπος διηγήθηκε στον π. Αβακούμ τό όνειρό του».
– Πολύ εποικοδομητική διήγηση, Σεργκέι Νικολάεβιτς, είπε ό π. Ποιμήν. Πάτερ Συμεών, συνέχισε στρεφόμενος προς τόν εξομολόγο του μοναστηριού, εσύ θα έχεις ακόμα περισσότερους συνηγόρους από τόν άλλο κόσμο άπ’ όσους είχε ό π. Αβακούμ. Λειτουργείς κάθε μέρα καί σε κάθε λειτουργία διαβάζεις γιά πολλά χρόνια τώρα τό βιβλίο μέ τά ονόματα των νεκρών. Μνημονεύεις ονόματα ανθρώπων πού έζησαν από την εποχή τού Ιβάν του Γ” ως σήμερα. Είμαι σίγουρος πώς οι συνήγοροι αυτοί θ’ αποκτήσουν τή χάρη γιά σένα, ώστε να πεθάνεις εδώ σε προχωρημένη ηλικία, ενώ άλλοι ίσως πεθάνουν αλλού, εξόριστοι από τό μοναστήρι. Ζούμε στα άκρα. Άνθρωποι από άλλους τόπους έρχονται εδώ καί θεσπίζουν πολλές αλλαγές, αλλά οι συνήγοροί σου θα πετύχουν έλεος γιά σένα.
– Μόνο ό Θεός γνωρίζει τό μέλλον μας, είπε ό π. Συμεών, αλλά πρέπει να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς. Είναι πραγματικά συνήγοροί μας. Ζητάμε από τούς ανακηρυγμένους άγιους να επικαλεστούν τό έλεος του Θεού γιά μάς. Υπάρχουν όμως καί πολλοί άγνωστοι άγιοι πού μπορούν να μάς βοηθήσουν. Είναι καλό καί ωφέλιμο τό να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς…
Την ημέρα πού θα έφευγα, παρακολούθησα την πρωινή θεία λειτουργία, πού έκανε γιά τελευταία φορά στο καθολικό της μονής ό π. Βασσιανός. Όλα ήταν όπως καί την ημέρα πού είχα έρθει. Ό π. Βασσιανός τέλεσε τή λειτουργία αργά καί ευλαβικά όπως καί τότε. ’Έψαλε ό ίδιος χορός κι ήταν παρόντες προσκυνητές. Ό καπνός του θυμιάματος ήταν σκορπισμένος στον αέρα κι ό πρωινός ήλιος λαμποκοπούσε στις πολύτιμες πέτρες και τό χρυσό στις παλιές εικόνες. Ήταν όμως φθινοπωρινός ήλιος.
Ό δροσερός καί αναζωογονητικός αέρας τού φθινοπώρου περνούσε από τά ανοιχτά παράθυρα.
Μετά τή λειτουργία προχώρησα γιά να πάρω αντίδωρο από τόν π. Βασσιανό. Μέ ρώτησε για την αναχώρηση μου..
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.
ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΣΚΩΒ
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/10/blog-post_927.html

Συνομιλία με τον Όσιο Συμεών των σπηλαίων του Πσκωβ: «Μαρτυρίες πέραν του τάφου»


ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΥΜΕΩΝ του Σέργιου Μπολσακώφ Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού...
gerontas-symeon

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΥΜΕΩΝ του Σέργιου Μπολσακώφ
Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού έζησα αρκετά χρόνια σε προτεσταντικές χώρες της Δύσης, ένιωθα πολύ χαρούμενος πού ανάσαινα ξανά τόν αέρα της Άγιας Ρωσίας.
Τό πρώτο πρωινό μου στο μοναστήρι, μετά την ακολουθία, πήγα γιά λίγο να προσευχηθώ στον τάφο τού αγίου Κορνηλίου. Στη μικρή, αρχαία έκκλησία τού π. Βασσιανού, (Αυτό ήταν τό όνομα τού π. Συμεών προτού λάβει τό Μεγάλο Σχήμα.) ό εξομολόγος του κοινοβίου είχε φορέσει ένα περίτεχνο βελούδινο φαιλόνιο, χρώματος χρυσάφι, κεντημένο μέ βαθυκόκκινα τριαντάφυλλα, γιά να λειτουργήσει.

Από τ’ ανοιχτά παράθυρα έμπαινε ό φρέσκος αναζωογονητικός αέρας, γεμάτος αρώματα κι ευωδιές από τά λουλούδια του κήπου τού μοναστηριού. Στη λειτουργία πήραν μέρος μόνο ό επίσκοπος, τρεις ψάλτες κι ένας αναγνώστης. Ή εκκλησία γέμισε από ένα σύννεφο λιβανιού. Ή θεία λειτουργία προχωρούσε χωρίς βιασύνη, ευλαβικά. Ό π. Βασσιανός άρχισε να διαβάζει από τό βιβλίο μνημονεύματος τού μοναστηριού, πού φαινόταν ατέλειωτο… Αργότερα, στη Μεγάλη Είσοδο, ό π. Βασσιανός στάθηκε μέσα από την Ωραία Πύλη. Μετά άκολούθησε τό Σύμβολο της Πίστεως καί ή Αναφορά. «Ήταν πολλοί αυτοί πού κοινώνησαν. Ή λειτουργία τέλειωσε περίπου στις οκτώ ή ώρα…
Πλησίαζε ή μέρα γιά να φύγω. Ένα βράδυ καθόμουν στον κήπο τού μοναστηριού μέ τόν δόκτορα Ροσώφ, τόν π. Βασσιανό, τόν π. Ήσαΐα καί τόν π. Ποιμένα, τό νεωκόρο. Συζητούσαμε γιά τό βιβλίο τού Σολοβιέφ.


– Ή διήγηση πού μέ έντυπωσίασε περισσότερο, π. Βασσιανέ, ήταν έκείνη πού είχε τίτλο «Μαρτυρίες πέραν τού τάφου», είπα.
– Τί λέει στο κεφάλαιο αυτό; ρώτησε ό π. Βασσιανός, χαϊδεύοντας τή γενειάδα του μέ περισυλλογή.
– Ή διήγηση είναι αρκετά απλή, απάντησα. Επί βασιλείας του Νικολάου του Α”, όταν ό επίσκοπος Παρθένιος Τσέρτκωφ, πού είχε ανατραφεί στη μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια των Ναρουΐσκιν, τοποθετήθηκε στήν επισκοπή του Βλαδιμήρου (1821-1849), ένας ιερέας πού τον έλεγαν Άββακούμ τοποθετήθηκε στη φτωχότερη ενορία της επισκοπής. Γιός νεκροθάφτη, πού νυμφεύτηκε μιά φτωχή κοπέλα καί ζούσαν μέ μεγάλη φτώχεια, ό π. Άββακούμ ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος προσευχής. Ιδιαίτερα του άρεσε να προσεύχεται γιά τούς νεκρούς. Είχε ένα ιδιαίτερο σημειωματάριο όπου έγραφε τά ονόματα όλων των νεκρών γιά τούς όποιους είχε ακούσει. Όλους αυτούς δεν τούς μνημόνευε μόνο στήν προσκομιδή, αλλά καί στις ιδιαίτερες προσευχές του, τό πρωί καί τό βράδυ. ’Έτσι ή προσευχή του κρατούσε ώρες ολόκληρες.
» Τό γεγονός αυτό στενοχωρούσε τή σύζυγό του πού συνήθιζε να του λέει:
– Πρέπει να σταματήσεις αυτές τίς μακρές βοηθητικές προσευχές πού κάνεις, αντί να μέ βοηθάς στον κήπο καί σε άλλες δουλειές. Είμαι πολύ κουρασμένη. Ούτε μοναχός είσαι ούτε έγκλειστος. ’Άν θέλεις να προσεύχεσαι τόσο πολύ, πήγαινε στον επίσκοπο καί ζήτησέ του να σου δώσει καλλίτερη ενορία, όπου θα μπορούμε να έχουμε υπηρέτες. Τότε θα μπορείς να προσεύχεσαι όσο θέλεις.
»Ό π. Αβακούμ συνήθιζε ν’ άπαντά λέγοντας πώς ή προσευχή είναι τό πρώτο καθήκον τού ιερέα καί δεν πρέπει να τό παραμελεί. Σχετικά μέ καλλίτερη ενορία, ό π. Αβακούμ σκέφτηκε πώς ήταν ανοίκειο να τή ζητήσει από τόν επίσκοπο.
’Έπρεπε να κάνουν υπομονή, ωσότου τού προσφερθεί ή θέση αυτή. Ή σύζυγός του συμφώνησε απρόθυμα.
»Στο μεταξύ άδειασε ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής, πού βρισκόταν σε μια μεγάλη καί βιομηχανική πόλη. Ό επίσκοπος δέχτηκε διακόσιες αιτήσεις γιά την ενορία αυτή. Ανάμεσα στούς αίτούντες ήταν καθηγητές σεμιναρίου, αγροτικοί κοσμήτορες, διδάκτορες θεολογίας καί μιτροφόροι πρωτοπρεσβύτεροι. Σχεδόν όλες οι αιτήσεις συνοδεύονταν από συστατικές επιστολές διακεκριμένων κληρικών καί λαϊκών, ακόμα καί τού ίδιου τού κυβερνήτη της επαρχίας τού Βλαδιμήρου. Όταν ό επίσκοπος είδε όλες τίς αιτήσεις δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει καί πήγε γιά ύπνο.
»Δεν είχε κλείσει καλά καλά τά μάτια του όταν μπροστά του είδε ένα τεράστιο πλήθος άνθρώπων καί των δύο φύλων, κάθε ηλικίας καί έμφάνισης, πού ζήτησαν όλοι τους μέ σεβασμό από τόν επίσκοπο να διορίσει τόν π. Αβακούμ στήν κενή ενορία. Ό επίσκοπος αγνοούσε ακόμα καί την ύπαρξη τού π. Αβακούμ. Αμέσως ξύπνησε, έκανε τό σταυρό του καί προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Μπροστά του όμως εμφανίστηκε τό ίδιο πλήθος, προβάλλοντας τό ίδιο αίτημα.
-Ποιοι είστε σεις, ρώτησε ό επίσκοπος, καί γιατί θέλετε τόν π. Αβακούμ τόσο πολύ;
– Είμαστε νεκροί, πού μάς συχώρεσε ό Θεός καί μπήκαμε στη βασιλεία των ουρανών χάρη στις προσευχές τού π. Αβακούμ, απάντησε τό πλήθος κι εξαφανίστηκε.
»Τό επόμενο πρωί ό επίσκοπος κάλεσε στη γραμματεία τό εκκλησιαστικό συμβούλιο καί ζήτησε να βρουν σε ποιά ενορία διακονεί κάποιος ιερέας πού τόν λένε Αβακούμ καί να τόν καλέσουν στο Βλαντιμίρ. Άποδείχτηκε πώς σ’ όλη την επισκοπή υπήρχε μόνο ένας Αβακούμ. Μια μέρα τόν επισκέφτηκε ό αγροτικός κοσμήτορας καί τού μετέφερε την εντολή να παρουσιαστεί στον επίσκοπο τό συντομότερο δυνατό.
»Μήπως έκανες κάποιο σφάλμα ή αδίκημα, πάτερ; Τόν ρώτησε ανήσυχος ό κοσμήτορας.
-Όχι, όχι, δε θυμάμαι κάτι τέτοιο, απάντησε ό π. Αβακούμ. Πηγαίνω μέ καθαρή συνείδηση, μόνο πού δεν έχω χρήματα γιά τό ταξίδι.
Ό κοσμήτορας του δάνεισε τά χρήματα που του χρειάζονταν.
»Μετά από λίγες μέρες ό π. Αβακούμ παρουσιάστηκε στον επίσκοπο, που τόν αναγνώρισε αμέσως από τό όνειρο πού είχε δει.
– Λοιπόν, π. Αβακούμ, είπε ό επίσκοπος, είναι κενή ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής μου καί γι’ αυτήν έχω λάβει διακόσιες πενήντα αιτήσεις. Πολλοί εξέχοντες άνθρωποι μου συνιστούν διάφορους ιερείς, όμως οι συνήγοροί σου από τόν άλλο κόσμο ήταν οι πιο ισχυροί απ’ όλους. Σε διορίζω λοιπόν εφημέριο αυτής της ενορίας κι όταν άκολουθήσω κι εγώ την πορεία όλων των ανθρώπων, σου ζητώ να εύχεσαι καί γιά μένα.
Κι έπειτα ό επίσκοπος διηγήθηκε στον π. Αβακούμ τό όνειρό του».
– Πολύ εποικοδομητική διήγηση, Σεργκέι Νικολάεβιτς, είπε ό π. Ποιμήν. Πάτερ Συμεών, συνέχισε στρεφόμενος προς τόν εξομολόγο του μοναστηριού, εσύ θα έχεις ακόμα περισσότερους συνηγόρους από τόν άλλο κόσμο άπ’ όσους είχε ό π. Αβακούμ. Λειτουργείς κάθε μέρα καί σε κάθε λειτουργία διαβάζεις γιά πολλά χρόνια τώρα τό βιβλίο μέ τά ονόματα των νεκρών. Μνημονεύεις ονόματα ανθρώπων πού έζησαν από την εποχή τού Ιβάν του Γ” ως σήμερα. Είμαι σίγουρος πώς οι συνήγοροι αυτοί θ’ αποκτήσουν τή χάρη γιά σένα, ώστε να πεθάνεις εδώ σε προχωρημένη ηλικία, ενώ άλλοι ίσως πεθάνουν αλλού, εξόριστοι από τό μοναστήρι. Ζούμε στα άκρα. Άνθρωποι από άλλους τόπους έρχονται εδώ καί θεσπίζουν πολλές αλλαγές, αλλά οι συνήγοροί σου θα πετύχουν έλεος γιά σένα.
– Μόνο ό Θεός γνωρίζει τό μέλλον μας, είπε ό π. Συμεών, αλλά πρέπει να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς. Είναι πραγματικά συνήγοροί μας. Ζητάμε από τούς ανακηρυγμένους άγιους να επικαλεστούν τό έλεος του Θεού γιά μάς. Υπάρχουν όμως καί πολλοί άγνωστοι άγιοι πού μπορούν να μάς βοηθήσουν. Είναι καλό καί ωφέλιμο τό να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς…
Την ημέρα πού θα έφευγα, παρακολούθησα την πρωινή θεία λειτουργία, πού έκανε γιά τελευταία φορά στο καθολικό της μονής ό π. Βασσιανός. Όλα ήταν όπως καί την ημέρα πού είχα έρθει. Ό π. Βασσιανός τέλεσε τή λειτουργία αργά καί ευλαβικά όπως καί τότε. ’Έψαλε ό ίδιος χορός κι ήταν παρόντες προσκυνητές. Ό καπνός του θυμιάματος ήταν σκορπισμένος στον αέρα κι ό πρωινός ήλιος λαμποκοπούσε στις πολύτιμες πέτρες και τό χρυσό στις παλιές εικόνες. Ήταν όμως φθινοπωρινός ήλιος.
Ό δροσερός καί αναζωογονητικός αέρας τού φθινοπώρου περνούσε από τά ανοιχτά παράθυρα.
Μετά τή λειτουργία προχώρησα γιά να πάρω αντίδωρο από τόν π. Βασσιανό. Μέ ρώτησε για την αναχώρηση μου..
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.
ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΣΚΩΒ
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/10/blog-post_927.html

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.





Για την προσευχή
Τί μπορούμε να ειπούμε για την έρημο σαν τόπο προσευχής;
Πράγματι, ή αναχώρησης στην ησυχία είναι ένας τόπος κατάλληλος για προσευχή. Ό Σωτήρ αγάπησε τούς ησυχαστικούς τόπους, μακριά από τον θόρυβο τού κόσμου καί εκεί έκαμε τά κηρύγματά Του. ’Έτσι έχουμε την επί τού όρους ομιλία Του καί την ομιλία Του στον πολλαπλασιασμό των άρτων. Ένώ για την προσωπική Του προσευχή ανέβαινε λίγο υψηλότερα σ’ ένα άναχωρητικό τόπο καί εκεί προσευχόταν, ενίοτε όλη την νύκτα. Οι άγιοι Απόστολοι άκολουθώντας Τον, έζήτησαν να τούς διδάξη πώς να προσεύχωνται. Τότε ό Ιησούς τούς παρέδωσε την λεγομένη Κυριακή Προσευχή: «Πάτερ ημών...» (ματ. 6, 9-17), ή οποία είναι τό τελειότερο είδος προσευχής, την όποια πρέπει να κάνουμε. Αυτή ή προσευχή είναι εύκολη στα νοήματα της καί πλήρης στο περιεχόμενό της, διότι περιέχει όλα τά αιτήματα, πού χρειάζονται για την ψυχική καί την σωματική μας υγεία. Αυτή αποτελείται από τρία μέρη: Από την κλήσι, τίς αιτήσεις καί την κατακλείδα.
Ή κλήσις αρχίζει μέ τά λόγια: «Πάτερ ημών ό εν τοις ουρανούς...». Μετά από την κλήσι αυτή άκολουθοΰν τά επτά αιτήματα, μετά από τά όποια τελειώνει ή προσευχή μέ την δοξολογία τού Θεού: «Ότι σου εστίν ή βασιλεία καί ή δύναμις καί ή δόξα...».
Εκτός από την ιδιωτική προσευχή, την όποια μπορεί ό καθένας να κάνη ενώπιον του Θεού, ή Εκκλησία μας έχει καί την κοινοτική προσευχή, αυτή στην όποια λαμβάνουν μέρος όλοι οι Χριστιανοί. Αυτή ή προσευχή έχει την αρχή της στούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Ακόμη καί από την Ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό, οι άγιοι Απόστολοι καί ή Κυρία Θεοτόκος συγκεντρώνοντα όλοι στην κοινή προσευχή, σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο. Αργότερα, γι’ αυτό τον σκοπό, κτίσθηκαν εκκλησίες επάνω στούς τάφους των αγίων Μαρτύρων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.

ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑ ΘΕΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Ο ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ . ΡΩΤΑ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΠΑΦΝΟΥΤΙΟ ΤΟ ΟΡΟ ΓΙΑ ΤΑ (ΠΛΟΥΤΗ) 1





ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΠΑΦΝΟΥΤΙΟ
Τά υπάρχοντα τού άνθρωπου είναι τριών ειδών.
Ό ορος «πλούτη» έχει μέσα στην Αγία Γραφή, τρεις διαφορετικές σημασίες. Υπάρχει ό «καλός πλούτος», ό «κακός πλούτος», καί αυτός πού δεν είναι ούτε τό ένα ούτε τό άλλο.
Τά κακά πλούτη είναι αυτά για τά όποια έχει ειπωθεί: «Πλούσιοι σε φτώχεια ξέπεσαν καί πείνασαν» (Ψαλμό. 33, 11)• καί «αλίμονο σ’ εσάς τούς πλούσιους, γιατί την αμοιβή σας την έχετε πάρει ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο» (Λουκ. 6, 24). Τό να απαρνηθεί κανείς αυτά τά πλούτη είναι ένδειξη πνευματικής τελείωσης. Απόδειξη της αλήθειας αυτού πού λέω είναι τό ότι οι αληθινοί φτωχοί είναι αυτοί τούς οποίους ό Κύριος μακαρίζει στο Ευαγγέλιο, λέγοντας: «Μακάριοι όσοι νιώθουν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στον Θεό, γιατί δική τους είναι ή βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. 5, 3). Τά ίδια λέει καί ό Ψαλμωδός: «Φώναξε ό φτωχός καί ό Κύριος τον άκουσε» (Ψαλμό. 33, 7). Καί ακόμα λέει: «Ό φτωχός καί ό ακτήμονας θα υμνήσουν τό όνομά Σου» (Ψαλμό. 73, 21).
Υπάρχουν επίσης καί τά καλά πλούτη. Ή απόκτηση αυτών είναι σημάδι μεγάλης αρετής καί σπάνιας αξίας. Ό Προφήτης Δαυίδ εγκωμιάζει τον δίκαιο πού κατέχει αυτά τά πλούτη καί λέει: «Ισχυροί καί ακατάβλητοι θα είναι στη γη οι απόγονοι του, ως γενεά δικαίων καί ειλικρινών ανθρώπων θα άπολαύσει τις ευλογίες τού Κυρίου. Δόξα καί πλούτη θα πλεονάζουν στο σπιτικό του, ή αρετή του θα εγκωμιάζεται από τούς επιζώντες στούς αιώνες» (Ψαλμό. 111, 2-3). Ή Αγία Γραφή επίσης λέει: «Ό πλούσιος με τά πλούτη του μπορεί να γλιτώσει τη ζωή του» (Παροιμ. 13, 8). Γι’ αυτά τά πλούτη τά καλά γίνεται λόγος καί στην Αποκάλυψη, ή όποια επικρίνει τον φτωχό πού στερείται αυτού τού είδους τά αγαθά καί τον επίτιμα για την ανέχεια του καί για τη γυμνότητά του καί τού λέει: «Θα σε αποβάλλω σαν εμετό από τό στόμα μου». Διότι λες: "Είμαι πλούσιος, έχω αποκτήσει μεγάλη περιουσία, δεν έχω ανάγκη από τίποτα". Ξεχνάς, φαίνεται, πώς στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος καί αξιοθρήνητος, φτωχός, τυφλός καί γυμνός. Γι αυτό σε συμβουλεύω ν’ αγοράσεις από μένα χρυσάφι καθαρισμένο στη φωτιά, για ν’ αποκτήσεις πλούτη. Λευκά ρούχα για να ντυθείς καί να μη ντρέπεσαι πού φαίνεται ή γύμνια σου»(Άποκ. 3, 16-18).
Υπάρχουν επίσης καί πλούτη πού μπορούν να είναι καλά ή κακά.
  
Τό αν θα είναι καλά η κακά, εξαρτάται από την προαίρεση του κατόχου τους καί από τον τρόπο της αξιοποίησής τους. Ό Απόστολος Παύλος γράφει γι’ αυτά τά πλούτη: «Στους πλούσιους αυτού έδώ τού κόσμου να παραγγείλεις να μην υπερηφανεύονται ούτε να στηρίζουν τις ελπίδες τους σε κάτι Αβέβαιο όπως είναι ό πλούτος, άλλα, στον Θεό τον αληθινό, πού μάς τά δίνει όλα πλουσιοπάροχα, για να τά απολαμβάνουμε. Να τούς παραγγείλεις να κάνουν τό καλό, να γίνονται πλούσιοι σε καλά έργα, να είναι πρόθυμοι, να δίνουν καί να μοιράζονται με τούς άλλους ότι έχουν. 
Έτσι θα αποταμιεύσουν τό θησαυρό τους καί θα βάλουν ένα καλό θεμέλιο για τό μέλλον, για να αποκτήσουν την αιώνια ζωή» (Α' Τιμ. 6, 17-19). Αυτά ήταν επίσης τά πλούτη πού εκείνος ό πλούσιος του Ευαγγελίου φύλαγε ζηλότυπα για τον εαυτό του, τη στιγμή πού ό φτωχός Λάζαρος, ξαπλωμένος μπροστά στην πόρτα του, επιθυμούσε να χορτάσει από τά ψίχουλα πού έπεφταν από τό πλούσιο τραπέζι του. Αυτή ή σκληροκαρδία του όμως τον έριξε στο άσβεστο πυρ καί στην αιώνια φωτιά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ. ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. ΤΟΜΟΣ Α ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ.

Ο ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ . ΡΩΤΑ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΟΛΙΓΟΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.




 

 Για την αξία της ολιγόλογης καί σιωπηλής προσευχής.
ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ.
Οι προσευχές μας πρέπει επίσης να είναι συχνές, αλλά καί σύντομες. Γιατί υπάρχει ό κίνδυνος, αν αυτές παραταθούν, να καταφέρει ό Εχθρός πού παραμονεύει, να μάς διασπάσει. Γιατί ή πραγματική θυσία βρίσκεται ακριβώς σ αυτό πού ό Ίδιος μάς επεσήμανε, όταν μέ τό στόμα τού προφήτη Δαυίδ μάς είπε: «Θυσία για τον Θεό είναι τό συντετριμμένο πνεύμα»(Ψαλμ. 50, 19). Έδώ βρίσκεται,ή αγνή προσφορά, ή «θυσία δικαιοσύνης» (Ψαλμ. 50, 21) καί ή «θυσία αίνέσεως» (Ψαλμ. 49, 23). Αυτά είναι «τά παχιά σφάγια» καί τά «ολοκαυτώματα σιτευτών ζώων»(Ψαλμ. 65, 15). Αυτή είναι ή προσφορά μιας καρδιάς «συντετριμμένης» καί «ταπεινωμένης». Αν προσφέρουμε τις προσευχές στον Θεό μέ τη μέθοδο καί τη θέρμη πού περιγράψαμε, τότε θα μπορούμε να ψάλλουμε, μέ τη βεβαιότητα ότι αυτές είσακούσθηκαν: «Άς είναι ή προσευχή μου ένώπιόν σου σάν θυμίαμα καί τά ύψωμένα χέρια μου σάν τη θυσία την έσπερινή» (Ψαλμ. 140, 2).
Όμως ή ώρα είναι πλέον προχωρημένη καί ή νύχτα πλησιάζει καί μάς καλεί να εκτελέσουμε τώρα, αυτό ακριβώς τό καθήκον της προσευχής. Ή ομιλία μας πήρε πολύ χρόνο καί, ανάλογα μέ τό πνευματικό επίπεδο μας, φαίνεται να είπαμε πολλά. Νομίζω όμως ότι αυτά είναι πολύ λίγα για ένα θέμα τόσο υψηλό καί δύσκολο.
ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ: Οι λόγοι τού σεβάσμιου άββά Ισαάκ μάς κατέπληξαν, αλλά δεν μάς χόρτασαν. Αφού τελέσαμε τη βραδινή Ακολουθία, ξεκουραστήκαμε λίγο. Καί όταν πια άρχισε να φέγγει ή ημέρα, πήραμε τό δρόμο για τά κελιά μας. Πριν φύγουμε όμως από τό κελί τού άββά Ισαάκ, αποσπάσαμε την υπόσχεσή του να ασχοληθούμε πιο διεξοδικά μέ τό θέμα της προσευχής, σε μια δεύτερη συνάντησή μας. Αυτή ή προσδοκία αύξησε τη χαρά πού νιώθαμε για όσα είχαμε ήδη ακούσει σ’ αυτή τη συνάντηση. Είμαστε βέβαιοι ότι δεν μάς είχε ακόμα αποκαλυφθεί, πάνω στο μεγαλείο της προσευχής, παρά κάτι τό ελάχιστο. Τόσο ό τρόπος της προσευχής, όσο καί ή ιδιαίτερη αρετή πού θα συντελούσε ώστε να γίνει αυτή αδιάλειπτη, νιώθαμε πώς παρέμεναν για μάς ακόμα άγνωστα. Ήταν μυστικά, τά όποια αυτή ή πρώτη συνάντησή μας μέ τον άββά Ισαάκ, δεν μάς τά είχε πλήρως αποκαλύψει.
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ. ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. ΤΟΜΟΣ Α ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ.